Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος. Απάνθισμα επιστολών. Που είναι η αλήθεια; (Αντιμετώπιση ενός αιρετικού).

Με πολλή ευχαρίστηση αναλαμβάνω να σας απαντήσω, ή σωστότερα, να συζητήσω μαζί σας τα όσα αναφέρετε στην αξιόλογη επιστολή σας. Κι εγώ, πριν μου γράψετε, κάτι είχα ακούσει, αλλά δεν είχα δώσει ανάλογη προσοχή. Τώρα όμως βλέπω ότι στην περιοχή σας αρχίζει ν’ ανάβει μια πυρκαγιά και γι’ αυτό σπεύδω να σας απαντήσω ότι ο Θεός με φωτίσει.


Α΄. Γράφετε: «Μας εμφανίσθηκε κάποιος κήρυκας της πίστεως που φαίνεται ευγενικός και περιέρχεται τα σπίτια, διαβάζει το Ευαγγέλιο, το ερμηνεύει, διδάσκει την πίστη στον Χριστό και παρακινεί σε μετάνοια. Κοντά μου κατοικεί ένας φτωχός βιβλιοδέτης. Στο σπίτι του έρχεται αυτός ο κήρυκας και συγκεντρώνει αρκετό κόσμο. Πήγα κι εγώ εκεί δυο φορές. Ακούγεται μάλιστα ότι και σε άλλα μέρη κηρύττει και συγκεντρώνει πολύ κόσμο».

Ας σταματήσουμε το γράμμα σας στο σημείο αυτό. Καθαρά φαίνεται εδώ ότι ο νέος αυτός κήρυκας της πίστεως δεν είναι κήρυκας της Εκκλησίας. Πώς διδάσκει την πίστη στον Χριστό χωρίς να έχει αναγνωριστεί σαν ιεροκήρυκας από την Εκκλησία; Αυτό είναι γεγονός πρωτάκουστο! Έπρεπε εξ αρχής να συλλογιστείτε ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει, και να ήσασταν σε επιφυλακή. Συμπεριφερθήκατε έτσι; Δούλεψε καθόλου η κρίσης σας ερευνώντας, εάν είναι σωστά αυτά που ακούτε, ή εάν οδηγούν σε καλό; Να τι έπρεπε εξ αρχής να κάνετε.

Λέτε στη συνέχεια, ότι διδάσκει πίστη στον Χριστό και ομιλεί διαρκώς από τα Ευαγγέλια. Αυτό ακριβώς θα έπρεπε να σας κάνει πιο προσεκτικό. Γιατί σας διδάσκει πίστη στον Χριστό; Μήπως δεν είσθε Χριστιανός; Εσείς από παιδί πιστεύετε στον Χριστό και ζείτε μέσα στους κόλπους της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατά το παράδειγμα όλων των αγίων, που δοξάστηκαν από τον Θεό. Όταν λοιπόν άρχισε να διδάσκει περί πίστεως στον Χριστό σε σάς που ήδη πιστεύετε, θα έπρεπε να σκεφθείτε ότι ή δική του πίστη πιθανόν να είναι διαφορετική από την δική σας, την πίστη δηλαδή της Εκκλησίας μας.

Όταν άρχισε να σας προτρέπει να πιστεύετε στον Χριστό, έπρεπε να τον ρωτούσατε:
Γιατί μας το λες αυτό; Μήπως είμαστε αβάπτιστοι;

Και όμως κανένας σας δεν διαμαρτυρήθηκε. Λέγοντας σας να πιστεύετε στον Χριστό, σάς θεώρησε απίστους. Και σεις το ακούσατε με απάθεια, σαν να ήσασταν πραγματικά άπιστοι.

Εάν κηρύττει διαφορετική πίστη και σεις συνεχίζετε να τον ακούτε, τότε μαζί μ’ αυτόν μειώνετε την προηγούμενη πίστη σας, κατακρίνετε την αγία μας Εκκλησία και όλους όσους σώθηκαν και σώζονται στους κόλπους της. Αυτό είναι το δεύτερο λάθος σας, μεγαλύτερο από το πρώτο!

Ενώ ζούσατε ήσυχα και ειρηνικά και φροντίζατε για την σωτηρία σας, έρχεται κάποιος και αρχίζει να σας κηρύττει:
Γνωρίζετε κάτι; Ο Χριστός πέθανε για την σωτηρία μας. Να πιστεύετε σ’ Αυτόν, να μετανοείτε και έτσι θα σωθείτε.

Και σεις σαν ν’ ακούτε κάτι το πρωτάκουστο και ασυνήθιστο, προσκολλάστε σ’ αυτόν, έτοιμος ν’ αφήσετε την Εκκλησία σας, τους ποιμένες σας και όλα όσα προηγουμένως τιμούσατε σαν μέσα αγιασμού. Πολύ περίεργο αυτό!

Μήπως δεν βαπτισθήκατε και δεν αγωνιζόσασταν για την σωτηρία σας εν ονόματι του Ιησού Χριστού;
Μήπως δεν παίρνατε άφεση αμαρτιών με το μυστήριο της εξομολογήσεως;
Μήπως δεν κοινωνούσατε το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Κυρίου;
Μήπως στον Χριστό δεν καταφεύγατε με τις προσευχές σας και σ’ Αυτόν και μόνο δεν στηρίζατε την ελπίδα της σωτηρίας σας;

Λοιπόν τι το ιδιαίτερο, τι το νέο, που να μην το έχετε στον νου και στην καρδιά σας, σας αναγγέλλει αυτός ο άγνωστος ξένος;

Σας λέει: «Ο Χριστός σταυρώθηκε για σας. Πρέπει να πιστεύετε σ’ Αυτόν για να σωθείτε».

Μήπως αυτό δεν ομολογείτε κάθε μέρα στο σύμβολο της πίστεως; «Πιστεύω… και εις ένα Κύριον, Ιησού Χριστόν… τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρία κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της παρθένου και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών…». Το ίδιο ομολογείτε ψάλλοντας στην εκκλησία: «Ο μονογενής Υιός… σταυρωθείς τε, Χριστέ ο θεός… σώσον ημάς», ή: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ τω βασιλεί και Θεώ ημών», ή: «Σώσον ημάς, Υιέ θεού…», ή: «Φως ιλαρόν αγίας δόξηςΥιέ θεού, ζωήν ο διδούς…», ή: «Νυν απολύοις… ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου…».

Η Θεία Λειτουργία ολόκληρη, τι άλλο είναι παρά μια ανάμνηση ή επανάληψη με την αναίμακτη θυσία, της αιματηρής θυσίας που έγινε στον Γολγοθά για την σωτηρία μας;

Εάν συμφωνείτε μ’ αυτά, τότε τι το νέο ακούτε από τα χείλη του ξένου και είσθε έτοιμος ν’ αφήσετε όλα τα προηγούμενα και ν’ ακολουθήσετε τα ίχνη του, χωρίς καλά-καλά να ξέρετε που θα σας οδηγήσει, γνωρίζοντας ωστόσο ασφαλώς ότι ο δρόμος που ακολουθήσατε ως τώρα είναι ο πραγματικός;

Αυτό είναι ακατανόητο! Μοιάζετε σαν να ψάλλετε έναν ύμνο σε μια αρμονική χορωδία και ξαφνικά να σταματάτε, προσέχοντας την ξεχωριστή φωνή ενός άγνωστου που μπήκε απρόσκλητος στην χορωδία σας. Καθόλου δεν σας απασχολεί, εάν έκανε καλά αυτός ο ξένος που άρχισε να ψάλλει, ούτε εάν κάνατε καλά εσείς που σιωπήσατε.

Οι δόκιμοι ψάλτες λένε, ότι το να ξεχωρίζει μια φωνή σε μια χορωδία είναι κάτι το αντικανονικό. Και όσοι θαυμάζουν την φωνή αυτή καταδικάζουν τον εαυτό τους αποδεικνύοντας ότι δεν έχουν καλλιτεχνική ευαισθησία. Μ’ αυτούς μοιάζετε τώρα και σεις όσον άφορα το θέμα της σωτηρίας σας.

Μέχρι τώρα φροντίζατε με επιμέλεια την σωτηρία σας, ειρηνικά και ήσυχα, μαζί με τους άλλους αδελφούς. Ξαφνικά εμφανίσθηκε αυτός ο ξένος και άρχισε να τονίζει και να επαναλαμβάνει μία από τις τόσες διδασκαλίες της Εκκλησίας μας. Και σεις, στρέψατε την προσοχή σας σ’ αυτόν. Εντυπωσιαστήκατε και φαίνεστε έτοιμος να τα εγκαταλείψετε όλα και να τον ακολουθήσετε. Καθόλου δεν σκεφθήκατε εάν φέρεται σωστά αυτός και εάν φέρεστε σωστά και σεις. Όσοι εκτιμούν το έργο της σωτηρίας θα σας χαρακτηρίσουν σαν άγευστο της πνευματικής ζωής.

Θα έπρεπε ακούγοντας τα πρώτα του λόγια ν’ απομακρυνθείτε αμέσως από κοντά του, ενώ εσείς συνδεθήκατε μαζί του και συνδέεστε ολοένα και περισσότερο.


Β΄. Γράφετε: «Ομιλεί διαρκώς για τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και για τη σωτήρια θυσία Του. Ομιλεί μ’ ενθουσιασμό. Τον ακούμε ευχάριστα και ολοένα μας ελκύει».

Άραγε ξεχωρίσατε αν είναι ορθόδοξος ή ετερόδοξος; Πιθανόν θα σκεφθήκατε ότι αφού ομιλεί για τον Σωτήρα Χριστό, και μάλιστα μ’ ενθουσιασμό, ασφαλώς δικός μας θα είναι, στην αλήθεια θα βρίσκεται και την αλήθεια θα κηρύττει. Ελκυστήκατε με όλα αυτά και πέσατε στην απάτη.

Μπορεί μεν να ήταν ορθόδοξος, αλλά ξέπεσε από την Ορθοδοξία. Είναι αιρετικός!
Μπορεί να κηρύττει την εν Χριστώ σωτηρία, αλλά όχι όπως μάς την δίδαξε ο ίδιος ο Χριστός και οι άγιοι απόστολοι.
Μπορεί να ομιλεί μ’ ενθουσιασμό, αλλά αυτό δεν μαρτυρεί για την αλήθεια των λόγων του. Μάλλον αποδεικνύει ότι είναι ολόψυχα δοσμένος στην κακοδοξία του και αγωνίζεται γι’ αυτή, σαν να είναι η μόνη αλήθεια, ένα συνονθύλευμα από αιρέσεις και πλάνες.

Άραγε όλα αυτά είναι άγνωστα σε σας; Και μήπως σεις δεν γνωρίζετε τίνος μαθητής είναι; Σύμφωνα με τον δάσκαλο, κρίνετε και τον μαθητή. Ασφαλώς θα γνωρίζετε ότι ήλθε κάποτε ένας αγγλικανός και άρχισε να περιοδεύει από σπίτι σε σπίτι και να εξαπατά με τα κηρύγματά του μερικούς δικούς μας, κυρίους και κυρίες, που δεν βάδιζαν σταθερά στον δρόμο της αληθείας.

Απ’ αυτούς τους απατημένους ξεπρόβαλε και ο σημερινός κήρυκας σας, που τώρα συνεχίζει το έργο της απάτης του αγγλικανού. Πηγαίνει παντού και προσπαθεί να οδηγήσει στην πλάνη και άλλους. Ότι λοιπόν πίστευε ο αγγλικανός, το ίδιο πιστεύει κι αυτός. Έχουν κι οι δύο ξεπέσει από την κρυστάλλινη αλήθεια του Θεού και βρίσκονται στον τέταρτο βαθμό της πτώσεως, στο ψέμα και στο σκοτάδι, στην κακοδοξία και στην αίρεση.

Δεν θα σας εξηγήσω αναλυτικά αυτή την πτώση, αλλά συνοπτικά θα εκθέσω την Ιστορική πορεία της.

Ήταν στην αρχή μια Εκκλησία, με μια αληθινή πίστη.

Ήλθε όμως ο πειρασμός. Ο πάπας με τις σοφιστείες του ξέπεσε από την Εκκλησία και την πίστη. Αυτός είναι ο πρώτος βαθμός της πτώσεως στο ψέμα και στο σκοτάδι.

Από τους ρωμαιοκαθολικούς ή παπικούς γεννήθηκαν οι διαμαρτυρόμενοι ή προτεστάντες, οι οποίοι με άλλες σοφιστείες πλανήθηκαν και ξέπεσαν από τον παπισμό. Αυτός είναι ο δεύτερος βαθμός της πτώσεως στο ψέμα και στο σκοτάδι.

Από τους προτεστάντες γεννήθηκε η αγγλικανική σοφιστεία. Είναι ο τρίτος βαθμός της πτώσεως στο ψέμα και στο σκοτάδι.

Από την αγγλικανική σοφιστεία γεννήθηκε επί τέλους και αυτός που παρέσυρε τον κήρυκά σας μαζί με άλλους και κατάφερε να τους οδηγήσει στην πλάνη. Όλοι αυτοί βρίσκονται στον τέταρτο βαθμό της πτώσεως στο ψέμα και στο σκοτάδι.

Στον βαθμό αυτό βρίσκεται λοιπόν ο αιρετικός κήρυκας σας και γυρίζει από σπίτι σε σπίτι και αποπλανά τους ορθοδόξους. Είναι γνήσιος μαθητής του αγγλικανού που μας ήλθε προηγουμένως, εάν φυσικά δεν πρόσθεσε και νέες σοφιστείες δικές του, οπότε θα βρίσκεται σε κάποιον πέμπτο βαθμό πτώσεως στο ψέμα και στο σκοτάδι. Αυτός είναι ο κήρυκας που τόσο εκτιμάτε!

Η αλήθεια του Θεού, η ακέραιη και καθαρή και σωτήρια αλήθεια, δεν βρίσκεται ούτε στους παπικούς ούτε στους προτεστάντες ούτε στους αγγλικανούς ούτε στον κήρυκα σας. Βρίσκεται μόνο στην μία, αληθινή Εκκλησία, την Ορθόδοξη. Είναι γεγονός ότι όλοι οι άλλοι, ενώ βρίσκονται στην πλάνη, πιστεύουν ότι αυτοί κατέχουν την αλήθεια. Η αλήθεια όμως βρίσκεται μακριά απ’ αυτούς.

Οι παπικοί, που πρώτοι αποσχίστηκαν από την Εκκλησία, θεωρούν ότι αποκλειστικά με το μέρος τους είναι ή αλήθεια.

Οι προτεστάντες, που κατηγόρησαν τη χρεοκοπία των παπικών σε πολλά σημεία, αντί να επιστρέψουν στην αλήθεια, απομακρύνθηκαν περισσότερο από τους παπικούς. Δεν θεμελίωσαν την καινούργια τους πίστη πάνω στην αλήθεια του Θεού, αλλά πάνω στις αιρετικές σοφιστείες τους. Όσο κι αν ισχυρίζονται ότι κατέχουν την αλήθεια, βρίσκονται πολύ μακριά απ’ αυτή.

Στους Άγγλους δεν άρεσε ο γερμανικός Προτεσταντισμός και οικοδόμησαν δικό τους, στα μέτρα τους, σύμφωνα με τις δικές τους απόψεις και όχι σύμφωνα με τις αιώνιες αλήθειες που αποκάλυψε ο Θεός. Απομακρύνθηκαν ακόμη πιο πολύ από την σωστή πίστη, προσπαθώντας να την προσεγγίσουν με ανθρώπινα μέσα.

Και από τον Αγγλικανισμό και από τον Προτεσταντισμό ξεφύτρωσαν αργότερα πολλές παραφυάδες, και οι αιρέσεις πολλαπλασιάσθηκαν. Κάθε νέα παραφυάδα καυχιόταν ότι επιτέλους βρήκε την αλήθεια. Στην πραγματικότητα όμως βυθιζόταν περισσότερο στο ψέμα και στο σκοτάδι. Αναζητούσαν όλοι την αλήθεια όχι εκεί που ο αληθινός Θεός την τοποθέτησε, αλλά στις δικές τους σοφιστείες. Γι’ αυτό δεν ανακάλυψαν την αλήθεια, αλλά εγκολπώθηκαν διάφορες σκιές της αληθείας. Στις σκιές θεμελίωσαν την ομολογία πίστεως τους, το πιστεύω τους. Ανάμεσα σ’ αυτές τις σκιές βρίσκεται και το περιεχόμενο του κηρύγματος που τώρα σας ελκύει, όπως μου γράφετε.

Ενώ όμως στη Δύση πολλαπλασιάζονταν οι αιρέσεις και διαρκώς ξεφύτρωναν ποικίλες κακοδοξίες, περισσότερο ή λιγότερο πλανεμένες, στην Ανατολή παρέμενε αμετάβλητη στην πίστη της η Ορθοδοξία, η αληθινή Εκκλησία, που σαν θησαυροφυλάκιο περιέχει τη Θεία αλήθεια. Η Ορθοδοξία πιστεύει και περιφρουρεί την αλήθεια που ανήγγειλε ο ίδιος ο Θεός και φύτεψαν οι άγιοι απόστολοι Του. Εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί, τα τέκνα της αληθινής Εκκλησίας, διατηρούμε την θεόσδοτη και μόνη αλήθεια και μένουμε ασάλευτοι στην πίστη μας. Ενώ πέρασαν τόσοι αιώνες, διατηρήθηκε αλώβητη και αναλλοίωτη η αλήθεια στους κόλπους της Ορθοδοξίας και έφθασε μέχρι σε μας, όπως κηρύχθηκε από τον Θεό και τους αγίους αποστόλους Του. Στέκεται η αγία μας Εκκλησία στην αλήθεια, γι’ αυτό στεκόμαστε και Εμείς σ’ αυτή. Χρωστούμε ευγνωμοσύνη στον Κύριο που ευδόκησε να γεννηθούμε στους κόλπους της αληθινής, Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ενώ σεις λοιπόν από μικρός γαλουχηθήκατε με την αιωνόβια αλήθεια, ο ψευδοκήρυκας σας μόλις χθες διδάχθηκε την πλάνη. Ωστόσο αυτός δεν διστάζει παντού να διακηρύττει την κακοδοξία του, ενώ σεις χωρίς καμιά επιφύλαξη στραφήκατε προς αυτόν και κινδυνεύετε να αποκοπείτε από την αγία Εκκλησία και από την αλήθεια του Θεού. Η αλήθεια αυτή ζούσε στην πίστη των πατέρων μας, των πάππων και προπάππων μας, όλων γενικά των Ρώσων από την ημέρα που φωτίστηκαν, την εποχή του ισαποστόλου αγίου Βλαδίμηρου, εδώ και χίλια περίπου χρόνια.

Πόσους και πόσους αγίους δεν ανέδειξε η αγία Εκκλησία μας, που δέονται υπέρ ημών ενώπιον του Κυρίου! Πόσοι και πόσοι δεν ευαρέστησαν στον Θεό και δεν πλημμύρισαν με την Θεία Χάρη, όπως φανερώνουν τα άφθαρτα λείψανά τους που είναι σκορπισμένα σε όλη την ρωσική γη! Και ξαφνικά έρχεται αυτός ο ψευδοκήρυκας σας, που μόλις χθες πλανήθηκε στο ψέμα και βυθίστηκε στο σκοτάδι, και προσπαθεί να σας αποσπάσει από την αγία αυτή χορεία…

Αλλά ας πάμε ακόμη πιο πέρα. Η ίδια ομολογία πίστεως και ο ίδιος δρόμος σωτηρίας ακολουθείται και από τους Έλληνες, από τους οποίους λάβαμε το φως της Ορθοδοξίας. Μελετήστε την ιστορία τους και δια μέσου πολλών αιώνων θα φθάσετε μέχρι τις Οικουμενικές Συνόδους που υποστήριξαν και επιβεβαίωσαν τα δόγματα της πίστεως μας, την οικουμενική αλήθεια. Μελετήστε την Ιστορία των Συνόδων που συγκροτήθηκαν μέχρι τον Μέγα Κωνσταντίνο και παντού θ’ αντιληφθείτε την ίδια αλήθεια να εγκολπώνεται από αναρίθμητα πλήθη πιστών και να βασιλεύει στα πέρατα της οικουμένης.

Ας προχωρήσουμε ακόμη πιο πέρα. Μελετήστε τους αιώνες των διωγμών, μέχρι την εποχή των αγίων αποστόλων. Θα διαπιστώσετε και εκεί την ίδια ομολογία πίστεως και τον ίδιο δρόμο της σωτηρίας, που και εμείς τώρα ακολουθούμε. Και αυτό που δίδασκαν οι άγιοι απόστολοι, το παρέλαβαν από τον Κύριο. Και ότι έλεγε και έκανε ο Υιός, το έλεγε και το έκανε σύμφωνα με την εντολή του Πατρός μέσα στο μυστήριο της Αγίας Τριάδας.

Να από που ξεκινά η πίστη μας!
Να που είναι η πηγή της!
Να πως ανέβλυσε από τα βάθη της θεότητας!
Να πως έρεε δια μέσου των αιώνων και έφθασε μέχρι σε μας! Και αυτή την Θεία και αιωνόβια πίστη ήσασταν έτοιμος να την πετάξετε και να την αντικαταστήσετε με το ψέμα, το οποίο διαλαλεί ο ψευδοκήρυκας σας, που μόλις χθες εξαπατήθηκε! Υπάρχει σ’ αυτό καμιά λογική;


Γ΄. Αντιλαμβάνομαι τις αντιδράσεις τόσο τις δικές σας, όσο και των συνακροατών σας: «Μα τι ψέμα κηρύττει; Αυτός την αλήθεια αναγγέλλει, την εν Χριστώ σωτηρία διδάσκει, το Ευαγγέλιο ευαγγελίζεται».

Σταθείτε λίγο. Μη βιάζεστε στις αντιδράσεις σας. Ας βάλουμε τα πράγματα στην θέση τους: Επιτρέπεται να μιλάμε για τον Ιησού Χριστό θολά και ύπουλα; Επιτρέπεται να διδάσκουμε τον σωτήριο δρόμο και να οδηγούμε τους ακροατές στην καταστροφή; Αυτό δεν έκαναν πάντα οι αιρετικοί; Πόσες και πόσες διδασκαλίες δεν υπήρχαν που διέστρεφαν την αλήθεια και πριν από τον αιρεσιάρχη Άρειο, αλλά πολύ περισσότερο και μετά από αυτόν… Όλες αυτές αποδοκιμάσθηκαν από την Εκκλησία και αναθεματίστηκαν. Αναρίθμητες αιρέσεις εμφανίσθηκαν, όλες όμως απορρίφθηκαν από την Ορθοδοξία, παρ’ όλο που κηρύττουν τον Σωτήρα Χριστό! Επομένως δεν πρέπει να συμπεραίνουμε ότι εφ’ όσον κάποιος κηρύττει τον Χριστό, οπωσδήποτε είναι αξιόπιστος, αλλά πρέπει να εξετάζουμε, εάν σωστά κηρύττει την αλήθεια για τον Χριστό. Μεταξύ σας όμως, κανείς δεν κοπίασε να κάνει αυτή την έρευνα, αλλά μόλις ακούσατε από τα χείλη του, το γλυκύτατο όνομα του Κυρίου, αμέσως απερίσκεπτα σταθήκατε στο πλευρό του. Κανείς σας δεν υποψιάσθηκε ότι αυτό το προσκυνητό όνομα είναι στα χείλη του πλανεμένου σαν δόλωμα, για να παραπλανήσει και να οδηγήσει στην καταστροφή τις απλοϊκές ψυχές σας. Δεν διαβάσατε στο Ευαγγέλιο τα προειδοποιητικά λόγια του Κυρίου «Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες»; (Ματθ. 7, 15).

Μη φανταστείτε ότι ο Κύριος εννοεί εδώ εκείνους που δεν γνωρίζουν το όνομα Του. Όχι. Εννοεί ακριβώς αυτούς που καλύπτονται με το όνομά Του, οδηγώντας στην πλάνη. Αυτό φαίνεται από τα αμέσως επόμενα λόγια Του: «Πολλοί ερούσι μοι εν εκείνη τη ήμερα, Κύριε, Κύριε, ου τω σω ονόματι προεφητεύσαμεν;» (Ματθ. 7, 22). Βλέπετε; Κηρύττουν τον Χριστό και ο ίδιος ο Χριστός μας προτρέπει να φυλαγόμαστε απ’ αυτούς. Και κατά την ημέρα της κρίσεως θα τους πει: «Ουδέποτε έγνων υμάς, αποχωρείτε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Ματθ. 7, 23). Ο Κύριος με αυτά τα λόγια θέλει να μας φανερώσει ότι ουδέποτε τους αναγνωρίζει σαν γνήσιους κήρυκές Του, όσο κι αν οι ίδιοι πιστεύουν ότι είναι. Στο κήρυγμά τους, ο Κύριος δεν βλέπει τον εαυτό Του, αλλά κάποιον άλλο Χριστό, όχι εκείνον τον αληθινό που θυσιάστηκε για την σωτηρία μας εδώ στην γη.

Βλέπετε ότι είναι δυνατόν κάτω από το όνομα του Κυρίου να μην κηρύσσεται ο Κύριος; Πως λοιπόν εσείς χωρίς διάκριση προσκολληθήκατε στον ψευδοδιδάσκαλό σας, επειδή κάλυπτε με το όνομα του Χριστού την πλάνη Του; Νομίζετε ότι δεν αναφέρονται και σ’ αυτόν τα λόγια: «Πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματι μου… και πολλούς πλανήσουσι»; (Ματθ. 24, 5).

Μου δίνετε το δικαίωμα με την στάση σας αυτή να στρέψω προς σας τον ελεγκτικό λόγο του αποστόλου Παύλου, που απηύθυνε στους Κορινθίους: «Ηρμοσάμην γαρ υμάς ενί ανδρί, παρθένον αγνήν παραστήσαι τω Χριστώ, φοβούμαι δε μήπως, ως ο όφις Εύα εξηπάτησεν εν τη πανουργία αυτού, ούτω φθαρή τα νοήματα υμών από της απλότητας της εις τον Χριστόν ει μεν γαρ ο ερχόμενος άλλον Ιησού κηρύσσει όν ουκ εκηρύξαμεν… καλώς ανείχεσθε» (Β’ Κορ. 11, 2-4).

Και τώρα, ότι φοβόταν ο απόστολος για τους Κορινθίους συνέβη σε σας. Ήλθε ο ψευδοδιδάσκαλος, άρχισε να κηρύττει άλλον Ιησού και σεις προσκολληθήκατε σ’ αυτόν!

Θα μου πείτε: «Όχι δεν κηρύττει άλλον Ιησού. Ότι λέει το παίρνει από το Ευαγγέλιο και διδάσκει με τα λόγια του Ευαγγελίου. Διαρκώς επαναλαμβάνει ότι ο Χριστός πέθανε για μας και εάν πιστεύουμε θα σωθούμε. Πως είναι δυνατόν να υπάρχει ψέμα και απάτη σ’ αυτό;».

Είναι αλήθεια ότι αυτά τα λόγια αποτελούν έναν ευχάριστο ευαγγελισμό. Ποιος θερμός χριστιανός είναι δυνατόν να μην τα προσέξει; Είναι όμως εξ ίσου αλήθεια, ότι στα ευαγγελικά αυτά λόγια είναι δυνατόν να εγκεντρισθεί το ψέμα και η απάτη.

Ας προσέξουμε τον απόστολο Παύλο που έγραφε προς τους Γαλάτες: «θαυμάζω ότι ούτω ταχέως μετατίθεσθε από του καλέσαντος υμάς εν χάριτι Χριστού εις έτερον Ευαγγέλιον» (Γαλάτ. 1, 6).

Οι Γαλάτες ειλικρινά πίστεψαν στον σωτήρα Χριστό και ολόψυχα δέχθηκαν την ευχάριστη αγγελία της σωτηρίας. Ήσαν τόσο ευγνώμονες στον απόστολο Παύλο, ο οποίος τους οδηγούσε στην αλήθεια, που ήσαν έτοιμοι και τα μάτια τους να βγάλουν για χάρη του. Όταν όμως απομακρύνθηκε από κοντά τους, ήλθαν κάποιοι δοκησίσοφοι και άρχισαν να τους κηρύττουν και αυτοί το Ευαγγέλιο, την χαρμόσυνη είδηση της εν Χριστώ σωτηρίας, όχι καθαρή, αλλά αναμεμειγμένη με το ψέμα. Οι Γαλάτες, δεν πήραν στα σοβαρά το θέμα, ελκύστηκαν από το κήρυγμα του Ευαγγελίου τους, τους θεώρησαν ευαγγελιστές και έπεσαν στα δίχτυα της πλάνης. Τα λόγια τους ήσαν ελκυστικά, εφ’ όσον το Ευαγγέλιο κήρυτταν, το αποτέλεσμα τους όμως ήταν καταστρεπτικό. Τόσο ύπουλο είναι το ψέμα, που καλύπτεται κάτω από τα ιερά και γλυκύτατα ονόματα!

Ο απόστολος Παύλος, όταν πληροφορήθηκε την κατάστασή τους, έγραψε σαν νόμο αμετάθετο για όλες τις εποχές την εξής φράση: «Εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίσηται υμίν παρ’ ο ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (Γαλάτ. 1, 8). Και για να το τυπώσουν καλύτερα μέσα τους επανέλαβε: «Και άρτι πάλιν λέγω, ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω» (Γαλάτ. 1, 9).

Βλέπετε λοιπόν, ότι υπάρχει Ευαγγέλιο και υπάρχει και ευαγγελισμός, του οποίου οι κήρυκες αναθεματίζονται και μάλιστα από τον απόστολο Παύλο!

Εσείς όμως λησμονήσατε την περίπτωση αυτή και μόλις εμφανίσθηκε κάποιος διδάσκαλος με το Ευαγγέλιο στο χέρι, εμπιστευθήκατε σ’ αυτόν, χωρίς να σκεφθείτε ότι έχετε ορθόδοξη πίστη και σωστά αγωνίζεσθε για την σωτηρία σας. Μοιάσατε ακριβώς με τους τότε Γαλάτες. Είναι δίκαιο λοιπόν ν’ αποδώσει κανείς και σε σας τον ελεγκτικό αποστολικό λόγο: «Ω ανόητοι Γαλάται, τις υμάς εβάσκανε τη αλήθεια μη πείθεσθε;» (Γαλ. 3,1).


Δ΄. Μου γράφετε ότι ο ψευδοκήρυκας σας διαβάζει και διδάσκει μέσα από το Ευαγγέλιο.

Ασφαλώς το άγιο Ευαγγέλιο και όλη η Καινή Διαθήκη είναι η πλέον πιστή πηγή, ο ασφαλής φάρος της σωστής πορείας προς τη σωτηρία. Όσοι σώζονται από την Καινή Διαθήκη, αντλούν την γνώση για το πως θ’ αγωνισθούν για την σωτηρία τους.

Αλλά δεν είναι εύκολο για τον καθένα που διαβάζει το Ευαγγέλιο να το κατανοεί πλήρως και να βαδίζει έτσι ασφαλώς στο δρόμο της σωτηρίας. Μπορεί κάποιος να διαβάζει το Ευαγγέλιο, αλλά να το ερμηνεύει λανθασμένα. Γι’ αυτόν το Ευαγγέλιο αποτελεί όργανο καταστροφής! Και δεν τον απαλλάσσει από τον έλεγχο και την καταδίκη του για την άγνοια της αληθείας το γεγονός ότι κρατά στο χέρι το Ευαγγέλιο, καθώς και το ότι το μελετά.

Θα σας αναφέρω ένα παράδειγμα: Έχουμε ένα κομμάτι πολύτιμο ύφασμα. Έρχεται ένας έμπειρος και εκλεκτός ράπτης, το κόβει και ράβει ένα ωραίο φόρεμα. Μπορεί όμως να έλθει ένας ανίδεος και κακόγουστος ράπτης, να το κόψει και να ράψει ένα τερατούργημα, που ούτε το σώμα θα καλύπτει ούτε από τους καιρούς θα προστατεύει, δηλαδή θα καταστρέψει το πολύτιμο ύφασμα.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους διαφόρους κήρυκες του Ευαγγελίου. Μπορεί κάποιος να το διαβάζει και να το ερμηνεύει με τέτοιο τρόπο που ν’ ατιμάζει τον ατίμητο θησαυρό. Να το κηρύττει με τέτοιο τρόπο που να οδηγεί στην πλάνη, ο οδηγός αυτός της σωτηρίας.

Και τούτο γιατί; Γιατί δεν γνωρίζει καλά το δρόμο της σωτηρίας. Δεν γνωρίζει ορισμένες προϋποθέσεις της ή μάλλον μερικά σημεία της πνευματικής πορείας, όπως π.χ. την πίστη, την τήρηση των εντολών, την απόκτηση της Θείας Χάρης κ.τ.λ. Στο Ευαγγέλιο τα σημεία αυτά δεν αναφέρονται συγκεντρωμένα, αλλά έχουν καταγραφεί σε διάφορα χωρία. Για να βαδίσει όμως κανείς ασφαλώς το δρόμο της σωτηρίας πρέπει να γνωρίζει όλα αυτά τα σημεία.

Σ’ αυτό πολλοί σκοντάφτουν. Αρχίζει κάποιος να συγκεντρώνει διάφορα αγιογραφικά χωρία, που σχετίζονται άμεσα με τη σωτηρία και αποτελούν βασικές προϋποθέσεις της, στρέφει μετά την προσοχή του σε ένα ή σε δύο απ’ αυτά, τα απομονώνει από όλη την Αγία Γραφή και φωνάζει: «Βρήκα, βρήκα το δρόμο της σωτηρίας!».

Με τον τρόπο αυτό ο ένας διακηρύττει:
– «Πίστευε και θα σωθείς».

Ο δεύτερος αποφαίνεται:
– «Απόκτησε την Θεία Χάρη και τίποτε άλλο δεν χρειάζεσαι».

Ο τρίτος συμβουλεύει:
– «Αγάπα και θα φθάσεις στον ουρανό».

Και άλλοι άλλα ομοίως.

Όλες αυτές οι υποδείξεις είναι βεβαίως πραγματικές, και στην Αγία Γραφή βασισμένες. Αλλά καμιά ξεχωριστά δεν καλύπτει ολόκληρη την υπόθεση της σωτηρίας. Πρέπει κανείς όλα αυτά να τα συνενώσει και τότε θα αποκτήσει μία πλήρη γνώση της πραγματικής μορφής της σωτηρίας.

Να λοιπόν και ο ψευδοδιδάσκαλος σας ανάμεσα σ’ αυτούς που πλανήθηκαν. Ασφαλώς κι αυτός το Ευαγγέλιο διαβάζει, καθώς μου γράφετε, και διδάσκει το πως θα σωθούμε. Παρουσιάζει όμως όλο το πλάτος του αγώνος που απαιτείται ή μόνον ένα μέρος των προσπαθειών; Προσέξτε στα λόγια του και θα διαπιστώσετε την έλλειψη: Στο κήρυγμά του ακούγεται μόνο το «Μετανοείτε και πιστεύετε». Αυτό όμως περιλαμβάνει όλες τις σωτηριώδεις προσπάθειες; Ασφαλώς όχι.

Αλλά και αυτά ακόμη τα στοιχεία, μετάνοια και πίστη διδάσκονται με πληρότητα; Λέει π.χ. «Μετανοείτε». Ρωτήστε τον:
– «Δηλαδή πρέπει και να εξομολογηθούμε; Κι αν δεν εξομολογηθούμε, πως θα λάβουμε την συγχώρηση των αμαρτιών μας;».

Σ’ αυτό τίποτε δεν θα τολμήσει να πει. Θα ξεφύγει με την πολυλογία του. Σύμφωνα με την κακοδοξία του η εξομολόγηση δεν χρειάζεται, έστω κι αν αναφέρεται στην Αγία Γραφή.

Ασφαλώς κανείς δεν θα επιχειρήσει να του αποδείξει ότι λέει ψέματα, όταν διδάσκει: «Μετανοείτε και πιστεύετε», διότι αυτά είναι απαραίτητα για την σωτηρία και αποτελούν εντολές του Κυρίου. Μπορεί όμως κανείς να του αποδείξει από την Αγία Γραφή ότι πλανιέται, όταν διακηρύττει ότι μόνον αυτά, η μετάνοια και η πίστη εξασφαλίζουν την σωτηρία. Διότι για την σωτηρία χρειάζονται και πολλά άλλα.

Φανταστείτε για μια στιγμή, ένα γιατρό να δίνει μια συνταγή με πολλά φάρμακα και ο φαρμακοποιός να διαλέγει απ’ αυτά δυο ή τρία μόνο και να τα παραδίδει στον ασθενή λέγοντας: «Να, πάρε τα φάρμακα, που σου έγραψε ο γιατρός». Ο φαρμακοποιός αυτός δεν είναι ψεύτης και απατεώνας;

Το ίδιο όμως συμβαίνει και στην περίπτωση σας. Ο Κύριος μας, που ήλθε για να μας θεραπεύσει από τα πάθη, έγραψε στα Ευαγγέλια Του μια πλήρη θεραπευτική αγωγή για την σωτηρία των ψυχών μας, που διατυπώνεται σε διάφορα χωρία.

Ο νέος διδάσκαλος σας λοιπόν,  άρπαξε δύο-τρία χωρία από την Γραφή, τα απομόνωσε και άρχισε να φωνάζει:
«Να για σάς το σωτήριο φάρμακο! Πάρτε το και θα σωθείτε

Κατά συνέπεια είναι ψεύτης και απατεώνας, όπως ακριβώς και ο φαρμακοποιός, που αναφέραμε. Και σεις ακούγοντας τον αποστομωθήκατε και του δώσατε θάρρος να διακηρύττει ανεμπόδιστα:
«Πιστέψτε στο Σωτήρα Χριστό και θα σωθείτε».


Ε΄. Πραγματικά έτσι είναι!

«Ουδέ γαρ όνομα εστίν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένο εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πράξ. 4, 12).
«Μέγα εστί το της ευσέβειας μυστήριον Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α’ Τιμοθ. 3, 16).

Ο Χριστός «έκλινεν ουρανούς» και κατήλθε, για να οδηγήσει τους ανθρώπους στους ουρανούς.

Να χαίρεστε και να ευγνωμονείτε τον Κύριο γι’ αυτό. Να ευχαριστείτε τον Σωτήρα που ανέβηκε στους ουρανούς και τοποθέτησε και την ανθρώπινη φύση στα δεξιά του Πατρός.

Οπωσδήποτε πρέπει να πιστεύουμε στον Χριστό για να σωθούμε. Αλλά δεν αρκεί αυτό το στοιχείο μόνο για το έργο της σωτηρίας. Από τον ίδιο τον Χριστό προστέθηκαν κι άλλα στοιχεία, τα οποία ομοίως είναι απαραίτητα για το έργο αυτό. Περί αυτών θα μιλήσουμε αργότερα. Εδώ όμως θα σάς επισημάνω, ότι και αυτή την πίστη μας στον Χριστό πρέπει με τέτοιο τρόπο να την δεχόμαστε, ώστε να είναι συνυφασμένη με την πίστη μας στην Αγία Τριάδα. Διότι ακούγοντας κανείς διαρκώς «σωτηρία εν Χριστώ» είναι δυνατόν να τυπωθεί αυτή η αλήθεια μέσα του τόσο πολύ αποκλειστικά, που να ατονήσει η σημασία της Αγίας Τριάδος στο έργο της σωτηρίας και έτσι να καλυφθεί η Αγία Τριάδα από το πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού. Αυτό όμως σημαίνει παρέκκλιση από την καθιερωμένη πορεία της σωτηρίας. Και δεν είναι τίμιο να εγκολπώνεται κανείς τη χριστιανική πίστη και μετά να την διαστρέφει.

Να τι θέλω να υπογραμμίσω με όλα αυτά: Όπως η ενσάρκωση και η σταυρική θυσία του Υιού δεν έλαβε χώρα χωρίς τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, έτσι και η σωτηρία του καθενός μας, δεν επιτυγχάνεται χωρίς τη συνεργασία του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ολόκληρης δηλαδή της Αγίας Τριάδας.

Η «ένσαρκος οικονομία» και η σωτηρία κάθε ψυχής οικοδομήθηκαν από τον εν Τριάδι Ένα Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Αυτό πρέπει να το βάλει κανείς βαθιά στον νου και την καρδιά του. Όλοι οι άγιοι είχαν συνειδητοποιήσει αυτή την αλήθεια για την σωτηρία μας.

Προσέξτε πως επιτελείται το βάπτισμα του Σωτήρα Χριστού! Έχουμε φανερή συμμετοχή ολοκλήρου της Αγίας Τριάδας. Η φωνή του Πατρός, η βάπτισις του Υιού, η «εν είδη περιστεράς» εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό εξ άλλου και η εορτή του γεγονότος αυτού ονομάζεται Επιφάνεια ή Θεοφάνια. Βαπτίζεται ο «ενανθρωπήσας» Υιός του Θεού, αλλά επαναπαύεται «έπ’ αυτού και εντός αυτού» με την ευδοκία Του ο Θεός Πατήρ και συμμετέχει το Άγιο Πνεύμα.

Αυτό φανερώνει ότι η σωτηρία μας συντελείται από τον Κύριο μας Ιησού Χριστό με την ευδοκία του Πατρός και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός τίποτε δεν έκανε χωρισμένος από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Ενώ έγινε και τέλειος άνθρωπος ουδέποτε απομακρύνθηκε από τους κόλπους του Πατρός.

Είδατε πως η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους οικοδομήθηκε με την συνεργασία της Αγίας Τριάδος; Προσέξτε τώρα πως και η σωτηρία κάθε ψυχής οικοδομείται με την ίδια συνεργασία: Η ζωή μας βρίσκεται σε μια ζωντανή σχέση και κοινωνία με τον Θεό. Με την πτώση των πρωτοπλάστων χάσαμε αυτή την κοινωνία. Γι’ αυτό σαρκώθηκε ο μονογενής Υιός του Θεού και ένωσε την μέχρι τότε αποχωρισμένη και πεσμένη ανθρώπινη φύση με τον Θεό. Οι πιστοί ενώνονται με τον Υιό και μέσω του Υιού με τον Πατέρα. Ο ίδιος ο Κύριος φανέρωσε αυτό λέγοντας στους αποστόλους: «Εγώ εν τω Πατρί μου και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν» (Ιωάν. 14,20).

Ότι αναφέρεται εδώ στους αποστόλους, αναφέρεται και προς όλους τους πιστούς. Είναι η χρυσή αλυσίδα της επανασυνδέσεως μας με τον Θεό. Αυτό υπογράμμισε ο Κύριος και σε άλλο μέρος: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή, ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού» (Ιωάν. 14,6). Έτσι οι πιστοί έρχονται προς τον Πατέρα δια του Υιού. Πως όμως έρχονται προς τον Υιό; Έρχονται δια του Πατρός, όπως ο ίδιος ο Κύριος αποκαλύπτει: «οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν» (Ίω. 6, 44).

Εάν χωρίς αυτή την έλξη προς τον Υιό δεν είναι δυνατόν ν’ αρχίσει το έργο της σωτηρίας, κι αν η έλξη αυτή επιτελείται υπό του Πατρός, τότε είναι ολοφάνερο ότι η πρώτη αρχή της σωτηρίας κάθε ψυχής είναι ο Θεός Πατήρ.

Να ενθυμείστε την αγιογραφική αυτή αλήθεια και να την ομολογείτε. Ελκυστήκατε προς τον Κύριο, που παντοτινά βρίσκεται στα δεξιά του Πατρός, απ’ αυτόν τον ίδιο τον Πατέρα. Αλλά και ο Πατήρ πώς ελκύει προς τον Υιό; Ελκύει διά του Αγίου Πνεύματος.

Το Άγιο Πνεύμα επιτελεί όλα τα απαραίτητα για την σωτηρία στον νου και στην καρδιά των σωζόμενων. Ο Κύριος που έπαθε, πέθανε πάνω στο Σταυρό, αναστήθηκε, αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Πατρός, έστειλε από τον Πατέρα το Άγιο Πνεύμα, το οποίο διαμένει στην αληθινή Εκκλησία και επιτελεί την σωτηρία κάθε μέλους της.

Το Άγιο Πνεύμα κατήλθε στους αποστόλους. Τους οδηγούσε στα πέρατα της οικουμένης, τους χαρίτωνε με λόγο ζωογονικό, τους ενδυνάμωνε στην πίστη. Εξαγίαζε και ενίσχυε σε κάθε έργο αγαθό τους χριστιανούς. Θεμελίωσε την Εκκλησία και οικοδομεί την σωτηρία όλων των τέκνων της. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δε σώζεται. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος: «Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς» (Ιω. 16, 7). Είναι σαν να έλεγε: «Εάν δεν έλθει ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιο, μάταιη η σάρκωση Μου, μάταιος ο θάνατος, μάταιη και η ανάσταση. Θα μείνετε μακριά από την σωτηρία, διότι χωρίς το Άγιο Πνεύμα δεν μπορείτε να μεταμορφωθείτε, να λάβετε τα χαρακτηριστικά του σεσωσμένου».

Βλέπετε λοιπόν πώς σωζόμαστε; Σωζόμαστε εν Χριστώ Ιησού, με την ευδοκία του Πατρός και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό να ομολογείτε και να το συγκρατείτε πάντοτε στον νου και στην καρδιά. Όποιος επιμένει λέγοντας μόνο: «Πίστευε στον Κύριο, πίστευε στον Κύριο», και δεν επεκτείνεται στην διδασκαλία της συμμετοχής στο έργο της σωτηρίας του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, αυτός φαίνεται ότι δεν κατέχει όλη την αλήθεια. Συγχύζει την χριστιανική συνείδηση και αμαυρώνει το φως του Χριστού.

Οι άγιοι απόστολοι το είχαν κατανοήσει βαθειά και με τον εξής τρόπο εκφράζουν στους πιστούς την ευχή για την σωτηρία:
«Kατά πρόγνωσιν Θεοῦ πατρός, ἐν ἁγιασμῷ Πνεύματος, εἰς ὑπακοὴν καὶ ραντισμὸν αἵματος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη πληθυνθείη» (Α’ Πέτρ. 1, 2),
«Η χάρις τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν» (Β΄. Κορ. 13, 13).

Τα τελευταία αυτά λόγια του αποστόλου Παύλου επαναλαμβάνονται στην Θεία Λειτουργία μετά την απαγγελία του «Πιστεύω» και πριν από την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.

Επίσης και όλοι οι άγιοι Πατέρες μας, διδάσκοντας για την σωτηρία, την ανέφεραν όχι σαν έργο του Χριστού μόνον, αλλά ολόκληρης της Αγίας Τριάδας. Την ανέφεραν σαν έργο του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σαν ν’ αποτελούν και τα τρία πρόσωπα της θεότητας την μια πηγή της σωτηρίας.

Με τον ίδιο τρόπο να κατανοείτε και σεις την υπόθεση της σωτηρίας σας και με αυτό το κριτήριο να ελέγχετε την αλήθεια της ομολογίας τόσο του σημερινού, όσο και κάθε άλλου νέου διδασκάλου.


ΣΤ΄. Θα σας υποδείξω τώρα τι είναι περισσότερο σπουδαίο για τη σωτηρία του καθενός.

Μπορεί κανείς σύντομα να εκφραστεί ως εξής: «Να πιστεύετε και να δέχεστε την Θεία Χάρη, που μας οδηγεί στην χριστιανική ζωή δια μέσου των μυστηρίων. Να ζείτε σύμφωνα με τις εντολές του Θεού κάτω από την καθοδήγηση των θεοπέμπτων ποιμένων. Να βρίσκεστε σε μια ζωντανή σχέση με την Εκκλησία».

Για να κατανοήσετε καλύτερα πόσο απαραίτητα είναι όλα αυτά, συγκρίνετε την πορεία της σωτηρίας με την συνηθισμένη οδοιπορία. Για να βαδίσει ένας οδοιπόρος εύκολα και ακίνδυνα πρέπει να υπάρχει φως, να είναι καθορισμένος ο δρόμος, να είναι ο ίδιος υγιής και δυνατός. Ακόμη στην περίπτωση μιας δυσκολίας, όπως π.χ. μπροστά σε μια διακλάδωση ή ένα σταυροδρόμι, να υπάρχει κάποιος να τον βοηθήσει δείχνοντάς του την σωστή κατεύθυνση.

Κατά παρόμοιο τρόπο και για την πορεία στην οδό της σωτηρίας, είναι απαραίτητο να υπάρχει φως, δηλαδή η ορθή πίστη, είναι απαραίτητο να είναι καθορισμένος ο δρόμος, δηλαδή οι θείες εντολές, είναι απαραίτητες η ψυχική υγεία και η ισχύς, δηλαδή οι δυνάμεις της Θείας Χάρης δια μέσου των μυστηρίων, είναι απαραίτητοι οι γνώστες του δρόμου και οι χειραγωγοί, δηλαδή οι ποιμένες της Εκκλησίας.

Όλα αυτά συντελούνται στους κόλπους της αγίας μας Εκκλησίας. Μ’ αυτή είναι ενωμένος καθένας που κατεργάζεται σωστά το έργο της σωτηρίας. Όλοι οι σεσωσμένοι αυτόν τον δρόμο ακολούθησαν και όλοι οι σωζόμενοι αυτόν τον δρόμο βαδίζουν. Άλλος δρόμος σωτηρίας δεν υπάρχει.

Δεν νομίζω ότι έπρεπε να σας αναφέρω όλα αυτά. Ωστόσο θα προσθέσω και κάτι ακόμα.

Είναι περιττό να συζητείται ότι η πίστη είναι απαραίτητη για τη σωτηρία. Ο άπιστος δεν θέλει ούτε καν να σκέπτεται την σωτηρία. Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Χωρὶς δὲ πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι (Θεῷ)· πιστεῦσαι γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ Θεῷ ὅτι ἔστι καὶ τοῖς ἐκζητοῦσιν αὐτὸν μισθαποδότης γίνεται» (Εβρ. 11, 6).

Οφείλουμε να πιστεύουμε σε όλα όσα ευδόκησε να μάς αποκαλύψει ο Θεός, χωρίς προσθήκες ή αφαιρέσεις, έτσι όπως φυλάγονται στην αγία Ορθοδοξία. Συγκεκριμένα:

Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία, αλλά με τρία χωριστά πρόσωπα.
Ο Πατήρ διά του Υιού έπλασε τον κόσμο και προνοεί γι’ αυτόν.
Έπλασε κατ’ εικόνα Του τον άνθρωπο για να ζει μέσα στον παράδεισο.
Με την παρακοή όμως των πρωτοπλάστων χάσαμε την παραδείσια ζωή και μάς ήταν αδύνατο να σωθούμε.
Αλλά ο Υιός του Θεού μάς λυπήθηκε, επωμίσθηκε το έργο της εξαγοράς και της αποκαταστάσεως, ήλθε στη γη, έλαβε σάρκα, έπαθε, πέθανε πάνω στο Σταυρό, αναστήθηκε, αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε ως θεάνθρωπος στα δεξιά του Πατρός, ο Οποίος με τον τρόπο αυτό έδειξε ότι αποδέχεται τη θυσία του Υιού και την μεσιτική Του δύναμη για τη σωτηρία των πιστών.

Ο ίδιος ο Υιός έστειλε το εκπορευόμενο από τον Πατέρα Άγιο Πνεύμα, το όποιο κατήλθε στους αποστόλους και τους γέμισε με Θεία σοφία και δύναμη. Εκείνοι, πλήρεις Πνεύματος Αγίου, φύτεψαν τη χριστιανική πίστη και συγκρότησαν με το σύνολο των πιστών την Εκκλησία, που έχει κεφαλή τον Χριστό. Οι ίδιοι, κατά την εντολή του Θεού, τελούσαν τα μυστήρια, που προσφέρουν την Θεία Χάρη στους πιστούς, και άφησαν τους επισκόπους και τους ιερείς, διαδόχους τους στο αποστολικό έργο και διαχειριστές – οικονόμους – των ουρανίων πνευματικών θησαυρών, που το Άγιο Πνεύμα εμπιστεύθηκε στην Εκκλησία.

Συνέχισαν το έργο της σωτηρίας διά μέσου των αιώνων οι διάδοχοι των αποστόλων με την ιδιαίτερη χάρη της χειροτονίας, και έτσι το έργο αυτό εξακολουθεί αδιάσπαστα να συνεχίζεται και στις μέρες μας. Οι πιστοί που δέχονται την Θεία Χάρη με τα μυστήρια, σώζονται μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας όχι μεμονωμένοι, αλλά ενωμένοι όλοι μαζί στην πραγματική βιωματική πίστη και κάτω από την χειραγώγηση των ποιμένων. Η σωτηρία κάθε ψυχής τελείται μυστικά και ο κάθε πιστός προσδοκά μια άλλη φωτεινή ζωή, χάριν της οποίας υπομένει εκούσιες και ακούσιες στερήσεις. Πιστεύει ακόμα ότι οι κεκοιμημένοι δεν παύουν να παραμένουν στο σώμα της Εκκλησίας και να επικοινωνούν μαζί μας, όχι βέβαια με ορατό τρόπο, αλλά αόρατα.

Σε όλα αυτά πρέπει να πιστεύετε ολόψυχα. Κι εμείς ομολογούμε αυτή την πίστη μελετώντας συχνά το σύμβολο της πίστεως. Αυτές είναι οι αλήθειες της πίστεως μας και δεν είναι δυνατόν να είναι άλλες.


Ζ΄. Μόνη της όμως η πίστη δεν είναι επαρκής για την σωτηρία.

Πρέπει να συνοδεύεται και από ζωή αγία, σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου. «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 7, 21). Το θέλημα δε του ουρανίου Πατρός διατυπώνεται στις εντολές Του.

Διαβάζετε συχνά το Ευαγγέλιο και θα διδαχθείτε τους ορούς της σωτηρίας, θα λάβετε μαθήματα για την αγία και θεοφιλή ζωή, πως δηλαδή να εκτελείτε με ειλικρίνεια και με ακρίβεια πάντοτε τις εντολές του Κυρίου και έτσι να σωθείτε.

Θα ευαρεστείτε τον Θεό: «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν… ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ιω. 14, 21-23).

Επίσης και οι αποστολικές επιστολές γράφουν πολλά για την αναγκαιότητα της πίστεως, περισσότερα όμως για την αναγκαιότητα της αγίας ζωής προκειμένου να σωθούμε. Ο απόστολος Παύλος τα συνόψισε και τα συνδύασε ως εξής: «πίστις δι’ αγάπης ενεργούμενη» (Γαλάτ. 5, 6). Με την «αγάπη» εννοεί την εκπλήρωση όλων των εντολών και την αποξένωση απ’ όλα τα πάθη.

Σ’ όλες του τις επιστολές στρέφει την φροντίδα των χριστιανών προς την αγία και θεοφιλή ζωή:
«Όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, ει τις αρετή και ει τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε… και ο Θεός της ειρήνης εσταί μεθ’ υμών» (Φιλιπ. 4, 8-9).
«Επεφάνη γαρ η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις, παιδεύουσα ημάς, ίνα αρνησάμενοι την ασέβεια και τας κοσμικάς επιθυμίας σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς ζήσωμεν εν τω νυν αιώνι, προσδεχόμενοι την μακάρια ελπίδα και επιφάνεια της δόξης του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Τίτον 2, 11-12).

Επίσης και ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος γράφει:
«τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν πίστιν λέγει τις έχειν, έργα δε μη έχη;» (Ιακώβ. 2,14).
«Οράτε τοίνυν ότι εξ έργων δικαιούται άνθρωπος και ουκ εκ πίστεως μόνον» (Ιακώβ. 2, 24).

Βλέπετε πόσο απαραίτητη είναι για την σωτηρία η εκπλήρωση των εντολών; Γι’ αυτό κι εγώ επεκτάθηκα στο σημείο αυτό. Εκείνοι που παρέσυραν στην πλάνη, τον νέο σας διδάσκαλο, δεν σκέπτονται σωστά. Αποδίδουν όλο το έργο της σωτηρίας στην πίστη. Τα έργα σχεδόν τα απορρίπτουν. Καθόλου απίθανο και αυτός να σκέπτεται παρόμοια.

Σύμφωνα με το λόγο του Θεού έχουν ίση σημασία και η πίστη και τα έργα. Σε κανένα από τα δύο, δεν δίνεται προβάδισμα. Η πίστη χωρίς έργα και τα έργα χωρίς πίστη καθόλου δεν ωφελούν. Μόνον ενωμένα οικοδομούν την σωτηρία μας. Με την άρρηκτη ενότητα τους αποκτούν πραγματική αξία, δύναμη και σημασία.


Η΄.  Είναι απαραίτητη η Θεία Χάρη, για να είναι η πίστη σωστή και τα έργα άγια.

Χωρίς την Θεία Χάρη όχι μόνο δεν μπορούμε να πιστεύουμε, αλλά ούτε και να σκεπτόμαστε το καλό. Αλλά κι αν θα μπορούσαμε να σκεφθούμε το καλό, δεν θα μπορούσαμε να το πράξουμε, όπως αναφέρει ο απόστολος Παύλος: «Το γαρ θέλειν παράκειταί μοι, το δε κατεργάζεστε το καλόν ουχ ευρίσκω» (Ρωμ. 7, 18). Εάν ο Κύριος μόνο μας δίδασκε τι πρέπει να πιστεύουμε και πως πρέπει να ζούμε, και μας άφηνε μόνο μ’ αύτη την γνώση, θα μοιάζαμε μ’ εκείνον που φωτίζεται με το φως του ηλίου, βλέπει τον δρόμο που πρέπει να διασχίσει, αλλά δεν έχει την δύναμη να βαδίσει, διότι είναι παράλυτος και ασθενής. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν καλύτερα τίποτε να μη γνώριζε και τίποτε να μην έβλεπε.

Ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν μας άφησε μόνο στην γνώση του δρόμου της σωτηρίας, αλλά ευδόκησε να ενεργήσει και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, για να μας βοηθήσει να επιτύχουμε την σωτηρία.

Το Άγιο Πνεύμα κατήλθε στους αποστόλους και κατόπιν διά μέσου αυτών σε όλους τους πιστούς. Αυτό διήγειρε την πίστη σ’ όσους ήθελαν να πιστέψουν. Αυτό ενίσχυε στην εκπλήρωση των εντολών όσους με την βοήθεια της πίστεως έφθαναν στην απόφαση να ζήσουν άγια. Ότι συνέβαινε με τους αποστόλους, συμβαίνει και σήμερα διά μέσου των διαδόχων τους, σύμφωνα με την τάξη που το Άγιο Πνεύμα θέσπισε. Έτσι η Θεία Χάρη παραμένει διαρκώς μέσα στην αγία μας Εκκλησία, μέσα στο πλήθος των πιστών.

Όλους τους φωτίζει,
όλους τους ενισχύει,
όλους τους αγιάζει.

Με την Θεία Χάρη σώθηκαν και σώζονται οι πιστοί: «Χάριτι ἐστε σεσωσμένοι» (Έφεσ. 2, 8), γράφει ο απόστολος Παύλος. Η Θεία Χάρη εγκαταβιώνει στους πιστούς: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού έστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» (Α’ Κορ. 3, 16), συνεχίζει με αναμφισβήτητη βεβαιότητα γι’ αυτή την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος. Ο ίδιος ομολογούσε για τον εαυτό του: «Χάριτι δε Θεού ειμί ο ειμί» (Α’ Κορ. 15, 10). Και ο απόστολος Πέτρος μαρτυρεί για τον εαυτό του και για όλους: «Πάντα ημίν της θείας δυνάμεως αυτού τα προς ζωήν και ευσέβεια δεδωρημένης» (Β’ Πέτρου 1, 3).

Γι’ αυτό πολύ συχνά στις αποστολικές επιστολές, ιδιαίτερα στην αρχή και στο τέλος, διατυπώνεται η ευχή να παραμένει και ν’ αυξάνει σε κάθε πιστό η Θεία Χάρη. Ως προς το ότι είναι απαραίτητη για το έργο της σωτηρίας μας, δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά ως προς τον τρόπο που λαμβάνεται και ενεργεί υπάρχουν διαφωνίες.

Επίτηδες σας θίγω αυτό το θέμα, γιατί έχω την υποψία ότι ο πλανεμένος διδάσκαλός σας, ανήκει στην κατηγορία εκείνων που δεν κατανοούν σωστά το έργο της. Υπάρχουν επίσης κακόδοξοι που διακηρύσσουν ότι αρκεί να πιστέψει κανείς και αυτόματα η Θεία Χάρη θα εγκατασταθεί μέσα του.

Μάθετε λοιπόν και πιστέψτε βαθειά ότι ή Θεία Χάρη δεν παρέχεται και δεν λαμβάνεται διαφορετικά, παρά με τα άγια μυστήρια που τελούνται από τους αποστόλους ή τους διαδόχους τους, όπως θέσπισε στην Εκκλησία ο ίδιος ο Κύριος. Και για να βεβαιωθείτε περισσότερο σ’ αυτό θα σάς αναφέρω δύο παραδείγματα από την Αγία Γραφή:

1) Ο ίδιος ο Κύριός μας συζητώντας με τον Νικόδημο είπε: «Δει υμάς γεννηθήναι άνωθεν» (Ιωάν. 3, 7), εννοώντας την δια της Θείας Χάρης πνευματική αναγέννηση. Και με τι μέσον θα ερχόταν και θα ενεργούσε; Μήπως είπε: «Πίστεψε, άνοιξε το στόμα και η Θεία Χάρη θα εισχώρηση μέσα σου και θα σε αναγεννήσει»; Ασφαλώς όχι. Δεν είπε κάτι τέτοιο. τι είπε; «ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ιω. 3, 5-7).

Αυτή η γέννηση «εξ ύδατος και Πνεύματος» τι άλλο είναι παρά το άγιο βάπτισμα, το πρώτο χριστιανικό μυστήριο;

Η αναγέννηση κάνει την φύση μας ικανή να δέχεται και να συγκρατεί την Θεία Χάρη. Η προσφορά της όμως γίνεται με τα μυστήρια και πιο συγκεκριμένα με την «επίθεση των χειρών», δηλαδή την τοποθέτηση των χειρών των αποστόλων ή των διαδόχων τους πάνω στους πιστούς.

2) Ένα περιστατικό που συνέβη στην Έφεσο κατά την περίοδο μιας περιοδείας του αποστόλου Παύλου θ’ αποδείξει αυτή την αλήθεια.. Φθάνοντας στην Έφεσο ο απόστολος Παύλος, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του, συνάντησε δώδεκα πιστούς και τους ρώτησε:
Όταν πιστέψατε, λάβατε το Πνεύμα το Άγιο; Κι εκείνοι απάντησαν:
Δεν ακούσαμε τίποτε για το Πνεύμα το Άγιο.
Σε τι λοιπόν βαπτισθήκατε; ρώτησε ο απόστολος.
Στο βάπτισμα του Ιωάννου, απάντησαν.
Τότε ο απόστολος τους εξήγησε ότι το βάπτισμα του Ιωάννου του Προδρόμου ήταν μόνο προετοιμασία για την πίστη στον Χριστό. Και αφού τους ολοκλήρωσε την ευαγγελική διδασκαλία, τους βάπτισε με το χριστιανικό βάπτισμα. Μετά δε τη βάπτιση τοποθέτησε πάνω τους τα χέρια του και έλαβαν το Άγιο Πνεύμα «ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον» (Πράξ. 19, 6).

Βλέπετε ότι άλλο είναι το βάπτισμα και άλλο η «επίθεση των χειρών». Με την «επίθεση των χειρών» μόνο, δίνεται η Θεία Χάρη. Αυτή την αισθητή ενέργεια την αντικατέστησαν αργότερα οι απόστολοι με το χρίσμα και έτσι καθιερώθηκε το χρίσμα σαν μυστήριο της Εκκλησίας μας.

Τα δύο αυτά περιστατικά, του Νικόδημου και των πιστών της Εφέσου, είναι αρκετά για να βεβαιωθείτε ότι η Θεία Χάρη μεταδίδεται με αισθητή οδό, διά μέσου των αγίων μυστηρίων, και όχι με τη νοερή μόνο οδό της θεωρητικής απλώς πίστης. Έτσι θέσπισε ο ίδιος ο Χριστός.

Θα απαριθμήσω εδώ και τα άλλα μυστήρια:

Η συγχώρηση των αμαρτιών, στις οποίες πέφτει κανείς μετά το βάπτισμα, δεν επιτελείται με μία απλή νοερή εξομολόγηση στον Θεό, αλλά με εξομολόγηση που γίνεται ενώπιον πνευματικού πατρός, με βαθειά συντριβή και απόφαση να μην επαναληφθούν οι ίδιες αμαρτίες.

Το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας δημιουργεί μία ζωντανή ενότητα του πιστού με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Η δύναμη της Θείας Χάρης για τη συνέχιση του εξαγιαστικού έργου της Εκκλησίας παρέχεται με το μυστήριο της χειροτονίας.

Δύο πρόσωπα ενώνονται και δημιουργούν ευλογημένη χριστιανική οικογένεια με το μυστήριο του γάμου.

Οι ασθενείς θεραπεύονται με το μυστήριο του ευχελαίου.

Τα μυστήρια είναι ρυάκια της Θείας Χάρης που αρδεύουν ζωογόνα τους πιστούς. Δεν υπάρχει άλλη οδός, άλλο μέσο για να λάβει κανείς τη Θεία Χάρη. Και όποιος διακηρύττει άλλο δρόμο, είναι κακόδοξος και πλανεμένος.


Θ΄. Τα τρία σημεία που μέχρι τώρα εκθέσαμε σαν αναγκαία για το έργο της σωτηρίας, δηλαδή η πίστη, η ζωή η σύμφωνη με τις θείες εντολές και η Θεία Χάρη που προσφέρεται με τα άγια μυστήρια, απαιτούν και ένα τέταρτο: το ιερατείο, που θέσπισε ο Κύριος.

Πρέπει να πιστέψουν οι άνθρωποι. «Πως δε πιστεύσουσιν ου ουκ ήκουσαν; πως δε ακούσουσι χωρίς κηρύσσοντος; πως δε κηρύξουσιν εάν μη αποσταλώσι;» (Ρωμ. 10, 14 -15). Είναι απαραίτητο να λάβουμε με τα μυστήρια την Θεία Χάρη. Αλλά πως θα γίνει αυτό χωρίς τους «υπηρέτας Χριστού και οικονόμους μυστηρίων Θεού»; (Α’ Κορ. 4, 1).

Είναι αναγκαίο να ζούμε σύμφωνα με τις θείες εντολές, αλλά αυτό είναι αδύνατο να γίνει χωρίς τη χειραγώγηση από τα κατάλληλα όργανα του Θεού που θα μας συμβουλεύουν, θα μας εφιστούν την προσοχή, θα μας διορθώνουν τα λάθη, θα ανορθώνουν όσους πέφτουν, θα επαναφέρουν στον ίσιο δρόμο όσους λοξοδρομούν…

Για την οικοδομή της σωτηρίας, είναι λοιπόν απαραίτητα τα πρόσωπα, που θα ενεργούν σύμφωνα με το Θείο θέλημα, που θα διδάσκουν την πίστη και θα αγιάζουν με την Θεία Χάρη διά μέσου των μυστηρίων, οδηγώντας μας στο δρόμο της σωτηρίας. Είναι απαραίτητοι οι ποιμένες, οι χαρισματούχοι και θεόκλητοι. Αυτούς ακριβώς αποστέλλει ο Κύριος. Και να η αποστολική διαβεβαίωση:
«ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. 4, 11-12).

Αλλά και η ίδια η πράξη αυτό αποδεικνύει. Ο Κύριος εξαπέστειλε τους αποστόλους λέγοντας τους: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. 28, 19-20).

Και οι απόστολοι υπάκουσαν σ’ αυτό. Αλλά επειδή δεν ήσαν αιώνιοι, το δε έργο τους έπρεπε να συνεχισθεί σε όλους τους αιώνες, άφηναν παντού κατ’ εντολήν του Θεού διαδόχους τους ποιμένες και διδασκάλους, που θα ιερουργούσαν τα άγια μυστήρια και θα υπηρετούσαν στο έργο της σωτηρίας.

Έτσι διαβάζουμε στις Πράξεις των αποστόλων: Οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας κήρυξαν την πίστη στα Λύστρα, στην Δέρβη, στο Ικόνιο, στην Αντιόχεια, στην Πισιδία. Ήλθε πλέον καιρός να επιστρέψουν εκεί, από όπου ξεκίνησαν, στην Αντιόχεια της Συρίας. Τι λοιπόν; Εγκατέλειψαν τους νεοφώτιστους στην τύχη, να ζουν μόνο με την πίστη; Όχι. Ξαναπέρασαν απ’ όλες τις πόλεις και θέσπισαν πως να ζουν χριστιανικά. Και για την παρακολούθηση και την εκπλήρωση των θρησκευτικών υποχρεώσεων των πιστών, χειροτόνησαν και τοποθέτησαν πρεσβυτέρους (Πράξ. 14, 22-23).

Το ίδιο έκανε ο απόστολος Παύλος και στην Έφεσο και σε όλες τις πόλεις της Ασίας. Παντού χειροτόνησε και τοποθέτησε ποιμένες και διδασκάλους

Αργότερα δε κάλεσε όλους τους ποιμένες της Εφέσου στην Μίλητο, μην έχοντας χρόνο να τους επισκεφθεί ο ίδιος και τους αποχαιρέτησε συμβουλεύοντάς τους για την διαποίμανσι του ποιμνίου τους: «Προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω, εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεού, ην περιεποιήσατο δια του ιδίου αίματος» (Πράξ. 20, 28).

Αλλά και αργότερα, επιστρέφοντας από την Ρώμη, μετά την απελευθέρωση από τα πρώτα δεσμά, έφθασε στην Κρήτη και διέδωσε την πίστη στον Χριστό. Επειδή όμως δεν είχε τον χρόνο να τοποθέτησει ο ίδιος ποιμένες, άφησε τον απόστολο Τίτο «ίνα τα λείποντα επιδιορθώσει και καταστήσει κατά πόλιν πρεσβυτέρους» (Τίτον 1, 5).

Ασφαλώς παντού το ίδιο έκανε. Και όπως χειροτονούσε ποιμένες ο ίδιος, έτσι χειροτονούσαν και οι άλλοι απόστολοι. Διότι δεν ενεργούσαν μόνοι τους, αλλά κατ’ εντολή του Κυρίου. Καμιά χριστιανική κοινότητα δεν εγκαταλείφθηκε χωρίς χειροτονημένους ιερείς.

Το ίδιο ακριβώς γίνεται και σήμερα.  Και οι πιστοί έχουν λάβει την εντολή: «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε, αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών» (Εβρ. 13, 17). Ενώ για τους ιερείς ισχύει ό,τι είπε ο Κύριος στους αποστόλους: «Ο ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με» (Λουκ. 10, 16).


Ι΄. Σάς ανέφερα τέσσερα στοιχεία απαραίτητα για την σωτηρία μας. Αλλά υπάρχει ακόμη ένα: Να ανήκουμε στο σώμα της Εκκλησίας, ζωντανά ενωμένοι με όλο το πλήθος των πιστών.

Ο Κύριος ονόμασε την Εκκλησία Του «άμπελο», κληματαριά. Αυτός είναι ο κορμός, και οι πιστοί τα κλαδιά της. Η συνάθροιση όλων των πιστών αποτελεί ένα αδιαίρετο σύνολο, ζωντανά ενωμένο με τον Κύριο. Όπως ένα κλαδί που κόβεται ξεραίνεται και παύει να ζει, έτσι και κάθε πιστός που με οποιοδήποτε τρόπο αποκόπτεται από την Εκκλησία, και συνεπώς και από τον Κύριο, νεκρώνεται πνευματικά (Ιω. 15, 1-6).

Ο απόστολος Παύλος, αναφέρει το ίδιο πιο καταληπτά, ονομάζοντας την Εκκλησία, σώμα Χριστού. Ο Χριστός είναι η κεφαλή και οι πιστοί το υπόλοιπο σώμα. Και όπως στο σώμα κάθε μέλος ζει εφ’ όσον είναι ενωμένο με τα υπόλοιπα μέλη, ενώ εάν αποκοπεί, πεθαίνει και σαπίζει, έτσι και κάθε πιστός δεν ζει μόνος του, αλλά συμμετέχοντας στην κοινή ζωή όλων των μελών, όλων των πιστών της Εκκλησίας και εάν αποκοπεί, νεκρώνεται πνευματικά και χάνεται (Α’ Κοριν. 12, 12-27).

Γι’ αυτό σε όλους τους αιώνες μέχρι σήμερα, πάντοτε οι πραγματικά πιστοί χριστιανοί ένιωθαν ότι ζουν, όταν ήσαν ενωμένοι με τους άλλους πιστούς, ενωμένοι με την Εκκλησία, θεωρούμε την Εκκλησία σαν μητέρα μας. Και αληθεύει ο λόγος ότι για όποιον η Εκκλησία δεν είναι μητέρα, γι’ αυτόν δεν είναι ο Θεός πατέρας. Και εάν δεν είναι γι’ αυτόν ο Θεός πατέρας, τότε ποιος είναι;…

Ο Κύριος θεμελίωσε δια των αποστόλων την Εκκλησία και της εμπιστεύθηκε όλα τα σωστικά μέσα για φύλαξη και επέκταση πάνω στην γη.

Αυτή διαφυλάττει όλα τα μυστικά της πίστεως και όλη την αλήθεια. Μέσα της βρίσκεται η Θεία Χάρη, τα άγια μυστήρια, το ιερατείο που χειραγωγεί στον δρόμο της σωτηρίας. Σ’ αυτήν επαναπαύεται η ευδοκία του Θεού, που ακούει την προσευχή τόσο την δική της, όσο και των τέκνων της.

Η συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας και η εντός των κόλπων της κατεργασία της σωτηρίας, επιβάλλει στον κάθε πιστό τις εξής υποχρεώσεις:

1) Να πιστεύει, όπως πιστεύει ολόκληρη η Εκκλησία από την αρχή της μέχρι σήμερα. Να ελέγχει κάθε σκέψη, είτε δική του είτε ξένη, σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια, και σε καμιά περίπτωση να μην επιτρέπει στον εαυτό του, την παραμικρή διαφωνία με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, αφού αυτή είναι «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α’ Τιμ. 3,15). Όποιος δεν τηρεί αυτά, είναι σαν «τον εθνικό και τον τελώνη», σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου (Ματθ. 18, 17).

2) Σε τίποτε δεν πρέπει να ξεχωρίζει από τους άλλους στην τάξη της εκκλησιαστικής ζωής. Να νηστεύει, όταν όλοι νηστεύουν. Να προετοιμάζεται για την Θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, όπως είναι καθορισμένο μέσα στην Εκκλησία. Να συμμετέχει σε όλες τις λατρευτικές και εξαγιαστικές εκδηλώσεις της Εκκλησίας, κατά την εντολή του αποστόλου Παύλου να μην εγκαταλείπει κανείς την «ἐπισυναγωγὴν» (Εβρ. 10, 25).

3) Να έχει βαθειά πεποίθηση ότι τα μέλη της Εκκλησίας που βρίσκονται στον ουρανό, έχουν ζωντανή και άμεση επικοινωνία με τα μέλη που βρίσκονται στη γη. Οι προσευχές των μεν για τους δε, εισακούονται και εκπληρώνονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Εμείς εδώ στη γη είμαστε οικείοι με τους αγγέλους και με όλους τους αγίους κάθε εποχής, διότι έχουμε προσέλθει «πόλει Θεοῦ ζῶντος,῾Ιερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ μυριάσιν ἀγγέλων, πανηγύρει καὶ ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων» (Εβρ. 12, 22-23).

Ας ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν εδώ όλα τα απαραίτητα για την επίτευξη της σωτηρίας και ας τονίσουμε:

Θέλετε να σωθείτε;

Να πιστεύετε σε όλη την αλήθεια, όπως την αποκάλυψε ο Θεός.
Να δέχεσθε την ενίσχυση της Θείας Χάρης που προσφέρεται με τα μυστήρια.
Να εφαρμόζετε πάντοτε στην ζωή σας τις εντολές του Θεού κάτω από την καθοδήγηση των θεοπροβλήτων ποιμένων της Εκκλησίας.
Και όλα αυτά μέσα στο πνεύμα της Εκκλησίας, μέσα στους νόμους της και στις διατάξεις της, ενωμένος ζωντανά και άρρηκτα μαζί της.

Έτσι θα σωθείτε.

Στην περιγραφή αυτή της οδού της σωτηρίας μπορούμε με πεποίθηση να προσθέσουμε την επόμενη νουθεσία του αγίου Ιωάννου του θεολόγου: «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει, ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει, ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχή ου φέρει, μη λαμβάνεται αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε, ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς» (Β’ Ιωάν. 9-11).


ΙΑ΄. Έπειτα από όλα όσα είπαμε, μπορείτε και μόνος σας να κρίνετε πόση αλήθεια περιέχεται στα λόγια του νέου σας διδασκάλου. Συνεχίζετε στο γράμμα σας: «Επέμενε πολύ να ομολογούμε με τα χείλη μας τον Ιησού Χριστό και διαβεβαίωνε ότι όποιος Τον ομολογεί με τα χείλη, αμέσως Τον υποδέχεται και γεμίζει με την Θεία Χάρη. Σε κάποιον μάλιστα επέμενε πολύ να ομολογήσει τον Κύριο, αλλά εκείνος δεν δέχθηκε λέγοντας ότι αυτό είναι θέμα συνειδήσεως».

Πολύ καλά έκανε και δεν δέχθηκε! Πολύ σωστά έκρινε, διότι μια τέτοια ομολογία, όταν γίνεται επί ματαίω, είναι αντίθετη προς το θέλημα του Θεού. Φαίνεται ότι ήταν λεπτή η συνείδηση του χριστιανού αυτού και δεν του επέτρεψε να ομολογήσει στην περίπτωση εκείνη. Αυτό θα ήταν ένας κομπασμός και μια αγυρτεία.

Το να ομολογήσει κανείς τον Ιησού Χριστό είναι μεγάλο κατόρθωμα και ο Κύριος υποσχέθηκε ότι θα δοξάσει τον ομολογητή ενώπιον του ουρανίου Πατρός (Ματθ. 10, 32). Αλλά πότε εκτιμά ο Κύριος μια τέτοια ομολογία; Όταν γίνεται ενώπιον εχθρικού για την πίστη μας περιβάλλοντος και όταν διακινδυνεύει κανείς με την ομολογία αυτή να υποστεί διωγμούς και βάσανα. Όποιος τότε ομολογεί τον Χριστό, μέσα του αποδέχεται το μαρτύριο. Γι’ αυτό και η ομολογία του έχει τόση αξία.

Στην Εκκλησία του Θεού οι ομολογητές στέκονται πλάι στους μάρτυρες. Μάρτυρες είναι όσοι ομολογώντας τον Χριστό βασανίσθηκαν μέχρι θανάτου. Ενώ ομολογητές είναι όσοι ομολογώντας τον Χριστό βασανίσθηκαν, αλλά για κάποιο λόγο δεν έφθασαν στον θάνατο.

Να για ποια ομολογία ομιλεί ο Κύριος! Για εκείνη που αν δεν ομολογηθεί, θα σημαίνει άρνησή Του. Οπότε κατά συνέπεια θ’ ακολουθήσει το: «Όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν κάγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 10, 33).

Σε σας λοιπόν εκεί, υπάρχουν άραγε τέτοιες συνθήκες που ή θα ομολογήσει κανείς τον Χριστό και θα βασανίζεται ή θα τον απαρνηθεί και θα ζει ευτυχισμένος; Ασφαλώς όχι. Άρα δεν είναι κατάλληλη η περίπτωση για μια ομολογία που να θεωρηθεί αξιόλογη ενώπιον του Θεού. Ενώ για κομπασμούς και αγυρτείες είναι πάντοτε κατάλληλες όλες οι περιπτώσεις!

Βγείτε στον δρόμο και φωνάξτε: «Πιστεύω στον Χριστό και ομολογώ την πίστη μου». Μια τέτοια ομολογία, ομολογία δηλαδή που γίνεται με τέτοιες συνθήκες, είναι ανόητη. Είναι ακριβώς αυτή που απαιτούσε ο νέος σας δάσκαλος!

Αλλά ο ταλαίπωρος συνεχίζει και συνδυάζει την ομολογία αυτή με μια υπόσχεση: «Μόλις ομολογήσεις με τα χείλη σου τον Χριστό, Τον δέχεσαι μέσα σου». Από που το έβγαλε αυτό; Ο Κύριος και οι απόστολοι δίδαξαν ποιος δέχεται τον Χριστό μέσα του και με ποιόν τρόπο.

Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» (Γαλάτ. 3, 27). Όποιος «ενδύεται» τον Χριστό, αυτός Τον δέχεται μέσα του. Επομένως όποιος βαπτίζεται, αυτός δέχεται μέσα του τον Χριστό. Προτού βαπτιστεί, ομολογεί τον Χριστό απαγγέλλοντας το σύμβολο της πίστεως, το «Πιστεύω». Με τον τρόπο αυτό δεν έρχεται ακόμη μέσα του ο Χριστός. Απλώς γίνεται ο πιστός ικανός να Τον δεχθεί. Μόνο με το βάπτισμα Τον δέχεται μέσα του. Αυτό διδάσκει ο απόστολος Παύλος. Ενώ ό,τι λέει ο νέος σας διδάσκαλος προέρχεται από το μυαλό του και δεν στηρίζεται πουθενά.

Και κάτι άλλο ακόμη. Ο Κύριος παραγγέλλει: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει κάγώ εν αύτω» (Ιωάν. 6, 56). Κάθε χριστιανός λοιπόν που κοινωνεί το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Κυρίου, Τον δέχεται μέσα του. Και πριν από την Θεία Κοινωνία διαβάζοντας την ευχή της προετοιμασίας για την Θεία Μετάληψη «Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ, ότι συ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος», ομολογεί την πίστη του, αλλά με αυτή την ομολογία δεν δέχεται ακόμη μέσα του τον Χριστό. Τον δέχεται κοινωνώντας το άχραντο Σώμα Του και το τίμιο Αίμα Του. Η ομολογία απλώς μας ανοίγει την είσοδο να Τον δεχθούμε.

Βλέπετε λοιπόν, ότι με το άγιο βάπτισμα και την Θεία Κοινωνία δεχόμαστε μέσα μας τον Χριστό και όχι με την απλή ομολογία της πίστεως μας. Ενώ έτσι διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ο αιρετικός διδάσκαλος σας εφεύρε άλλο δρόμο ενώσεως μας με τον Χριστό. Ασφαλώς με τον δικό του λογισμό και την δική του πλάνη.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος ορθόδοξος δρόμος. Είναι αυτός που υποδεικνύει ο Κύριος: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με- ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν… Εάν τις αγαπώ με τον λόγον μου τηρήσει, και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ιωάν. 14, 21-23).

Μη νομίσετε όμως ότι αυτή η εκπλήρωση των θείων εντολών εξασφαλίζει τον ερχομό του Κυρίου στις ψυχές μας ανεξάρτητα από το άγιο βάπτισμα και την Θεία Κοινωνία. Η αγιαστική ενέργεια αυτών των μυστηρίων, δίνει δυνάμεις για την πιστή τήρηση των εντολών. Όποιος εκπληρώνει τις εντολές, στολίζει την ψυχή του με διάφορες αρετές και κάνει την καρδιά του ναό άξιο να υποδεχθεί τον Κύριο. Ό Κύριος έρχεται και κατοικεί μέσα του. Ακριβέστερα ήδη έχει έλθει με το μυστήριο του βαπτίσματος και κατοικεί μέσα του με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Αλλά εφ’ όσον ο άνθρωπος δεν έχει καθαριστεί από τα πάθη και δεν έχει στολιστεί με τις αρετές, ο Κύριος δεν ευαρεστείται και δεν αναπαύεται μέσα του. Η ταραχή των παθών και η δυσοσμία της αμαρτίας τον δυσαρεστεί. Μοιάζει σαν να μην εμπιστεύεται και απλώς ακόμη να προετοιμάζει «μονή» μέσα του.

Όταν όμως η ψυχή φωτισθεί με τις αρετές, τότε εισέρχεται με βεβαιότητα μέσα της, όπως μπαίνει κανείς σ’ ένα οικείο σπίτι και παραμένει εκεί ήσυχος, μακριά από δυσάρεστες κινήσεις αμαρτιών και παθών.

Η πίστη μας προσελκύει τον Κύριο. Τα μυστήρια μας αξιώνουν να Τον δεχθούμε. Όταν όμως με την βοήθεια Του εκπληρώνουμε τις εντολές Του και καθαριζόμαστε από τα πάθη, τότε οριστικά έρχεται και παραμένει μέσα μας. Αυτός είναι ο δρόμος και ο τρόπος υποδοχής του Κυρίου, όπως τον διδάσκει η Εκκλησία. Έχει τις βαθμίδες του. Έχει την αρχή, την συνέχεια και το τέλος, δηλαδή την τελείωση. Αλλά ρίζα ολοκλήρου αυτού του έργου είναι ο ερχομός του Κυρίου με τα μυστήρια.

Χωρίς τα μυστήρια, ούτε πίστη, ούτε έργα, μπορούν να ελκύσουν τον Κύριο. Έχουν την αξία τους σαν προϋποθέσεις για να οδηγηθεί κανείς στα μυστήρια. Με τα μυστήρια θα εγκαταβιώσει ο Κύριος μέσα στον πιστό. Η ομολογία της πίστεως στον Κύριο, έχει κι αυτή την θέση της, αλλά μόνο σαν κάποιο μέρος της προετοιμασίας και όχι σαν μέσο ικανό μόνο του να φέρει τον Χριστό μέσα μας.

Η ομολογία της πίστεως μόνο με τα χείλη, χωρίς καμιά συνέπεια στην ζωή μας, δεν έχει σημασία. Όταν μας ρωτούν τι θρήσκευμα έχουμε, κι εμείς ομολογούμε ότι είμαστε χριστιανοί, αυτό σημαίνει ότι πιστεύουμε σωστά και ζούμε άγια, ότι παίρνουμε Θεία Χάρη με τα μυστήρια, ακολουθούμε τις συμβουλές των πνευματικών πατέρων, ανήκουμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Θεού και με σχολαστικότητα τηρούμε ότι αυτή προστάζει. Εκτελούμε δηλαδή όλα εκείνα, που όπως προείπαμε, μας καθοδηγούν στον δρόμο της σωτηρίας.

Επομένως ειλικρινά ομολογεί τον Κύριο μόνον εκείνος που πιστεύοντας σ’ Αυτόν, αγιάζεται με τα μυστήρια και αντλεί δυνάμεις απ’ αυτά, ζει άγια σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, κάτω από την χειραγώγηση των πνευματικών πατέρων και μέσα στο πνεύμα της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτός είναι ο πραγματικός ομολογητής! Και όχι εκείνος που μόνο με τα χείλη ομολογεί τον Κύριο. Ο άγιος Ιωάννης ο θεολόγος, στην πρώτη του καθολική επιστολή γράφοντας για την πραγματική ομολογία, εννοεί ακριβώς μια τέτοια έμπρακτη ομολογία.

Επί πλέον, ο αιρετικός θεωρεί σαν καρπό της προφορικής ομολογίας την Θεία Χάρη. Εάν η ομολογία αυτή ήταν ικανή να φέρει τον Κύριο, θα έφερνε και την Θεία Χάρη. Διότι η Θεία Χάρη είναι η κοινωνία με τον Κύριο. Αλλά, όπως εξηγήσαμε προηγουμένως, ο Κύριος έρχεται μέσα μας με τα μυστήρια κι όχι με την ομολογία. Άρα τα μυστήρια, μας γεμίζουν με την Θεία Χάρη κι όχι η ομολογία. Και πιο πάνω σας εξήγησα ότι η Θεία Χάρη δεν προσφέρεται παρά μόνο με τα μυστήρια. Δεν υπάρχει περίπτωση στην Ιστορία της Εκκλησίας του Θεού που να την έλαβε κανείς με άλλο τρόπο.

Επομένως δεν μπορούμε να σκεφθούμε ότι με μια απλή προφορική ομολογία μπορούμε να λάβουμε την Θεία Χάρη. Αυτό θα έμοιαζε με το να λέγαμε σε κάποιον: «Άνοιξε το στόμα σου και θα γέμισεις με την Θεία Χάρη». Γι’ αυτό ταιριάζει πολύ να χαρακτηρίσει κανείς σαν ανόητο τον αιρετικό, που πιστεύει ότι με μόνη την προφορική ομολογία θα την αποκτήσει.


ΙΒ΄. Γράφετε ότι ο αιρετικός σας προσεύχεται με δικές του προσευχές και κατά τις προσευχές του, δεν σχηματίζει το σημείο του Σταυρού.

Βλέπετε απ’ αυτό πόσο νεωτερίζει. Όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, ακόμη και οι περισσότεροι αιρετικοί, κάνουν το σημείο του Σταυρού. Εκείνος όμως όχι, ντρέπεται. Και όμως είναι κι αυτός ένας τρόπος ομολογίας του Ιησού Χριστού, που για χάρη μας υπέμεινε το Σταυρό και μάς εξαγόρασε.

Όταν λοιπόν εκείνος σας προτρέπει «ομολογήστε, ομολογήστε τον Χριστό με τα χείλη σας», εσείς πλησιάστε τον και προτρέψτε τον «ομολογήστε και σεις, ομολογήστε τον Χριστό με το σημείο του Σταυρού». Ομολογία και το ένα, ομολογία και το άλλο. Το ένα μόνο με λόγια. Το άλλο με έργα. Τα έργα όμως είναι σημαντικότερα από τα λόγια.

Και όταν είπε σ’ εκείνον που αρνήθηκε να ομολογήσει με τα χείλη τον Χριστό «φαίνεται ότι ντρέπεσαι τους ανθρώπους», θα έπρεπε και σεις να του λέγατε «εφ’ όσον αρνείστε να κάνετε το σημείο του Σταυρού, που κι αυτό είναι ομολογία, φαίνεται ότι και σεις ντρέπεστε να ομολογήσετε τον Χριστό ενώπιον των ανθρώπων».

Ο Μέγας Βασίλειος μας βεβαιώνει ότι το σημείο του Σταυρού που κάνουμε, θεσπίστηκε από τους αποστόλους και ότι, όταν γίνεται με πίστη, διώχνει τους αόρατους εχθρούς, ανατρέπει τα σκοτεινά τους σχέδια και προφυλάσσει τον χριστιανό από τις επιθέσεις τους.

Ο Κύριος διά του Σταυρού συνέτριψε τη δύναμη των εχθρών. Το ενθυμούνται αυτό οι εχθροί και αποφεύγουν κάθε ανάμνησή του. Όποιος δεν σφραγίζει τον εαυτό του με το σημείο του Σταυρού, αφήνει ελεύθερο πεδίο δράσεως στους εχθρούς.

Χριστιανός χωρίς το σημείο του Σταυρού μοιάζει με στρατιώτη χωρίς όπλο. Βρίσκεται στην διάθεση του εχθρού. Ο Σταυρός αγιάζει κάθε άνθρωπο και κάθε αντικείμενο. Έτσι παρέλαβε η Εκκλησία από τους αποστόλους και έτσι πιστεύουν οι Χριστιανοί. Γι’ αυτό εύλογα αναρωτιέται κανείς: Είναι χριστιανός εκείνος που αποφεύγει το σημείο του Σταυρού;

Με την κλίση της κεφαλής συνήθως εκδηλώνουμε σεβασμό και υποταγή. Είναι λοιπόν απαραίτητο στον προσευχόμενο να εκδηλώνει την εσωτερική του ευλάβεια και υποταγή στον Θεό με την κλίση της κεφαλής. Όλοι οι χριστιανοί προσκυνούν τον Κύριο και σωματικά, σαν δείγμα εσωτερικού σεβασμού και υποταγής στο άγιο θέλημα Του. Όποιος δεν υποκλίνεται, δημιουργεί αμφιβολία αν κυριαρχείται από τα αισθήματα αυτά. Και αν δεν κυριαρχείται, τότε τι είδους προσευχή κάνει;

Χρησιμοποιούμε εδώ στην Ρωσία την έκφραση «ο τράχηλός του δεν λυγίζει», για να χαρακτηρίσουμε τον ανυπότακτο, τον εγωιστή, που δεν αναγνωρίζει κανένα. Μήπως τέτοιος δεν είναι πολλές φορές κι εκείνος που αρνείται να κάνει μετάνοιες την ώρα της προσευχής μπροστά στον Θεό; Φοβάται μήπως τσαλακώσει τα ρούχα του;


ΙΓ.’ Μου γράφετε: «Ο νέος μας δάσκαλος και οι πιστοί του οπαδοί δεν εμφανίζονται στον ναό και δεν επικαλούνται στις προσευχές τους τους αγίους, ούτε την Μητέρα του Θεού, ούτε τους αγγέλους, ούτε τους αποστόλους, ούτε τους προφήτες, ούτε τους οσίους. Επίσης δεν νηστεύουν, δεν εξομολογούνται, δεν κοινωνούν και δεν αναγνωρίζουν τις εορτές».

Βλέπετε τι χριστιανοί είναι; θεωρούν τους εαυτούς τους πνευματικούς ανθρώπους του Θεού, αγίους, για τους οποίους δεν χρειάζεται η εξωτερική εκκλησιαστική τάξη, ούτε οι πνευματικές ασκήσεις, κανένα αγιαστικό μυστήριο και καμιά Ιερουργία.

Δεν καταλαβαίνω λοιπόν, τι θέλετε και τρέχετε πίσω απ’ αυτόν; Ή, γιατί να γεμίζει τ’ αυτιά σας με κούφια λόγια; Μ’ αυτά που μου γράφετε γίνεται ολοφάνερος ο ξεπεσμός του, από την αγία Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αγωνίζεται ν’ απομακρύνει και σας απ’ αυτή, για να δημιουργηθεί μια νέα αιρετική ομάδα βδελυκτή στον Θεό της αληθείας. Και σεις όλο και περισσότερο γλιστράτε προς αυτόν, όπως οι ανόητες μύγες προς τα δηλητηριώδη δολώματα.

Σας συνιστώ το βιβλίο «Η πέτρα της πίστεως» του Στεφάνου Γιαβόρσκυ. Διαβάστε το με προσοχή και εγκολπωθείτε το περιεχόμενο του, γιατί μ’ αυτή την πέτρα, θα μπορέσετε εύκολα ν’ αποστομώνετε τους αιρετικούς και να σπάζετε τα δόντια των ψευδοδιδασκάλων που μισούν την αλήθεια και το φως.


ΙΔ΄. Γράφετε: «Μεταξύ μας δημιουργήθηκε σύγχυση, γιατί ενώ αυτός ο κήρυκας πηγαίνει παντού, αγωνίζεται, διδάσκει και ομιλεί με ενθουσιασμό, οι δικοί μας ποιμένες σιωπούν. Και στο ναό σπάνια κηρύττει κάποιος. Περιορίζονται στην τέλεση των ακολουθιών. Χρειάζεται ζωντανός λόγος και δεν μάς τον δίνουν».

Θα σας ρωτήσω κάτι: Απευθυνθήκατε ποτέ στους ιερείς σας; Τους είπατε ότι στην περιοχή σας κυκλοφορεί κάποιος ξενόφερτος που σας συγκεντρώνει και σας διδάσκει; Τους ζητήσατε την γνώμη τους για τα κηρύγματα του; Ασφαλώς δεν το κάνατε αυτό! Γράφετε από την άλλη άκρη του κόσμου και απευθύνεστε σε μένα και ποτέ δεν αναζητήσατε την βοήθεια των ποιμένων σας για την υπόθεση αυτή. Δεν μου γράψατε ποτέ ότι την συζητήσατε με τους εφημέριους της ενορίας σας, που είναι δίπλα σας και που τους βλέπετε κάθε Κυριακή και εορτή!

Πως έπειτα απ’ αυτό να γνωρίζουν οι πνευματικοί σας πατέρες τι σας συμβαίνει; Οι ιερείς έρχονται στον ναό, βλέπουν συγκεντρωμένους τους ενορίτες να προσεύχονται και μένουν ήσυχοι ότι δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Εξ άλλου εσείς γνωρίζετε τα δόγματα, ενθυμείσθε τις εντολές και υποτάσσεσθε στην Εκκλησία του Θεού. τι άλλο χρειάζεστε; Μήπως καμιά φορά θα θέλατε να σας εξηγηθεί κάποιο δόγμα, κάποια εντολή ή κάποιο μυστήριο; Αλλά αυτό, όπως γράφετε, γίνεται. Εκτός απ’ αυτό, η ίδια η ακολουθία υπενθυμίζει στον προσεκτικό πιστό και τα δόγματα και τις εντολές του Θεού. Και διδάσκει πως θα ενωθούμε μ’ Αυτόν. Αρκεί η παραμονή μέσα στον ναό για ν’ ανανεώσει όλο το θρησκευτικό συναίσθημα, όπως πολλοί βιωματικά ομολογούν.

Συμφωνώ μαζί σας στο ότι οι ιερείς πρέπει συχνότερα να συζητούν με τους πιστούς και να διαλέγονται μ’ αυτούς είτε μέσα στο ναό είτε οπουδήποτε αλλού. Δεν συμφωνώ όμως στο ότι, εάν δεν συμβαίνει αυτό, οι ενορίτες έχουν έλλειψη πνευματικής τροφής. Αλλά και στην περίπτωση αυτή, εάν θα έπρεπε κάποιον να μεμφθώ, θα κατηγορούσα περισσότερο το ποίμνιο, παρά τους ποιμένες! Γιατί ποιος κληρικός θα περιφρονούσε μια παράκληση των ενοριτών για περισσότερη και ειδικότερη διδασκαλία; Μόνοι σας αποφεύγετε τους κληρικούς και, αν συμβεί να συναντηθείτε με κάποιον από τους ιερείς, δεν τον ρωτάτε για θέματα πίστεως.

Γι’ αυτό κι εκείνοι δεν σας θίγουν τέτοια θέματα και αποφεύγουν να σας διδάξουν μέσα στον ναό με τον φόβο, μήπως σας γίνουν φορτικοί και σας ψυχράνουν.

Εγώ δεν δικαιώνω τους ιερείς που δεν διδάσκουν και δεν κηρύττουν. Το δικό τους χρέος είναι να φλογίζονται από ιερούς πόθους και να ομιλούν στους πιστούς, ενώ το χρέος των πιστών είναι πρόθυμα να εγκολπώνονται την διδασκαλία. Επισημαίνω μόνον ότι υπάρχει και δική σας ευθύνη για την σπανιότητα του κηρύγματος.


ΙΕ΄. Μου γράφετε: «Ενώ οι κληρικοί μας σιωπούν, εκείνος παντού κηρύττει».

Εκείνος κηρύττει, γιατί πρέπει να συγκεντρώσει γύρω του μαθητές και οπαδούς. Όταν τους συγκεντρώσει, κι εκείνος θα σιωπήσει, γιατί οι ακροατές του θα γνωρίζουν όλα όσα διδάσκει. Πρέπει όμως να γνωρίζετε ότι οι πολλές φροντίδες, οι πληθωρικές δραστηριότητες και οι μεγάλες φωνές, δεν χαρακτηρίζουν την υγιή κατάσταση των πραγμάτων.

Προσέξτε το σώμα: Όταν είναι υγιές, όλες οι εσωτερικές λειτουργίες του εκτελούνται ήσυχα. Ο σφυγμός είναι ήρεμος, η αναπνοή ομαλή, τα νεύρα και οι κινήσεις κανονικά. Μόλις όμως σε κάτι απ’ αυτά συμβεί μια ανωμαλία, η αρμονία της λειτουργικότητας καταστρέφεται και το σώμα παρουσιάζεται άρρωστο.

Το ίδιο συμβαίνει και στο έργο της πίστεως και της σωτηρίας. Εσείς και ολόκληρη η ενορία αποτελείτε μια μικρογραφία του σώματος της Εκκλησίας. Όλες οι σωτηριώδεις λειτουργίες του σώματος αυτού τελούνται ήσυχα. Κατέχετε την ορθόδοξη πίστη, αγωνίζεσθε να ζείτε χριστιανικά, αγιάζεστε με τα μυστήρια, ακολουθείτε ολόκληρη την τάξη της Εκκλησίας και υπακούετε στους ιερείς σας.

Το έργο της σωτηρίας όλων και καθενός ξεχωριστά προχωρεί κανονικά. Όπως το υγιές σώμα αναπτύσσεται και ζει απαρατήρητο, έτσι και σεις ζείτε και αναπτύσσεστε πνευματικά, αν και αυτό δεν γίνεται αντιληπτό.

Η ηρεμία λοιπόν η δική σας, που έρχεται σε αντίθεση με την έκτακτη δραστηριοποιήση του ψευδοδιδασκάλου, δεν σημαίνει ότι βρίσκεστε σε μειονεκτική θέση. Αντιθέτως η αθόρυβη και κανονική πρόοδος στο έργο της σωτηρίας σημαίνει ότι εσείς βρίσκεστε σε υγιή κατάσταση, ενώ εκείνος βρίσκεται σε ανώμαλη.

Βέβαια εάν κανείς από σας, κατά την διάρκεια της ειρηνικής πορείας της πνευματικής ζωής παραδίδεται στην αμέλεια και την αδιαφορία, αυτό αποτελεί σφάλμα. Αλλ’ εάν ο καθένας σύμφωνα με τις δυνάμεις του εκτελεί όλες τις υποχρεώσεις, που του υπαγορεύει η χριστιανική του συνείδηση, τότε το έργο της σωτηρίας βρίσκεται σε τάξη και δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε γι’ αυτό. Πολύ περισσότερο να τρέχετε πίσω από κάποιον, που παρουσιάζει κάτι το ξεχωριστό.

Ενθυμηθείτε τι σας είπα στην αρχή φέρνοντας σας την εικόνα της χορωδίας και της κακής εντυπώσεως που κάνει η φωνή που ξεχωρίζει. Η ίδια εικόνα χρησιμεύει και για την κατανόηση όσων σας γράφω στο σημείο αυτό.

Σάς ανέφερα όλα τα προηγούμενα παίρνοντας αφορμές από το γράμμα σας. Δεν μένει παρά να προσθέσω το συμπέρασμα και τη συμβουλή:

Απομακρυνθείτε από τον αιρετικό ψευδοδιδάσκαλο και προσκολληθείτε σταθερότερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας! Αυτό να συμβουλεύετε και τους άλλους χριστιανούς! Αρκετά ακούσατε από τον κακόδοξο και αρκετά ταλαιπωρήσατε τ’ αυτιά σας με τα γλυκανάλατα λόγια του. Φτάνει πια! Σε τίποτε το καλό δεν θα σας οδηγήσει.

Και για ν’ αποτοξινωθείτε γρηγορότερα απ’ όσα ακούσατε, να μελετήσετε το βιβλίο «Η πέτρα της πίστεως», που σας ανέφερα. Καλύτερα όμως θα είναι να συγκεντρώνεστε όλοι μαζί, όσοι μολυνθήκατε από τα δηλητηριώδη αιρετικά λόγια του, να διαβάζετε το βιβλίο με προσοχή και να σημειώνετε ο καθένας για τον εαυτό του ό,τι βρίσκει καταλληλότερο στην άμυνα εναντίον των προσβολών του εχθρού»


Από το βιβλίο: «Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ», έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1993, σσ. 120-170.

Αναδημοσίευση από

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: