Ο τελωνισμός των ψυχών, στα Λειτουργικά και Πατερικά κείμενα.

Ψαλμός Ζ’, 2-3
Ιερεμίας Κ΄, 9-10
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, ΙΒ΄ 20
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ΙΔ΄ 30

Ευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο (Απόδειπνο)
Ακολουθία εις ψυχορραγούντα (Μέγα Ευχολόγιο & Μέγα Αγιασματάριο)
Προσευχή Αγίου Ευστρατίου. (Μεσονυκτικό Σαββάτου)

Μέγας Αντώνιος
Άγιος Ησαΐας ο Έγκλειστος
Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
Μέγας Βασίλειος
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος
Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας
Άγιος Διάδοχος Φωτικής
Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης
Όσιος Θεόδωρος Εδέσσης
Όσιος Θεόγνωστος
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
Όσιος Σεραφείμ Σάρωφ
Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Θεόφιλος Αλεξανδρείας


Ψαλμός Ζ’, 2-3

Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· σῶσόν με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με καὶ ῥῦσαί με, μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου, μὴ ὄντος λυτρουμένου μηδὲ σῴζοντος.


Ιερεμίας Κ΄, 9-10

καὶ ἐγένετο ὡς πῦρ καιόμενον φλέγον ἐν τοῖς ὀστέοις μου, καὶ παρεῖμαι πάντοθεν καὶ οὐ δύναμαι φέρειν. ὅτι ἤκουσα ψόγον πολλῶν συναθροιζομένων κυκλόθεν·


Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, ΙΒ΄ 20

ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ·


Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ΙΔ΄ 30

ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν·


Ευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο
Απόδειπνο

Καὶ πάρεσό μοι ἀεὶ ὡς ἐλεήμων καὶ συμπαθὴς καὶ φιλάγαθος,
ἐν μὲν τῷ
παρόντι βίῳ θερμὴ προστάτις καὶ βοηθός,
τάς τῶν ἐναντίων
ἐφόδους ἀποτειχίζουσα καὶ
πρὸς σωτηρίαν καθοδηγοῦσά με,
καὶ
ἐν τῷ καιρῷ της ἐξόδου μου τὴν ἀθλίαν μου ψυχὴν περιέπουσα καὶ τὰς σκοτεινὰς ὄψεις των πονηρῶν δαιμόνων πόῤῥω αὐτῆς ἀπελαύνουσα.

…Και κατά τον καιρό της εξόδου μου (από τη ζωή) την άθλια μου ψυχή προστάτευσε και τις σκοτεινές όψεις των πονηρών δαιμόνων διώξε μακρυά της.

Ακολουθία εις ψυχορραγούντα
Μέγα Ευχολόγιο καί Μέγα Αγιασματάριο

Ιδού εφέστηκεν όχλος των πονηρών, πνευμάτων κατέχοντες, των εμών αμαρτιών, εγγραφάς και κράζουσι σφοδρώς εκζητούντες αναιδώς, την ταπεινήν μου ψυχήν

Δέσποινα , Δέσποινα, άρτι ελέησον ψυχήν απορουμένην και προς την σην, σκέπην μόνην βλέπουσαν, και μη παρίδης αγαθή, εκδοθήναί με τοις δαίμοσι.

Φως νοητόν λάμψον επ’ εμοί, ίδω σε Χριστέ καν προς βραχύ˙ ουκ έτι γαρ σε θεάσομαι˙ νέφος γαρ δαιμόνων, άφνω επήλθέ μοι, και σκότος των αισχρών μου, έργων καλύπτει με

Ιδού σύραντες απέσπασαν του σώματος, δεινώς άφνω αθλίαν ψυχήν, και απάγουσι, προς Κριτήν φρικτόν και φοβερόν˙ μνησθέντες μου ουν αγαπητοί, της προς υμάς ομιλίας, μνείαν ποιείσθέ μου.
Ελεήσατέ με Άγγελοι πανάγιοι, Θεού του παντοκράτορος, και λυτρώσασθε, τελωνίων πάντων πονηρών˙ ουκ έχω γαρ έργον αγαθόν, αντισταθμίζειν τω ζυγώ, των φαύλων πράξεων…

Οἴμοι, οἶον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή, χωριζομένη ἐκ τοῦ σώματος! Οἴμοι, πόσα δακρύει τότε, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν αὐτήν! Πρὸς τοὺς Ἀγγέλους τὰ ὄμματα ῥέπουσα, ἄπρακτα καθικετεύει· πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὰς χεῖρας ἐκτείνουσα, οὐκ ἔχει τὸν βοηθοῦντα


Προσευχή Αγίου Ευστρατίου
Μεσονυκτικό Σαββάτου.

Μεγαλύνων μεγαλύνω σε, Κύριε, ὅτι ἐπεῖδες ἐπὶ τὴν ταπείνωσίν μου, καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, καὶ ἔσωσας με ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου. Καὶ νῦν, Δέσποτα, σκεπασάτω με ἡ χείρ σου, καὶ ἔλθοι ἐπ’ ἐμὲ τὸ ἔλεός σου, ὅτι τετάρακται ἡ ψυχή μου, καὶ κατώδυνός ἐστιν ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι αὐτὴν ἐκ τοῦ ἀθλίου σώματος τούτου, μήποτε ἡ πονηρὰ τοῦ ἀντικειμένου χεὶρ συναντήσῃ αὐτῇ, καὶ παρεμποδίσῃ ἐν σκότει διὰ τὰς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ γνώσει ἐν τῷ βίῳ τούτῳ γενομένας μοι ἁμαρτίας. Ἵλεώς μοι γενοῦ, Δέσποτα τῶν ἁπάντων, καὶ μὴ ἰδέτω ἡ ψυχή μου τὴν ἐζοφωμένην ὄψιν τῶν πονηρῶν δαιμόνων, ἀλλὰ παραλαβέτωσαν αὐτὴν Ἄγγελοί σου φαιδροὶ καὶ φωτεινοί. Δὸς δόξαν τῷ ὀνόματί σου τῷ ἁγίῳ, καὶ τῇ σῇ δυνάμει ἀνάγαγέ με εἰς τὸ θεῖόν σου βῆμα. Ἐν τῷ κρίνεσθαί με μὴ καταλάβῃ με ἡ χεὶρ τοῦ ἄρχοντος τοῦ κόσμου τούτου εἰς τὸ κατασπᾶσαί με τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς βυθὸν ᾅδου, ἀλλὰ παράστηθί μοι καὶ γενοῦ μοι σωτὴρ καὶ ἀντιλήπτωρ. Ἐλέησον, Κύριε, τὴν ῥυπωθεῖσαν τοῖς πάθεσι τοῦ βίου τούτου ψυχήν μου· καὶ εἴ τι ὡς ἄνθρωπος κατὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς φύσεως ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ κατὰ διάνοιαν ἐπλημμέλησα, ὁ ἔχων ἐξουσίαν ἀφιέναι ἁμαρτίας, συγχώρησόν μοι, καὶ ἄφες μοι ἵνα ἀναψύξω καὶ εὑρεθῶ ἐνώπιόν σου μὴ ἔχων σπῖλον ἢ ῥυτίδα, ἀλλ’ ἄμωμος καὶ ἀκηλίδωτος προσδεχθείην ἐν χερσί σου, Δέσποτα· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας.

Σεμνυνόμενος σε δοξάζω, Κύριε, διότι με ευμένεια είδες την ταπεινότητα μου και δεν συγκατάνευσες να βρίσκομαι στα χέρια των εχθρών μου, αλλά έσωσες απ’ τις ανάγκες την ψυχήν μου. Και τώρα, Κύριε, ας με προστατέψει το χέρι Σου κι ας έλθει σε μένα η καλοσύνη σου, διότι είναι ταραγμένη και σε μεγάλη θλίψη η ψυχή μου καθώς πρόκειται να φύγει από το άθλιο σώμα μου, μη τυχόν και το πονηρό χέρι του διαβόλου τη συναντήσει και την παρεμποδίσει στο σκοτάδι, για τις εν γνώσει και άγνοια αμαρτίες μου που διέπραξα στη ζωή μου αυτή. Σπλαγχνικά ας μου φερθείς, Κύριε, κι ας μην αξιωθεί η ψυχή μου να δει τη σκοτεινή όψη των δαιμόνων. Αλλά ας παραλάβουν αυτήν, οι λαμπροί και φωτεινοί σου άγγελοι. Ας είναι δοξασμένο το όνομά σου το άγιο και με τη δύναμη σου οδήγησε με στο θείο σου Βήμα. Κατά την ώρα της κρίσεώς μου, ας μη με κυριέψει το χέρι του άρχοντα του κόσμου τούτου στο να με σύρει τον αμαρτωλό στο βυθό του Άδη, αλλά τοποθέτησε με κοντά σου και γίνε σωτήρας μου και βοηθός. Σπλαχνίσου, Κύριε, την ακάθαρτη από τα πάθη του βίου ψυχή μου και καθάρισε την με τη μετάνοια και την ομολογία και ας τη δεχθείς, καθ’ ότι είσαι ευλογημένος στους αιώνες των αιώνων.


Μέγας Αντώνιος
Μέγας Αθανάσιος. Βίος του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου.
και Ευεργετινός. Τόμος Α΄.
Υπόθεση Ι΄. Η ψυχή μετά την έξοδο της από το σώματος, δέχεται φοβερή εξέταση στον αέρα, από τα πονηρά πνεύματα που την συναντούν και της εμποδίζουν την άνοδο.

1. Κάποτε ο Μέγας Αντώνιος ετοιμαζόταν να φάει και σηκώθηκε για να προσευχηθεί, κατά την ενάτη ώρα. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκε τον εαυτό του να έχει αρπαγεί νοερά. Και το παράδοξο είναι ότι στεκόταν και έβλεπε τον εαυτό του σαν να ήταν έξω από τον εαυτό του και κάποιοι να τον οδηγούν στον αέρα.

Έπειτα είδε κάποιους απαίσιους και φοβερούς να στέκονται στον αέρα και να θέλουν να τον εμποδίσουν, για να μην περάσει. Οι συνοδοί του τους αντιμάχονταν, εκείνοι όμως απαιτούσαν να λογοδοτήσει σε αυτούς, μήπως τον βρουν χρεώστη τους σε κάτι. Ήθελαν να αρχίσουν την εξέταση από τότε που γεννήθηκε, τους εμπόδισαν όμως οι συνοδοί τού Αντωνίου, λέγοντας ότι
όσα έκανε από τότε που γεννήθηκε, τα διέγραψε ο
Κύριος, και μόνο για όσα έκανε από τότε που έγινε μοναχός και αφιερώθηκε στον Θεό, επιτρέπεται να τον εξετάσουν.

Καθώς λοιπόν εκείνοι έλεγαν κατηγορίες, τις οποίες δεν μπορούσαν να αποδείξουν, ο δρόμος του έμεινε ελεύθερος και ανεμπόδιστος.

Και αμέσως είδε τον εαυτό του σαν να ήρθε προς τον εαυτό του, και έγινε πάλι ο Αντώνιος που ήταν πριν. Ξέχασε τότε μεν να φάει και έμεινε την υπόλοιπη μέρα και όλη τη νύχτα να προσεύχεται με στεναγμούς. Γιατί θαύμαζε καθώς αναλογιζόταν με πόσους έχουμε να παλέψουμε και πόσους κόπους έχει κάποιος για να διασχίσει τον αέρα. Και θυμόταν, ότι αυτό εννοούσε όταν έλεγε  ο απόστολος Παύλος,  «κατὰ τὸν ἄρχοντα τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀέρος» (Εφ. 2: 2). Γιατί σε αυτόν (τον αέρα) έχει ο εχθρός την εξουσία, να μάχεται και να προσπαθεί να εμποδίσει όσους πάνε να περάσουν.

Γι’ αυτό ο ίδιος απόστολος συμβούλευε: «διὰ τοῦτο ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πονηρᾷ καὶ ἅπαντα κατεργασάμενοι στῆναι / ἵνα ὁ ἐξ ἐναντίας ἐντραπῇ μηδὲν ἔχων περὶ ἡμῶν λέγειν φαῦλον. (Φορέστε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε να αντισταθείτε κατά τη φοβερή μέρα / έτσι ώστε ο εχθρός να ντραπεί, μη έχωντας να πει τίποτε κακό για σας)» (Εφ. 6, 13· Τίτ. 2: 8).

2. Μετά από αυτό, τον επισκέφτηκαν κάποτε μερικοί και άρχισαν να συζητούν μαζί του περί της ψυχής και ποιος είναι ο τόπος της μετά (την έξοδο από το σώμα). Την ίδια νύχτα άκουσε κάποιον από ψηλά να τον φωνάζει και να του λέει:
– «Αντώνιε, σήκω, βγες έξω και
δες».
Βγήκε λοιπόν –γιατί ήξερε σε ποιες φωνές έπρεπε να υπακούει– και σηκώνοντας το
βλέμμα του είδε να στέκεται ένας πανύψηλος, απαίσιος στη μορφή και φοβερός, που έφτανε ως τα σύννεφα. Κάποιοι ανέβαιναν, σαν να είχαν φτερά, και εκείνος άπλωνε τα χέρια του και άλλους μεν τους εμπόδιζε (να ανέβουν), ενώ άλλοι πετούσαν ψηλότερα, του ξέφευγαν και συνέχιζαν ανενόχλητοι. Σε αυτούς εκείνος ο πανύψηλος έτριζε τα δόντια, ενώ χαιρόταν για εκείνους που έπεφταν.

Και αμέσως ακούστηκε στον Αντώνιο μια φωνή:
«Εννόησε αυτό που βλέπεις».
Διανοίχτηκε τότε ο νους του και κατάλαβε ότι πρόκειται για το πέρασμα των ψυχών (προς τον ουρανό) και ότι ο πανύψηλος που στεκόταν ήταν ο διάβολος, ο οποίος φθονεί τους πιστούς. Καί τους μεν υπεύθυνους (για αμαρτίες) τους πιάνει και τους εμποδίζει να περάσουν, ενώ όσους δεν δέχτηκαν τις συμβουλές του δεν μπορεί να τους πιάσει, αλλά τον προσπερνούν και ανεβαίνουν ψηλότερα προς τον ουρανό.

Όταν είδε αυτό το όραμα, θυμήθηκε και το προηγούμενο, και αγωνιζόταν περισσότερο κάθε μέρα να προκόβει στον ενάρετο βίο.


Άγιος Ησαΐας ο Έγκλειστος
Ευεργετινός. Τόμος Α΄.
Υπόθεση Ι΄. Η ψυχή μετά την έξοδο της από το σώματος, δέχεται φοβερή εξέταση στον αέρα, από τα πονηρά πνεύματα που την συναντούν και της εμποδίζουν την άνοδο.

… Θα πρέπει καθημερινά να έχουμε τον θάνατο μπροστά στα μάτια μας και να ανακρίνουμε τον εαυτό μας κάθε μέρα, ώστε η ψυχή μας να χωριστεί ανώδυνα από το σώμα εκείνη την ώρα και να διέλθει από τις δυνάμεις του σκότους, που μέλλουν να την συναντήσουν στον αέρα

Πόση λοιπόν χαρά δοκιμάζει η ψυχή του ανθρώπου, που άρχισε το κατά Θεόν πνευματικό έργο και το ολοκλήρωσε επιτυχώς; Διότι κατά την στιγμήν της εξόδου του (από το σώμα), τα καλά έργα (που έπραξε), θα προπορεύονται από αυτόν (όταν θα ανέρχεται προς τον ουρανό). Τότε θα χαρούν μαζί του οι Άγγελοι, όταν θα τον δουν να απαλλάσσεται από τις δυνάμεις του σκότους.

Συμβαίνει δε αυτό, διότι όταν η ψυχή του ανθρώπου εξέλθει από το σώμα, την συνοδεύουν οι Άγγελοι. Τότε όμως και όλες οι δυνάμεις του σκότους σπεύδουν να την συναντήσουν, θέλοντας να την αρπάξουν και γι’ αυτό εξετάζουν με προσοχή μη τυχόν η ψυχή έχει διαπράξει κάποιο από τα δικά τους έργα. Τότε δεν πολεμούν οι «Άγγελοι εναντίον τους, αλλά τα έργα, που διέπραξε την περιτριγυρίζουν και την περιφρουρούν, για να μην την αγγίξουν οι δαίμονες.

Εάν δε, τα έργα που διέπραξε, νικήσουν (τους δαίμονες), τότε οι Αγιοι Αγγελοι ψάλλουν προ αυτής, μέχρις ότου η ψυχή συναντήσει με χαρά και ευφροσύνη τον Θεό. Κατα την ώρα εκέινη λησμονεί πλέον η ψυχή, όλα τα έργα του ματαίου αυτού κόσμου, όπως και όλους τους κόπους, που κατέβαλε. Είναι λοιπόν μακάριος εκείνος, εναντίον του οποίου δεν θα βρουν τίποτε οι άρχοντες του σκότους. Η χαρά, η τιμή και η ανάπαυση βρίσκονται πάνω από κάθε μέτρο.

Ας κλάψουμε λοιπόν με όλη την δύναμη της ψυχής μας ενώπιον του Θεού και ίσως μάς ελεήσει ή αγαθότητα του και μας αποστείλλει την εξ ύψους βοήθεια, με την οποία θα μπορέσουμε να πράξουμε όλα, όσα κατανικούν τους άρχοντες της πονηρίας, που μας εμποδίζουν στον δρόμο μας.


Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
Ομιλίες πνευματικές 50. Ομιλία ΚΒ΄. ΕΠΕ. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών 7, 372-373

Ὅταν ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ σώματος ψυχὴ ἀνθρώπου, μυστήριόν τι μέγα ἐκεῖ ἐπιτελεῖται.

Ἐὰν γὰρ ᾖ ὑπεύθυνος ἐν ἁμαρτίαις, ἔρχονται χοροὶ δαιμόνων καὶ ἄγγελοι ἀριστεροί, καὶ δυνάμεις σκότους παραλαμβάνουσι τὴν ψυχὴν ἐκείνην καὶ κρατοῦσιν εἰς τὸ ἴδιον μέρος. Καὶ οὐκ ὀφείλει τις ἐπὶ τούτοις ξενίζεσθαι. Εἰ γὰρ ζῶν καὶ ὢν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ ὑπετάγη καὶ ὑπήκουσε καὶ δοῦλος ἐγένετο αὐτοῖς, πόσῳ μᾶλλον ὅταν ἐξέρχηται ἐκ τοῦ κόσμου, κατέχεται καὶ κρατεῖται ὑπ’ αὐτῶν.

Ἀπὸ δὲ τοῦ μέρους τοῦ ἀγαθοῦ ὀφείλεις νοῆσαι, ὅτι οὕτως ἔχει τὰ πράγματα· καὶ γὰρ τοῖς ἁγίοις δούλοις τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ νῦν εἰσιν ἄγγελοι παραμένοντες καὶ πνεύματα ἅγια κυκλοῦντα αὐτοὺς καὶ φυλάττοντα, καὶ ὅταν ἐξέλθωσιν ἀπὸ τοῦ σώματος, οἱ χοροὶ τῶν ἀγγέλων παραλαμβάνουσιν αὐτῶν τὰς ψυχὰς εἰς τὸ ἴδιον μέρος, εἰς τὸν καθαρὸν αἰῶνα, καὶ οὕτως αὐτοὺς προσάγουσι τῷ Κυρίῳ.

Όταν βγει η ψυχή του ανθρώπου από το σώμα, τότε συμβαίνει εκεί ένα μεγάλο μυστήριο.

Διότι, αν είναι υπεύθυνη για αμαρτίες, έρχονται χοροί από δαίμονες και πονηροί άγγελοι, και δυνάμεις τους σκότους παραλαμβάνουν την ψυχή εκείνη και την κρατούν αιχμάλωτη στο δικό τους τόπο. Και δεν πρέπει κανείς να παραξενεύεται για όλα αυτά. Διότι αν, όταν ζούσε και υπήρχε σ̉ αυτόν τον κόσμο, είχε υποταγεί και είχε υπακούσει και έγινε δούλος σ̉ αυτούς, πόσο περισσότερο όταν φεύγει η ψυχή από τον κόσμο αυτό, θα υποταχθεί και θα κυριευθεί απ̉ αυτούς.

Για τον αγαθό, πρέπει να σκεφθεί ότι έτσι έχουν τα πράγματα· από την εδώ ζωή υπάρχουν άγγελοι και πνεύματα άγια γύρω από τους αγίους δούλους του Θεού, και τους προστατεύουν, και όταν οι ψυχές βγουν από τα σώματα, τότε οι χοροί των αγγέλων παίρνουν τις ψυχές αυτές και τις πηγαίνουν στο δικό τους τόπο, στον καθαρό αιώνα και έτσι τις οδηγούν μπροστά στον Κύριο»


Ομιλίες πνευματικές 50. Ομιλία ΜΓ΄. ΕΠΕ. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών 7, 580-581

Ὥσπερ εἰσὶν οἱ τελῶναι καθεζόμενοι εἰς τὰς στενὰς ὁδοὺς καὶ κατέχοντες τοὺς παριόντας καὶ διασείοντες, οὕτως καὶ οἱ δαίμονες ἐπιτηροῦσι καὶ κατέχουσι τὰς ψυχὰς καὶ ἐν τῷ ἐξέρχεσθαι αὐτὰς ἐκ τοῦ σώματος· ἐὰν μὴ τελείως καθαρισθῶσιν, οὐκ ἐπιτρέπονται ἀνελθεῖν εἰς τὰς μονὰς τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀπαντῆσαι τῷ δεσπότῃ αὐτῶν· καταφέρονται γὰρ ὑπὸ τῶν ἀερίων δαιμόνων.

Όπως είναι οι τελώνες, που κάθονται στους στενούς δρόμους και πιάνουν όσους περνούν από εκεί και τους εκφοβίζουν, έτσι και οι δαίμονες παραμονεύουν και κυριεύουν τις ψυχές και όταν αυτές βγούνε έξω από το σώμα. Εάν δεν έχουν προηγουμένως καθαριστεί τελείως, δεν τους επιτρέπεται να ανέβουν στις ουράνιες κατοικίες και να συναντήσουν τον Δεσπότη τους, γιατί δικάζονται από τους δαίμονες του αέρα.


Μέγας Βασίλειος
Ερμηνεία εις τον Ζ΄ Ψαλμόν. PG. 29, 232. ΕΠΕ 5, 44-47

Ψαλμός 7, 2-3. Σῶσόν με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με, καί ρῦσαί με, μή ποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τήν ψυχήν μου.

«Οἷμαι δὲ ὅτι οἱ γενναῖοι τοῦ Θεοῦ ἀθληταί, ἱκανῶς παρὰ πάντα τὸν ἑαυτῶν βίον τοῖς ἀοράτοις ἐχθροϊς προσπαλαίσαντες, ἔπειδάν πάσας αὐτῶν ὑπεκφύγωσιν τὰς διώξεις, πρὸς τῷ τέλει τοῦ βίου γινόμενοι, ἐρευνῶνται ὑπὸ τοῦ ἄρχοντος τοῦ αἰῶνος. Ἵνα ἂν μὲν εὑρεθῶσιν ἔχοντες τραύματα ἀπὸ τῶν παλαισμάτων, ἡ σπίλους τινάς καὶ τύπους τῆς ἁμαρτίας, κατασχεθῶσιν ἐὰν δὲ ἄτρωτοι εὑρεθῶσιν καὶ ἄσπιλοι, ὡς καθαροὶ ὄντες καὶ ἐλεύθεροι, ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἀναπαύσωνται. Εὔχεται οὖν περί τε τῆς ἐνταῦθα ζωῆς καὶ περὶ τῆς μελλούσης. Σῶσον γάρ με, φησὶν, ἐνταῦθα ἀπὸ τῶν διωκόντων· ῥῦσαι δέ με ἐκεῖ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐρεύνης, μή ποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου. Καὶ ταῦτα μάθοις ἂν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου λέγοντος περὶ τὸν καιρὸν τοῦ πάθους· »Νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἔρχεται, καὶ ἐν ἐμοὶ ἕξει οὐδέν». ᾿Αλλ’ ὁ μὲν, μὴ ποιήσας ἁμαρτίαν, ἔλεγεν ἔχειν οὐδέν· ἀνθρώπῳ δὲ αὔταρκες, ἐὰν τολμήσῃ εἰπεῖν, ὅτι ῎Ερχεται ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἐν ἐμοὶ ἕξει ὀλίγα καὶ μικρά». Κίνδυνος δὲ ταῦτα παθεῖν, ἐὰν μὴ ἔχωμεν τὸν λυτρούμενον ἡμᾶς, μηδὲ τὸν σώζοντα. Πρὸς τὰ δύο τὰ προκείμενα δύο ἐστὶ τὰ ἐπαγόμενα· Σῶσόν με ἐκ τοῦ πλήθους τῶν διωκόντων με, καὶ ῥῦσαι, ἵνα μή ποτε ἁρπασθῶ, ὡς μὴ ὄντος λυτρουμένου».

«Νομίζω ότι οι γενναίοι αθλητές του Θεού, αφού αγωνίστηκαν άξια σε ολόκληρη τη ζωή τους, κατά των αοράτων εχθρών, όταν διαφύγουν από όλες τις καταδιώξεις τους και φτάσουν στο τέλος της ζωής, ανακρίνονται από τον άρχοντα του αιώνος. Και εάν μεν βρεθούν τραυματισμένοι από τους αγώνες τους ή κάπως στιγματισμένοι ή να έχουν αποτυπώματα της αμαρτίας, θα κρατηθούν αιχμάλωτοι.

Εάν όμως βρεθούν απρόσβλητοι και ακηλίδωτοι, θα τους αναπαύσει ὁ Χριστός, επειδή είναι καθαροί και ελεύθεροι.

Προσεύχεται [ο Ψαλμωδός] λοιπόν και περί της παρούσας και περί της μέλλουσας ζωής. Διότι λέει, σώσε με εδώ από τους διώκτες μου· λύτρωσε με εκεί στον καιρό της εξετάσεως μήπως σαν λέων (ο εχθρός) αρπάξει την ψυχή μου. Και αυτά μπορείς να τα μάθεις από τον ίδιο τον Κύριο, που έλεγε κατά τον καιρό του πάθους του, “Νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἔρχεται, καί ἐν ἐμοί ἕξει οὐδέν”». Αλλά εκείνος, επειδή δεν έπραξε καμμιά αμαρτία, έλεγε ότι: »δεν έχει τίποτε». Για τον άνθρωπο δε είναι αρκετό αν τολμήσει να πει ότι: »ο άρχων του κόσμου τούτου έρχεται και θα βρει σε μένα λίγα και μικρά».

Κινδυνεύουμε να τα πάθουμε αυτά, εάν δεν έχουμε τον λυτρωτή μας και τον σωτήρα. Για τα δύο πράγματα που εξετάζουμε ακολουθούν τα εξής δύο: »Σώσε με από το πλήθος των διωκτών μου και λύτρωσε με για να μην με αρπάξουν ποτέ, σαν να μην έχω λυτρωτή και σωτήρα.


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Ομιλία ΝΓ΄ εις το κατά Ματθαίον. ΕΠΕ 11, 168-170

«Οὐκ ἵστε πῶς ἐν τῇ τελευταίᾳ ἡμέρᾳ συστρέφει τὴν ψυχὴν ἡ ἁμαρτία, καὶ πῶς κάτωθεν αὐτήν ἀνακινεῖ; …

…Ὅθεν καὶ πολλῶν τότε ἐστίν ἀκούειν διηγουμένων ὄψεις φοβεράς, ὧν οὐδὲ τὴν θεωρίαν φέρουσιν λοιπὸν οἱ ἀπιόντες· καὶ τὴν κλίνην αὐτήν μετὰ πολλῆς τῆς ῥύμης τινάσσουσιν, ἐν ᾖ κεῖνται· καὶ φοβερὸν ἑνορῶσι τοῖς παροῦσι, τῆς ψυχῆς ἔνδον ὑποστρεφούσης, καὶ ὁκνούσης ἀποῤῥαγῆναι τοῦ σώματος· καὶ τὴν ὄψιν τῶν ἐρχομένων ἀγγέλων οὐ φέρουσιν. Εἰ γάρ ἀνθρώπους φοβερούς ἐνορώντες δεδιττόμεθα, ἀγγέλους ἀπειληφόρους καὶ δυνάμεις ἀποτόμους των παραγινομένων βλέποντες, τι οὐ πεισόμεθα, ἑλκομένης ἡμῖν ἀπό τοῦ σώματος τῆς ψύχης, καί συρομένης καί πολλά ἀποδυρομένης εἰκῇ καί μάτην;».

Δεν γνωρίζετε, ότι την τελευταία ημέρα η αμαρτία συνταράζει την ψυχή και ότι την ανακινεί από κάτω; Έτσι μπορεί κανείς να ακούει να διηγούνται πολλούς, ότι είδαν φοβερές μορφές, των οποίων ούτε την θεωρία, δεν μπορούν να υποφέρουν αυτοί, που φεύγουν από την ζωή. Τινάζουν με πολλή δύναμη ακόμη και το κρεββάτι, στο οποίο βρίσκονται, και είναι φοβερό θέαμα για τους παρόντες, επειδή ή ψυχή επιστρέφει μέσα και διστάζει να χωρισθεί από το σώμα και δεν μπορούν να υποφέρουν την όψη των ερχομένων αγγέλων. Γιατί εάν αντικρύζοντας φοβερούς ανθρώπους φοβόμαστε, τι δεν θα πάθουμε, βλέποντας αγγέλους να μας απειλούν και βίαιες δυνάμεις να καταφθάνουν κοντά μας, όταν η ψυχή μας τραβιέται και σύρεται από το σώμα και κλαίει απαρηγόρητα άσκοπα και μάταια;


Άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος.

Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών. Τόμος Α΄.
Πρός Θεόδουλον, ρξα´.

161. Ἐπελεύσεται ὥρα ἐφ̉ ἡμᾶς ἡ τοῦ θανάτου, ἐλεύσεται· καί διαφυγεῖν οὐ δυνατόν. Καί εἴθε ὁ τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀέρος ἄρχων τότε ἐρχόμενος, εὑρήσοι τά ἡμῶν ἀνομήματα ὀλίγα τε καί εὐτελῆ, ἵνα μή ἐλέγξῃ ἀληθεύων· καί τότε κλαύσομεν ἀνωφελῆ. Ἐκεῖνος γάρ ὁ δοῦλος, ὁ γνούς τό θέλημα τοῦ κυρίου αὑτοῦ καί μή ποιήσας ὡς δοῦλος, δαρήσεται πολλάς, φησί.

Θα έρθει και σε μας η ώρα του θανάτου, θα έρθει και δεν είναι δυνατό να τον αποφύγουμε. Και είθε τότε, όταν έρθει ο άρχοντας του κόσμου και του αέρα (Ιω. 14, 30), να βρει τα αμαρτήματά μας λίγα και μηδαμινά για να μη μας ελέγξει στ’ αλήθεια και κλάψουμε τότε ανώφελα. Γιατί, λέει το ιερό Ευαγγέλιο: «Εκείνος ο δούλος που γνώρισε το θέλημα του Κυρίου του και δεν έκανε ότι έπρεπε, θα δαρθεί πολύ» (Λουκ. 12, 47).


Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ομιλία ΙΔ΄. Περί εξόδου ψυχής και περί της Δευτέρας Παρουσίας. PG 77, 1072-1089.

Oἷον φόβον καὶ τρόμον, καὶ ἀγῶνα, καὶ ἀνάγκην ἔχει ἰδεῖν ἡ ψυχὴ, ὅτε τοῦ σώματος χωρίζεται. Παραγίνονται γὰρ ἐφ’ ἡμᾶς στρατιαὶ καὶ δυνάμεις οὐράνιοι· καὶ τῶν ἐναντίων δυνάμεων, οἱ τοῦ σκότους ἄρχοντες, οἱ κοσμοκράτορες τῆς πονηρίας, οἱ τελωνάρχαι, καὶ λογοθέται, καὶ πρακτοψηφισταὶ τοῦ ἀέρος· καὶ σὺν αὐτοῖς ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος, ὁ ἐν κακίᾳ δυνάστης, οὗ ἡ γλῶσσα, ὡσεὶ ξυρὸν ἠκονημένον· περὶ οὗ φησιν ὁ προφήτης· Τὰ βέλη τοῦ δυνατοῦ ἠκονημένα σὺν τοῖς ἄνθραξι τοῖς ἐρημικοῖς· καὶ ἐνεδρεύει ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ, ὁ δράκων ὁ μέγας, ὁ ἀποστάτης, ὁ ᾅδης, ὁ πλατύνων στόμα αὐτοῦ, ὁ ἄρχων τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους, ὁ ἔχων τοῦ θανάτου τὸ κράτος καὶ τρόπῳ τινὶ δίκην, κατέχων τὴν ψυχὴν, ἐπιφέρων καὶ ψηφίζων πάντα τὰ ἐμοὶ πεπραγμένα ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ, τὰ ἐν γνώσει, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ, ἀνομήματα καὶ ἁμαρτήματα, ἀπὸ τῆς νεότητος, ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ τέλους, ἧς κατελήφθην, ἐξερευνῶν λοιπόν.

Ὁποῖον φόβον καὶ τρόμον δοκεῖς τὴν ψυχὴν ἔχειν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, θεωροῦσαν τοὺς φοβεροὺς, καὶ ἀγρίους, καὶ ἀπηνεῖς, καὶ ἀνηλεεῖς καὶ ἀτιθάσσους δαίμονας, ὡς Αἰθίοπας ζοφώδεις παρισταμένους, ὧν καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα μόνη χαλεπωτέρα ὑπάρχει πάσης κολάσεως, οὕστινας ὁρῶσα ἡ ψυχὴ θορυβεῖται, θροεῖται, ὀδυνᾶται, ταράσσεται, καὶ συστέλλεται, πρὸς τοὺς τοῦ Θεοῦ ἀγγέλους προσφεύγουσα;

Κατέχεται οὖν ἡ ψυχὴ ὑπὸ τῶν ἁγίων ἀγγέλων, διὰ τοῦ ἀέρος παρερχομένη, καὶ ὑψουμένη, εὑρίσκει τε τελώνια φυλάττοντα τὴν ἄνοδον, καὶ κρατοῦντα, καὶ διακωλύοντα τὰς ἀναβαινούσας ψυχάς. Ἕκαστον τὸ τελώνιον τὰς οἰκείας ἁμαρτίας προσφέρει αὐτῶν·

τὸ μὲν τῆς καταλαλιᾶς, ὅσα διὰ στόματος καὶ γλώττης ἀπὸ ψεύδους, καὶ ὅρκου, καὶ ἐπιορκίας, ἀργολογίας τε καὶ φλυαρίας, καὶ ματαιολογίας καὶ γαστριμαργικὰς παραχρήσεις, ἀσωτοποσίας τε οἴνου, καὶ ἀμέτρους γέλωτας, καὶ ἀπρεπεῖς, καὶ φιλημάτων ἀσέμνων καὶ ἀπρεπῶν, καὶ ᾀσμάτων πορνικῶν· οἱ δὲ ἅγιοι ἄγγελοι οἱ τὴν ψυχὴν ὁδηγοῦντες, προσφέρουσι καὶ αὐτοὶ, ὅσα διὰ στόματος καὶ γλώσσης ἐλαλήσαμεν ἀγαθὰ, προσευχὰς, εὐχαριστίας, ψαλμοὺς, ᾠδὰς, ὕμνους, καὶ ᾄσματα πνευματικὰ, ἀναγνώσεις τῶν Γραφῶν, καὶ ὅσα διὰ στόματος καὶ γλώσσης ἀγαθὰ τῷ Θεῷ προεπέμψαμεν.

Δεύτερον τελώνιον, ὅρασις ὀμμάτων, καὶ ὅσα ἀπὸ ἀπρεποῦς θέας, καὶ περιέργου, καὶ ἀχαλινώτου ὁράσεως, καὶ νευμάτων δολίων.

Τρίτον τελώνιον, τῆς ἀκοῆς, καὶ ὅσα διὰ τῆς τοιαύτης αἰσθήσεως, τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα δέχονται.

Τέταρτον τελώνιον, ἡ ὄσφρησις ὀσμῆς τε εὐώδους ἀλειμμάτων, καὶ ἡδονικῆς ὀσφρήσεως, ἅπερ γυναιξὶ θυμελικαῖς, καὶ ἑταίραις πρέπουσι.

Πέμπτον τελώνιον, ὅσα δι’ ἁφῆς χειρῶν πονηρὰ καὶ χαλεπὰ ἐπράχθησαν·

καὶ τὰ λοιπὰ τῆς κακίας τελώνια, φθόνου τε καὶ ζήλου, κενοδοξίας τε καὶ ὑπερηφανίας, πικρίας καὶ ὀργῆς, ὀξυχολίας τε καὶ θυμοῦ, πορνείας, καὶ μοιχείας, καὶ μαλακίας, φόνου τε καὶ φαρμακείας, καὶ τῶν λοιπῶν θεοστυγῶν καὶ μιαρῶν πράξεων· ὧν ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ οὐκ ἔνι λεπτομερῶς διηγήσασθαι· ἀλλ’ ἐν ἑτέρῳ καιρῷ ταμιευέσθω· καὶ ἁπλῶς οὕτως καθεξῆς ἕκαστον πάθος ψυχῆς, καὶ πᾶν ἁμάρτημα ἰδίους τελώνας ἔχει, καὶ φορολόγους.

Ψυχὴ οὖν ἡ ταῦτα καὶ μείζονα, καὶ πλείονα τούτων θεωροῦσα, ὁποῖον φόβον, καὶ τρόμον, καὶ κλόνον δοκεῖς ἔχειν, ἕως ὅτου ἡ ἀπόφασις ἔλθῃ, καὶ ἡ ἐλευθερία αὐτῆς γένηται; Ἐκείνη ἐστὶν ἡ ὥρα ἐπόδυνος, καὶ ἐπικίνδυνος, καὶ πολυστένακτος, καὶ ἀπαραμύθητος, ἕως ἂν ἴδῃ τί τὸ ἀποβησόμενον.

Αἱ γὰρ θεῖαι δυνάμεις ἵστανται, καὶ πρόσωπον τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων· καὶ αὗται τὰς καλὰς αὐτῆς ἐπιφέρουσι πράξεις, διά τε λόγων. καὶ ἔργων, καὶ λογισμῶν, καὶ ἐννοιῶν·

κατανοεῖ ἡ ψυχὴ μέσον ἱσταμένη ἐν φόβῳ καὶ τρόμῳ, ἕως οὗ ἐκ τῶν πράξεων, καὶ τῶν ἔργων, καὶ λόγων αὐτῆς, ἡ κατακριθεῖσα δεσμευθῇ, ἢ δικαιωθεῖσα ἐλευθερωθῇ (τῶν ἰδίων γὰρ ἁμαρτημάτων ἕκαστος ταῖς σειραῖς σφίγγεται)·

καὶ ἐὰν ᾖ ἀξία, εὐσεβῶς ζήσασα, καὶ θεαρέστως βιώσασα, παραλαμβάνουσιν αὐτὴν ἄγγελοι· καὶ λοιπὸν ἀμέριμνος οὖσα, πορεύεται ἔχουσα συνοδοιπόρους τὰς ἁγίας δυνάμεις, κατὰ τὸ γεγραμμένον· Ὡς εὐφραινομένων πάντων ἡ κατοικία ἐν σοί. Τότε πληροῦται τὸ εἰρημένον· Ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη, καὶ στεναγμός. Τότε ἀπαλλαγεῖσα τῶν πονηρῶν καὶ σαπρῶν καὶ φοβερῶν πνευμάτων ἐκείνων, πορεύεται εἰς ἐκείνην τὴν ἀνεκλάλητον χαράν.

Ἐὰν δὲ εὑρεθῇ ἐν ἀμελείᾳ καὶ ἀσωτίᾳ ζήσασα, ἀκούει τὴν δεινοτάτην ἐκείνην φωνήν· Ἀρθήτω ὁ ἀσεβὴς, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν Κυρίου. Τότε αὐτὴν καταλαμβάνουσιν ἡμέραι ὀργῆς, καὶ θλίψεως, καὶ ἀνάγκης, καὶ στενοχωρίας, ἡμέρα σκότους καὶ γνόφου· τότε ἀφέντες αὐτὴν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄγγελοι, παραλαμβάνουσιν αὐτὴν οἱ Αἰθίοπες ἐκεῖνοι δαίμονες, καὶ τύπτοντες αὐτὴν ἀνηλεῶς κατάγουσιν εἰς τὴν γῆν· καὶ διχάσαντες αὐτὴν, ῥίπτουσιν αὐτὴν δεδεμένην δεσμοῖς ἀλύτοις, εἰς γῆν σκοτεινὴν καὶ ζοφερὰν, εἰς τὰ κατώτερα μέρη, ἐν τοῖς καταχθονίοις δεσμωτηρίοις, καὶ φυλακαῖς τοῦ ᾅδου· ἔνθα τυγχάνουσιν ἀποκεκλεισμέναι αἱ ψυχαὶ τῶν ἁμαρτωλῶν, τῶν ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένων, καθώς φησιν ὁ Ἰακώβ· εἰς γῆν σκοτεινὴν καὶ ζοφερὰν, εἰς γῆν σκότους αἰωνίου

Τι φόβο και τρόμο και αγωνία, έχει να αντιμετωπίσει η ψυχή όταν χωριστεί από το σώμα. Θα σταθούν ενώπιον μας, (από τη μία πλευρά) στρατιές και δυνάμεις ουράνιες, (από την άλλη) οι εχθρικές δυνάμεις, οι άρχοντες του σκότους, οι κοσμοκράτορες της πονηρίας, οι τελωνάρχες, οι λογοθέτες (=εξεταστές, ανακριτές), οι λογιστές των πράξεων μας, (τα πνεύματα) του αέρα. Και μαζί τους ο ανθρωποκτόνος διάβολος… και κατά κάποιον τρόπο υποβάλλει σε δίκη την ψυχή, φέρνοντας και απαριθμώντας όλα όσα έχουμε πράξει, είτε με έργο, είτε με λόγο, τα εν γνώσει και εν αγνοία, ανομήματα και αμαρτήματα, από τότε που είμαστε νέοι, μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής μας και εξερευνώντας τα.

Τι φόβο και τρόμο, νομίζεις, αντιμετωπίζει η ψυχή εκείνη τη μέρα, όταν αντικρύζει τους φοβερούς και άγριους και αλύπητους και ανηλεείς και ανήμερους δαίμονες, να παρίστανται σαν μαύροι και σκοτεινοί; Των οποίων και μόνο η μορφή είναι χειρότερη από κάθε κόλαση και τους οποίους βλέποντας τους η ψυχή, φοβάται, τρέμει, οδύρεται, ταράζεται, συστέλλεται και καταφεύγει προς τους Αγγέλους του Θεού.

Κρατιέται λοιπόν ή ψυχή από τους αγίους Αγγέλους και διέρχεται και ανυψώνεται μέσα από τον αέρα. Εκεί βρίσκει τελώνια να φυλάνε την άνοδο, να κρατάνε και να εμποδίζουν τις ψυχές που ανεβαίνουν. Κάθε τελώνιο ζητάει λόγο για τις σχετικές με αυτό αμαρτίες… το ένα (τελώνιο) της καταλαλιάς… Δεύτερο τελώνιο της όρασης των οφθαλμών… Τρίτο τελώνιο της ακοής…. Τέταρτο τελώνιο της όσφρησης… Πέμπτο τελώνιο της αφής…. και τα υπόλοιπα τελώνια της κακίας, φθόνου και ζήλιας, κενοδοξίας και υπερηφάνειας, πικρίας και οργής, οξυχολίας και θυμού, πορνείας, μοιχείας και μαλακίας, φόνου και φαρμακείας [=χρήσης δηλητηριώδους φαρμάκου ή μαγείας] και των υπόλοιπων θεομίσητων μιαρών πράξεων. Τις οποίες αυτή την ώρα δεν μπορεί κανείς να διηγηθεί λεπτομερώς, αλλά σε άλλο καιρό  θα αποταμιευτούν. Και απλά έτσι, κάθε πάθος της ψυχής και κάθε αμάρτημα, έχει τους δικούς του τελώνες και φορολόγους.

Η ψυχή λοιπόν, η οποία αυτά και μεγαλύτερα και περισσότερα από αυτά βλέπει, τι φόβο και τρόμο και συγκλονισμό, νομίζεις έχει, μέχρι να ληφθεί η απόφαση και να ελευθερωθεί; Εκείνη η ώρα είναι επώδυνη, επικίνδυνη, γεμάτη στεναγμό και απαρηγόρητη, μέχρι να μάθει ποια θα είναι η κατάληξη.

Οι δε Θείες Δυνάμεις στέκονται κατά πρόσωπο απέναντι στα πονηρά πνεύματα. Και αυτές απαριθμούν τις καλές πράξεις της ψυχής, με λόγια, έργα, λογισμούς και έννοιες.

Η δε ψυχή παρακολουθεί στεκόμενη στο μέσον γεμάτη φόβο και τρόμο, έως ότου, από τις πράξεις, τα έργα και τα λόγια της, η δεσμευτεί κατακρινόμενη ή ελευθερωθεί δικαιωμένη…

Και αν η ψυχή είναι άξια και έζησε με ευσέβεια και είχε θεάρεστο βίο, θα την παραλάβουν οι Αγγελοι. Και έτσι αμέριμνη όντας, πορεύεται έχοντας για συνοδοιπόρους τις Αγίες Δυνάμεις… Τότε αφού απαλλαγεί, από τις πονηρές και σαπρές δυνάμεις και τα φοβερα εκείνα πνεύματα, πορεύεται σ’ εκείνη την ανεκλάλητη χαρά.

Αν όμως βρεθεί ότι έζησε στην αμέλεια και ασωτία, θα ακούσει την φοβερή εκείνη φωνή: Διώξτε τον ασεβή για να μην δει την δόξα του Κυρίου, (Ἀρθήτω ὁ ἀσεβὴς, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν Κυρίου)Τότε θα την αφήσουν οι Άγιοι Άγγελοι του Θεού και θα την παραλάβουν οι μαύροι εκείνοι δαίμονες. Και χτυπώντας την ανελέητα την κατεβάζουν στην γη. Και χωρίζοντας την στα δυό, την ρίχνουν δεμένη σε άλυτα δεσμά, σε τόπο σκοτεινό και ζοφερό, στα κατώτατα μέρη (της γης), στα καταχθόνια δεσμωτήρια και στις φυλακές του Άδη. Εκεί βρίσκονται φυλακισμένες, οι ψυχές των αμαρτωλών που έχουν κοιμηθεί εδώ και τόσους αιώνες, όπως λέει ο Ιακώβ, »σε τόπο σκοτεινό και ζοφερό, σε τόπο σκότους αιωνίου’‘…


Άγιος Διάδοχος Φωτικής
Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών. Τόμος Α΄.
Λόγος ασκητικός χωρισμένος σε 100 πρακτικά κεφάλαια πνευματικής γνώσεως και διακρίσεως.
και ΕΠΕ. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών 9, 286

100. … Πρέπει λοιπόν να προσέχουμε αδιάκοπα το είδος της εξομολογήσεως, μήπως η συνείδηση μας ξεγελά τον εαυτό της, με το να νομίζει ότι αρκετά εξομολογήθηκε στον Θεό. Γιατί η κρίση του Θεού είναι πολύ ανώτερη από τη συνείδησή μας, ακόμη και αν κανείς, με κάθε εσωτερική πληροφορία, τίποτε δεν αισθάνεται για το οποίο να τον κατηγορεί η συνείδηση, καθώς ο σοφότατος Παύλος μάς διδάσκει λέγοντας: «Αλλά ούτε τον εαυτό μου δεν ανακρίνω· για τίποτα δε βρίσκω να με κατηγορεί η συνείδησή μου, αλλά η δικαίωσή μου δε βρίσκεται εδώ. Αυτός που με κρίνει είναι ο Κύριος» (Α΄ Κορ. 4, 3-4).

Γιατί αν δεν εξομολογηθούμε και γι’ αυτά όπως πρέπει, θα δοκιμάσουμε κάποιαν άγνωστη δειλία στην ώρα του θανάτου μας. Θα έπρεπε εμείς που αγαπούμε τον Κύριο, να προσευχόμαστε να βρεθούμε τότε χωρίς κανένα φόβο. Γιατί εκείνος που δοκιμάζει τότε φόβο, δε θα περάσει ελεύθερα από τους άρχοντες του ταρτάρου· γιατί αυτοί θα έχουν σαν συνήγορο της κακίας τους, τη δειλία της ψυχής.

Η ψυχή όμως που αισθάνεται αγαλλίαση με την αγάπη του Θεού κατά την ώρα του θανάτου, πηγαίνει πάνω από όλες τις σκοτεινές παρατάξεις μαζί με τους αγγέλους, πετώντας με τα φτερά της πνευματικής αγάπης, αφού έχει χωρίς κανένα κενό το πλήρωμα του νόμου, την αγάπη (Ρωμ. 13, 10).


Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης.
Κλίμαξ. Κεφάλαιο ζ΄. Περί του χαροποιού πένθους.

50. … Έμενε εδώ κάποιος μοναχός Στέφανος, ο οποίος είχε ασπαστεί την ερημική και ησυχαστική ζωή. Αγωνίστηκε πολλά έτη στην μοναχική παλαίστρα. Ήταν στολισμένος με νηστείες, και ιδιαιτέρως με δάκρυα και με άλλα ενάρετα κατορθώματα. Είχε το κελλί του στην κατάβαση του αγίου τούτου όρους, (κάτω από την Αγία Κορυφή), στο σημείο πού ευρίσκεται το σπήλαιο του Προφήτου Ηλιού.

Αυτός λοιπόν ο αείμνηστος για πιο ακριβή και κοπιαστική μετάνοια και άσκηση, πήγε στον τόπο όπου έμεναν οι αναχωρητές, που ονομάζεται Σίδδης. Παρέμεινε εκεί μερικά χρόνια με υπερβολικές στερήσεις και σκληρή άσκηση, εφ’ όσον ο τόπος ήταν «απαράκλητος» και αδιάβατος σχεδόν από ανθρώπους – απείχε περίπου εβδομήντα μίλια από το κάστρο. Έπειτα, γύρω στο τέλος της ζωής του, ανεβαίνει ο γέροντας αυτός στο κελλί του, κάτω από την Αγία Κορυφή. Είχε μάλιστα και δύο υποτακτικούς από την Παλαιστίνη πολύ ευλαβείς, οι οποίοι και του φύλαγαν το κελλί πριν επιστρέψει.

Αφού πέρασαν λίγες ημέρες έπεσε σε ασθένεια, με την οποία και τελείωσε την ζωή του. Την παραμονή του θανάτου του περιέπεσε σε έκσταση και με τα μάτια ανοικτά παρατηρούσε δεξιά και αριστερά της κλίνης του. Σαν να τον ανέκριναν κάποιοι, απαντούσε -τον άκουγαν όλοι οι παρευρισκόμενοι- και άλλοτε έλεγε:
– «Ναι, πράγματι, αληθινά, πλην όμως νήστεψα τόσα έτη γι΄ αυτό».
Άλλοτε:
– «Όχι. Είναι ψέμα. Αυτό δεν το έκανα».
Έπειτα από λίγο:
– «Αυτό ναι, αληθινά το έπραξα, αλλά έκλαψα, έκανα διακονήματα αγάπης».
Και πάλι:
– «Αληθινά με κατηγορείτε».
Μερικές φορές για ορισμένα απαντούσε:
– «Ναι, αληθινά, ναι. Γι΄ αυτά δεν έχω τι να απολογηθώ. Ο Θεός είναι ελεήμων».

Ήταν αλήθεια ένα θέαμα φρικτό και φοβερό. Ένα δικαστήριο αόρατο και χωρίς έλεος. Και το φοβερότερο, ότι τον κατηγορούσαν και για πράγματα πού δεν είχε διαπράξει. Ο ησυχαστής αυτός και αναχωρητής για ορισμένα πταίσματα του -αλλοίμονο!- έλεγε:
– «Γι΄ αυτά δεν έχω τι να πω».
Και είχε σαράντα περίπου έτη μοναχός, χωρίς να του λείπε και το δάκρυ!

Αλλοίμονο! Και πάλι αλλοίμονο! Πού ήταν τότε η φωνή εκείνη του προφήτου Ιεζεκιήλ, για να τους πει: «Εν ώ εύρω σε, εκεί και κρίνω σε, είπεν ο Θεός» (πρβλ. Ιεζ. λγ΄ 12-16). Αλλά δεν κατόρθωσε να χρησιμοποιήσει μία τέτοια απολογία. Γιατί άραγε; Άγνωστο. Ας έχει δόξα ο Θεός, ο μόνος που γνωρίζει. (Ας σημειωθεί και τούτο): Ο μοναχός αυτός -μου το διηγήθηκαν αψευδείς μάρτυρες- στην έρημο (είχε τόσο χάρη), ώστε να τρέφει με τα χέρια του και λεοπάρδαλη.

Και ενώ συνεχιζόταν η αυστηρή αυτή δικαστική ανάκριση, αποχωρίστηκε το σώμα του, χωρίς να αφήσει καμμία ένδειξη για την κρίση ή το πόρισμα ή την απόφαση και το τέλος της δίκης.


Όσιος Θεόδωρος Εδέσσης
Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών. Τόμος Β΄
100 ψυχωφελή κεφάλαια

28. Η ψυχή σου να είναι καθαρή από πονηρές ενθυμήσεις και να φωτίζεται από άριστες έννοιες, έχοντας πάντοτε στο νου σου εκείνο που έχει λεχθεί, ότι η φιλήδονη καρδιά είναι φυλακή και αλυσίδα στην ώρα του θανάτου. Η φιλόπονη όμως και πρόθυμη στο καλό, είναι πόρτα ανοικτή. Πράγματι, τις καθαρές ψυχές, όταν βγαίνουν από το σώμα, άγγελοι τις οδηγούν, σαν να τις κρατούν από το χέρι, προς την μακάρια ζωή. Ενώ τις λερωμένες και αμετανόητες ψυχές, δαίμονες, αλλοίμονο, θα τις παραλάβουν.


Όσιος Θεόγνωστος
Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών. Τόμος Β΄
Περί πράξεως και θεωρίας και περί ιερωσύνης

61. Ανείπωτη και ανέκφραστη είναι η ηδονή της ψυχής, η οποία με πληροφορία για τη σωτηρία της χωρίζεται από το σώμα και το ξεντύνεται σαν φόρεμα. Γιατί έχοντας επιτύχει πια τα ελπιζόμενα, αποθέτει χωρίς λύπη το σώμα και προχωρεί ειρηνική προς τον λαμπρό και ιλαρό άγγελο που έρχεται από ψηλά. Μαζί μ’ αυτόν διασχίζει ανεμπόδιστα τον αέρα, χωρίς να την ενοχλήσουν καθόλου τα πονηρά πνεύματα. Ανεβαίνει με χαρά και θάρρος και φωνές ευχαριστίας, μέχρις ότου φτάσει να προσκυνήσει τον Ποιητή και να δεχτεί την απόφαση να καταταγεί μαζί με τους ομοίους της και ίσους κατά την αρετή, ως τη στιγμή της κοινής αναστάσεως.


Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
Ευχή εξομολογητική εις την Υπεραγία Θεοτόκο

Δός μοι καιρὸν μετανοίας καὶ λογισμὸν ἐπιστροφῆς. Αἰφνιδίου με ἐλευθέρωσον θανάτου. Κατακεκριμένου με συνειδότος ἀπάλλαξον. Τέλος παράστηθί μοι ἐν τῷ χωρισμῷ τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς ἐκ τοῦ ἀθλίου τούτου σώματος, τὴν ἀφόρητον ἐκείνην ἐλαφρύνουσα βίαν, τὸν ἀνέκφραστον ἐκεῖνον ἐπικουφίζουσα πόνον, τὴν ἀπαραμύθητον ἐκείνην παραμυθουμένη στενοχωρίαν, τῆς σκοτεινῆς με τῶν δαιμόνων λυτρουμένη μορφῆς, τοῦ πικροτάτου λογοθεσίου τῶν τελωνῶν τοῦ ἀέρος καὶ τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους ἐξαίρουσα, τὰ χειρόγραφα τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν διαρρήσουσα, τῷ Θεῷ με οἰκειοῦσα, τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ καὶ μακαρίας στάσεως, τῆς ἐν τῷ φοβερῷ κριτηρίῳ, καταξιοῦσα, τῶν αἰωνίων καὶ ἀνυποίστων ῥυομένη κολάσεων, τῶν ἀοιδίμων καὶ ἀκηράτων ἀγαθῶν ποιοῦσα κληρονόμον.

Δώσε μου καιρό μετανοίας, και λογισμό επιστροφής. Φύλαξε με από τον αιφνίδιο θάνατο. Απάλλαξε με από την κατάκριση της συνειδήσεως. Τέλος στάσου κοντά μου και στήριξε με κατά το χωρισμό της ταπεινής ψυχής μου από το άθλιο αυτό σώμα, για να ελαφρύνεις την αφόρητη εκείνη βία, να ανακουφίσεις τον ανέκφραστο εκείνο πόνο, και να παρηγορήσεις την απαρηγόρητη εκείνη στενοχώρια μου. Λύτρωσε με από τη σκοτεινή μορφή των δαιμόνων, απάλλαξε με από την πικρότατη λογοθεσία στους τελώνες του άερα και τους άρχοντες του σκότους, σχίζοντας τα χειρόγραφα των πολλών μου αμαρτιών. Φέρε με σε οικειότητα με το Θεό και αξίωσε με να βρεθώ στα δεξιά Του, κατά την ώρα της φοβερής κρίσεως. Λύτρωσε με από τις αιώνιες και αφόρητες κολάσεις και κάνε με κληρονόμο των αιωνίων και άφθαρτων αγαθών.


Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Πνευματικά Γυμνάσματα. Κεφάλαιο Η΄, γ΄. Ότι ο θάνατος είναι τέλος όλου του καιρού.

Παρακάλεσε με θερμά δάκρυα τον Βασιλέα των αιώνων να σε ελευθερώσει από τους φοβερούς δαίμονες, που συνηθίζουν να έρχονται πάντοτε κατά την ώρα του θανάτου, για να στήσουν ένα φοβερό και αόρατο δικαστήριο και να ερευνήσουν όσα κακά έκανες [1], όσα λόγια πονηρά είπες και όσους αισχρούς λογισμούς σκέφθηκες και να σε κατηγορήσουν όχι μόνο για τα κακά που έκανες, αλλά και για εκείνα που δεν έκανες, καθώς αυτό αναφέρεται για εκείνον τον όσιο και ησυχαστή Στέφανο, για τον οποίο γράφει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος (Λογ. ζ΄).

Και αυτά θα κάνουν οι δαίμονες τότε, για να πάρουν την ψυχή σου, αν μπορέσουν (ειδικά εάν βρουν αμαρτίες ανεξομολόγητες), και να την καταδικάσουν στον Άδη, και εξ αιτίας αυτού, ω πόσο φόβο θα νιώσει ή άθλια ψυχή, ω πόση αγωνία [2]! Ω πόσο κρύο ιδρώτα θα χύσει, εάν βρεθεί αδιόρθωτη και ανέτοιμη! Γι’ αυτό ας είσαι πάντα έτοιμος, αδελφέ, εξομολογημένος και διορθωμένος και παρακάλεσε τον Θεό να μη δει η ψυχή σου κατά την ώρα εκείνη την ζοφερή [=σκοτεινή] όψη των πονηρών δαιμόνων, διότι και μόνο αυτή η θεωρία τους είναι φοβερή και τρομερή, καθώς σχετικά με αυτό παρακαλεί τον Θεό και ο σοφός Σειράχ λέγοντας. «Παρακάλεσα να με σώσει από τον θάνατο» (Σοφ. Σειρ. 51.9), και ο άγιος μάρτυρας Ευστράτιος, όπως φαίνεται από την κατά το τέλος του εκφωνηθείσα ευχή [3].

[1] Όχι μόνο στους αμαρτωλούς, αλλά και στους αγίους συνηθίζει να πηγαίνει και άρχοντας του κόσμου στο τέλος της ζωής τους, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος «Νομίζω ότι οι γενναίοι του Θεού αθλητές, αφού κατά την διάρκεια της ζωής τους αγωνίσθηκαν αρκετά κατά των αοράτων εχθρών, όταν πλησιάσουν στο τέλος της ζωής τους, αφού ξεφύγουν όλες τους τις κακουργίες, ερευνώνται από τον άρχοντα του αιώνος, ώστε αν βρεθούν έχοντας τραύματα από τους αγώνες ή μερικούς σπίλους και τύπους της αμαρτίας, να συλληφθούν, εάν όμως βρεθούν άτρωτοι και άσπιλοι, σαν καθαροί που είναι και ελεύθεροι, θα αναπαυθούν από τον Χριστό» (Ερμην. εις τον ζ’ ψαλμ.).

Τί λέω; Και στον ίδιο τον Κύριο τόλμησε να πάει ο διάβολος, όπως το λέει ο Κύριος μόνος «ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν» [Έρχεται ο άρχοντας του κόσμου αυτού, αν και δεν έχει καμμία εξουσία επάνω μου] (Ιωάν. 14, 30).

[2] Γι’ αυτό και ο θείος Χρυσόστομος λέει, ότι πολλοί από τον φόβο της θεωρίας των δαιμόνων ζητούν να ρίξουν το κρεββάτι και έχουν άγριο βλέμμα και κάνουν και άλλα άτακτα πράγματα λέει τα εξής «Δεν γνωρίζετε ότι την τελευταία ημέρα ή αμαρτία κάνει την ψυχή άνω κάτω και ότι την ανακινεί από κάτω; Έτσι μπορεί κανείς να ακούει να διηγούνται πολλούς, ότι είδαν φοβερές μορφές, των οποίων ούτε την θεωρία, δεν μπορούν να υποφέρουν αυτοί, που φεύγουν από την ζωή. Τινάζουν με πολλή δύναμη ακόμη και το κρεββάτι, στο οποίο βρίσκονται, και είναι φοβερό θέαμα για τους παρόντες, επειδή ή ψυχή επιστρέφει μέσα και διστάζει να χωρισθεί από το σώμα και δεν μπορούν να υποφέρουν την όψη των ερχομένων αγγέλων» (Όμιλ. εις το κατά Ματθ.).

[3] Αυτήν την ευχή έχει ως τυπικό ή Εκκλησία του Χριστού να διαβάζεται κάθε Σάββατο κατά το τέλος του Μεσονυκτικού βλέπε στο Ωρολόγιο.


Ερμηνεία εις τους ΡΝ΄ Ψαλμούς του Προφητάνακτος Δαυίδ,
από τον Βυζαντινό λόγιο μοναχό Ευθύμιο Ζυγαβηνό, την διόρθωση της οποίας συμπλήρωσε και υπομνημάτισε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.

Ψαλμός 7, 2-3. Σῶσόν με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με, καί ρῦσαί με, μή ποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τήν ψυχήν μου.

Σώσε με λέει, από τους ορατούς εχθρούς που με κυνηγούν, λύτρωσε με δε και από τους αόρατους εχθρούς, τους Δαίμονες, οι ο οποίοι αμέσως μόλις πεθάνει κάποιος ψάχνουν να βρουν αμαρτίες και πληγές στην ψυχή του, με σκοπό να την σκλαβώσουν και να την κατακυριεύσουν. Ώστε εδώ η δέηση του Δαβίδ είναι διπλή, δηλαδή και για την παρούσα ζωή και για την μέλλουσα, και για τους αισθητούς εχθρούς και για τους νοητούς…

… Ταιριάζει δε ο παρών Ψαλμός και σε κάθε άνθρωπο που αντιμετωπίζει διάφορα περιστατικά και κινδύνους, αν σαν διώκοντες νοήσεις τους Δαίμονες και λέοντα τον άρχοντα τους Διάβολο, ο οποίος ορμάει στην ψυχή, αφού βγει από το σώμα, προσπαθώντας να την παρασύρει στην αιώνια απώλεια.


Όσιος Σεραφείμ Σάρωφ

»Κοιμήθηκαν δυο μοναχές. Και οι δύο είχαν χρηματίσει ηγουμένισσες. Ο Κύριος μου αποκάλυψε, ότι οι ψυχές τους περνώντας μέσα από τα εναέρια τελώνια δυσκολεύτηκαν. Τρία μερόνυχτα προσευχόμουν ο ταπεινός και ικέτευα την Παναγία για τη σωτηρία τους. Η αγαθότητα του Κυρίου δι’ ευχών της Υπεραγίας Θεοτόκου, τελικά τις ελέησε. Πέρασαν τα εναέρια τελώνια και έλαβαν την άφεση των αμαρτιών».


Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος
Ο Εκατοστός δέκατος όγδοος Ψαλμός*, σε ερμηνεία του Επισκόπου Θεοφάνη.

* 118, 80. γενηθήτω ἡ καρδία μου ἄμωμος ἐν τοῖς δικαιώμασί σου, ὅπως ἂν μὴ αἰσχυνθῶ. (Είθε η καρδιά μου, (με τον δικό σου φωτισμό), να γίνει άμεμπτος και ακεραία στην τήρηση των εντολών σου, για να μην ντροπιαστώ).

Ο προφήτης δεν αναφέρει το πώς και το που ο άνθρωπος είναι δυνατόν να μην «αισχυνθεί». Ο στίχος έχει δυό ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Η μία αναφέρεται στον αγώνα που διεξάγει ο άνθρωπος, ώστε να
τηρεί το λόγο του Θεού στην επίγεια ζωή του, ενώ η άλλη αναφέρεται στην ώρα του θανάτου και στη διέλευση της ψυχής από τα τελώνια. Ανεξάρτητα με το πόσο παράλογη μπορεί να φαίνεται η ιδέα περί τελωνίων στούς «σοφούς» μας, δε θα τα γλιτώσουν. Τί ζητούν λοιπόν αυτοί οι εισπράκτορες από τις ψυχές που περνούν ανάμεσά τους; Ψάχνουν, μήπως οι ψυχές έχουν κάτι το οποίο χρήζει τελών; Τί νά είναι άραγε αυτό; Είναι τα πάθη.

Έτσι λοιπόν, στόν άνθρωπο του οποίου η καρδιά είναι καθαρή και απαλλαγμένη από πάθη, δε βρίσκουν τίποτα που να τους κάνει ν’ αρχίσουν τον καβγά αντίθετα, η μή καθαρή καρδιά τους ερεθίζει αφάνταστα...

…Έτσι λοιπόν, στην περίπτωση που παραμένει μέσα στην ψυχή κάποια έλξη γιά ένα αντικείμενο οποιουδήποτε πάθους, είναι πολύ αμφίβολο το εάν θα καταφέρει να μη ντροπιαστεί καθώς θα διέρχεται από τα τελώνια. Το να αισχυνθεί η ψυχή σημαίνει ότι με δική της ευθύνη καταποντίζεται στην κόλαση.  Όμως την υπέρτατη αισχύνη θά τη νιώσει στην Τελική Κρίση , ενώπιον του προσώπου του Παντεπόπτου Kριτού…».


Χειραγωγία στην Πνευματική ζωή. Τα τελώνια.

Τα τελώνια είναι εναέρια δαιμόνια, πού, μετά τον σωματικό θάνατο του ανθρώπου, προσπαθούν να εμποδίσουν την ανάβαση της ψυχής του στον ουρανό. Για να το πετύχουν, παρουσιάζουν στους αγγέλους, που συνοδεύουν την ψυχή, όσα αμαρτήματα έκανε στη γή. Οι άγγελοι, πάλι, παρουσιάζουν τα καλά έργα της ψυχής, διευκολύνοντας την πορεία της προς τόν ουρανό. Η διαδικασία αυτή λέγεται τελωνισμός της ψυχής.

Είναι η πρώτη και ατομική μεταθανάτια κρίση του ανθρώπου, κατά την οποία εξετάζεται ολόκληρη η επίγεια ζωή του, με τα καλά και πονηρά της έργα. Τα αμαρτήματα που σβήστηκαν με τη μετάνοια και την Εξομολόγηση, θεωρείται ότι δέν διαπράχθηκαν ποτέ. Μετά την πρώτη αυτή κρίση, η ψυχή αναμένει τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου, οπότε θα γίνει η τελική και γενική κρίση των ψυχών.


Θεόφιλος Αλεξανδρείας
Το Γεροντικόν. Ήτοι αποφθέγματα αγίων Πατέρων. Ιστορία 4η

Ο ίδιος ο αββάς Θεόφιλος έλεγε:

Ποιο φόβο και τρόμο και στενοχώρια έχουμε να δούμε, όταν η ψυχή χωρίζεται από το σώμα; Γιατί φθάνει κοντά μας στρατός και δύναμη των εχθρικών δυνάμεων, οι άρχοντες του σκότους, οι κοσμοκράτορες της κακίας, οι αρχές και εξουσίες, τα δαιμόνια της πονηρίας. Και με κάποιον τρόπο δίκης, κρατούν την ψυχή και παρουσιάζουν όλα τα εν γνώσει και αγνοία αμαρτήματά της, από νεότητος μέχρι την ηλικία που έφτασε ο θάνατος. Στέκουν λοιπόν κατηγορώντας όλα όσα αυτή έπραξε.

Πόσο λοιπόν τρόμο νομίζεις ότι έχει η ψυχή την ώρα εκείνη, έως ότου  να βγει η απόφαση και να ελευθερωθεί; Αυτό είναι η ώρα της ανάγκης, έως ότου δει ποια θα είναι η έκβαση γι΄ αυτήν.

Και πάλι οι θείες δυνάμεις στέκονται απέναντι στους εχθρούς, και παρουσιάζουν και αυτές  τις καλές της πράξεις.

Στέκοντας στη μέση η ψυχή παρατηρεί, με πόσον άραγε φόβο και τρόμο στέκει, μέχρι να ληφθεί η απόφαση της δίκης της από τον δίκαιο Κριτή;

Και αν μεν είναι άξια (η ψυχή), εκείνοι επιπλήττονται (οι δαίμονες) και αυτή αρπάζεται απ΄ αυτούς. Και στο εξής μένει αμέριμνη, μάλλον δε κατοικεί όπως είναι γραμμένο: ὡς εὐφραινομένων πάντων ἡ κατοικία ἐν σοί (Ψαλμοί 86.7). Τότε εκπληρώνεται το γραμμένο: ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός. Τότε αφού απαλλαχθεί (η ψυχή), πηγαίνει σ’ εκείνη την ανέκφραστη χαρά και δόξα, στην οποία θα εγκατασταθεί.

Εάν όμως βρεθεί ότι έζησε με αμέλεια, ακούει την φοβερή φωνή του Κυρίου: ἀρθήτω ὁ ἀσεβής, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν Κυρίου (Ησαίας 26.10). Τότε την φθάνει ημέρα οργής, ημέρα θλίψης και στενοχώριας, ημέρα σκότους και ζόφου. Παραδίδεται στο αιώνιο σκότος και καταδικάζεται στο αιώνιο πυρ, θα κολάζεται στους ατελείωτους αιώνες. Τότε που είναι η καύχηση του κόσμου (τούτου); που η ματαιοδοξία; που η καλοπέραση; που η απόλαυση; που η φαντασία; που η ανάπαυση; που η περηφάνεια; που τα χρήματα; που η ευγένεια; που πατέρας; που μητέρα; που αδερφός; ποιος θα μπορέσει να την γλυτώσει που καίγεται από την φωτιά και έχει πιαστεί στα πικρά βασανιστήρια;

Όταν αυτά γίνονται έτσι, τι είδους πρέπει να είμαστε, με άγια αναστροφή και ευσέβεια; τι είδους αγάπη πρέπει να αποκτήσουμε; τι είδους αγωγή; τι είδους πολιτεία; τι είδους δρόμο; ποια ακρίβεια;  ποια προσευχή; ποια ασφάλεια; Διότι λέει, αφού αυτά προσδοκούμε, ας φροντίσουμε να ευρεθούμε σ΄ Αυτόν άσπιλοι και αμόλυντοι εν ειρήνη. Για να καταξιωθούμε να Τον ακούσουμε να λέει: δεῦτε οἱ εὐ­λογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοι­­­μα­σμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: