Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας. Έργα Κατηχητικά και Νηπτικά. Το θαύμα της θεραπείας του Παραλύτου.

Ἀδελφές καί Μητέρες,

1.-. Ἐπειδή τήν περασμένη Κυριακή ἀπουσίαζα καί δέν βρισκόμουν ἐδῶ, δέν μπόρεσα νά προσφέρω στίς ψυχές σας μέ τή διδασκαλία μου τή συνηθισμένη πνευματική τροφοδοσία. Γι’ αὐτό δέν σᾶς ἔγινε ἡ ἐξήγηση τοῦ θαύματος στόν Παράλυτο. Ἔτσι, ἔχασαν οἱ καρδιές σας ὅ,τι ἔχει σχέση μέ αὐτό τό θαῦμα, πρᾶγμα πού σᾶς κάνει νά μοιάζετε καί ἐσεῖς στόν Παράλυτο, πεσμένες στήν ἄγνοια ἐξαιτίας τῆς ἔλλειψης ἀνάλογης διδασκαλίας. Δέν εἴχατε ἐμένα, τόν δάσκαλό σας, πού πονάει καί ἐνδιαφέρεται γιά τή σωτηρία σας, νά σᾶς βάλει στήν κολυμβήθρα, δηλαδή, στή βαθύτερη γνώση καί κατανόηση τοῦ θαύματος, πού τέλεσε ὁ Κύριος.

Αὐτή, λοιπόν, τήν Κυριακή πού βρίσκομαι κοντά σας, θά ἐπιχειρήσω νά προσφέρω στίς ψυχές σας τή σχετική κατήχηση. Νά παρακολουθήσετε τώρα τόν λόγο μου μέ προσοχή, ὥστε μέ τή γνώση πού θά σᾶς προσφέρει ἡ διδασκαλία, νά ἀνανήψει ἡ ψυχή σας καί νά στερεωθοῦν οἱ λογισμοί σας –γιατί τώρα μοιάζουν μέ τόν Παράλυτο– καί στό ἑξῆς νά φροντίζετε γιά τή σωτηρία σας, ἐπιτελῶντας καθετί καλό.

2.-. Ἦταν ἡ ἑορτή τῶν Ἰουδαίων, ἡ Πεντηκοστή, καί «ὁ Ἰησοῦς ἀνέβηκε στά Ἱεροσόλυμα». Γιά νά μή φανεῖ ὅτι καταλύει τόν Νόμο Ἐκεῖνος πού ἔδωσε τόν Νόμο, πῆγε μαζί μέ τούς ἄλλους στήν ἑορτή. Ἀλλά δέν ἦταν μόνο αὐτός ὁ λόγος πού Τόν ἔκανε νά πάει στήν ἑορτή. Πῆγε, γιατί ἤθελε μέ τή διδαχή καί τά θαύματα, νά ὁδηγήσει στήν πίστη ὅλο ἐκεῖνο τό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, πού εἶχε συγκεντρωθεῖ ἐκεῖ.

3.-. Ἄς τό ἀκούσουν αὐτό ὅλοι ἐκεῖνοι πού τρέχουν κατά τίς ἑορτές στίς πανηγύρεις τῶν Ἁγίων, καί ἑορτάζουν μέ συμπόσια, τραγούδια, χορούς καί διάφορα ἄλλα παιχνίδια. Ὁ Ἰησοῦς πῆγε στήν ἑορτή, ὄχι γιά νά φάει καί νά πιεῖ, οὔτε γιά νά κάνει κάποιες ἄλλες νεωτεριστικές καί κοσμικές δραστηριότητες, ἀλλά γιά νά εὐεργετήσει καί νά φωτίσει μέ τή διδασκαλία καί τά θαύματά Του ὅλους ἐκείνους, πού παρευρίσκονταν στήν ἑορτή.

4.-. Πρέπει καί ἐμεῖς, ὅταν πηγαίνουμε στίς ἑορτές τῶν Ἁγίων, νά πανηγυρίζουμε στούς ναούς τοῦ Θεοῦ πνευματικά, νά συμμετέχουμε στίς ἀγρυπνίες, νά περνᾶμε τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μέ ψαλμωδίες καί νά ἱκετεύουμε γιά τή βοήθεια τῶν Ἁγίων μέ ἀγρυπνία καί ὁλοκάρδια προσευχή. Νά τιμᾶμε, ἐπίσης, τίς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν μέ τό νά λέμε καί νά ἀκοῦμε πνευματικά θέματα καί νά παρακινοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο στή μίμηση τῶν καλῶν.

«Ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς», ἐπειδή ἤθελε νά οἰκονομήσει τή δική μας ἀνάβαση καί προκοπή. Ἐπειδή ἐμεῖς εἴχαμε πέσει κάτω λειτουργῶντας τά πάθη καί τήν ἁμαρτία, ἀνεβαίνει ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα μέ σκοπό νά διευθετήσει τή δική μας ἀνάβαση πρός τήν ἀπάθεια καί τήν ἀρετή. Γιατί, κάθε φορά πού μεριμνοῦμε γιά τά καλά καί ἐργαζόμαστε τά ἔργα τῆς ἀρετῆς, ἔχουμε ἑορτή στήν ψυχή μας καί ἀνεβαίνουμε στά Ἱεροσόλυμα. Φθάνουμε, δηλαδή, στό λιμάνι τῆς εἰρήνης καί τῆς σωτηρίας.

5.-. Στά Ἱεροσόλυμα ἦταν ἡ προβατική κολυμβήθρα, πού εἶχε πέντε στοές. «Σ’ αὐτές βρισκόταν πολύ πλῆθος ἀσθενῶν. Γιατί, κατά καιρούς, ἄγγελος τάρασσε τά νερά της καί ὅποιος κατόρθωνε μετά ἀπό αὐτό νά μπεῖ πρῶτος στήν κολυμβήθρα, γιατρευόταν ἀπό ὅποια ἀρρώστια καί ἄν ἔπασχε».

«Κολυμβήθρα» εἶναι ἡ μετάνοια. «Προβατική» λέγεται, γιατί ὅποιος μετανοεῖ, γίνεται πρᾶος καί ἄκακος σάν τό ἀρνί. Ἡ κολυμβήθρα στά Ἱεροσόλυμα λεγόταν «προβατική», ἐπειδή σ’ αὐτήν ἔπλεναν τά ἐντόσθια καί τήν κοιλιά τῶν προβάτων, πού θυσιάζονταν. Ἔτσι καί ἡ μετάνοια πλένει μέ τά δάκρυα τά βάθη τῆς ψυχῆς καί καθαρίζει τούς λογισμούς τῆς καρδιᾶς, κάνοντας τούς ἀνθρώπους ἥμερους καί προσηνεῖς. Γι’ αὐτό καί ἡ κολυμβήθρα τῆς μετανοίας λέγεται προβατική, γιατί ἀποβάλλει σάν ἐντόσθια τά κρυφά ἁμαρτήματα καί δέχεται τά πρῶτα γεννήματα τῆς ψυχῆς, πού τήν ἀνάγουν στήν ἀοργησία καί στή θεία ἀγάπη.

Τά πρῶτα γεννήματα τῆς ψυχῆς εἶναι οἱ ἀρετές, πού ἔχουν δοθεῖ ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο κατά τή δημιουργία του. Αὐτές εἰκονίζονται μέ πρόβατα. Ἐντόσθια εἶναι τά δυσώδη πάθη, πού προστέθηκαν ἐκ τῶν ὑστέρων στό ἀνθρώπινο γένος. Αὐτά τά καθαρίζει ἡ ἀληθινή μετάνοια, ἡ ὁποία, ἔχοντας «πέντε στοές», ἐπαναφέρει τήν ψυχή στήν πρότερη κατάστασή της. Καί αὐτό, γιατί πέντε τρόποι ὑπάρχουν, διά τῶν ὁποίων λειτουργεῖται ἡ μετάνοια. Αὐτοί εἶναι:

Ἡ ἀποχή ἀπό τά κακά,
ἡ ἐργασία τῶν καλῶν,
ἡ μνήμη τῶν ἁμαρτημάτων,
ἡ ἐξομολόγηση καί
τό συνεχές πένθος.

Ἄν προσέλθουν μέ αὐτούς τούς πέντε τρόπους μετανοίας ὅσοι ἀσθενοῦν ἀπό ἁμαρτήματα, θά ἀναπαυθοῦν. Γιατί αὐτός πού θά μπεῖ πρῶτος στήν κολυμβήθρα τῆς μετανοίας, θεραπεύεται ἀπ’ ὅποιο νόσημα καί ἄν πάσχει, εἴτε αὐτό εἶναι ἡ πορνεία ἤ ἡ μοιχεία ἤ ἡ μέθη ἤ ἡ ἀδικία ἤ ἡ μνησικακία. Ὅλες οἱ ἐνέργειες τῶν ἁμαρτημάτων, ἄν πέσουν στό νερό τῆς μετανοίας, πνίγονται καί πεθαίνουν. Ἀλλά καί ὅταν ἔχει ἤδη συντελεστεῖ ἡ ἁμαρτία, οἱ μνῆμες ὅσων ἁμαρτημάτων ἔχουν διαπραχθεῖ, οἱ ὁποῖες παραμένουν στήν ψυχή, ἐξαλείφονται καί αὐτές μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί μέ τήν ἐξομολόγηση. Γιατί, ὅταν ἡ ψυχή συντρίβεται καί κλαίει μετανοημένη γιά ὅσα κακά ἔχει πράξει, τότε μισεῖ τόν ρύπο τῶν αἰσχρῶν πράξεών της καί τίς ἀποστρέφεται ἐντελῶς. Καί ὅπως κάποιο βρώμικο ροῦχο, ὅταν τό βάλουμε στό νερό καί τό τρίψουμε, καθαρίζεται καί λευκαίνεται, ἔτσι καί ἡ ψυχή πού ἔχει μέσα της ἀκάθαρτο λογισμό, μέ τή συντριβή τῆς συνειδήσεώς της καθαρίζεται καί λευκαίνεται.

6.-. Ἀκοῦστε, ὅμως, μέ μεγάλη προσοχή, ἀγαπημένα μου παιδιά. Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ζῶντας στίς ἡδονές καί πεσμένη στίς ἐπιθυμίες αὐτοῦ τοῦ κόσμου, εἶναι σάν νά τῆς λείπουν τά νεῦρα, καί ὅλοι οἱ λογισμοί καί τά μέλη τοῦ σώματός της εἶναι παράλυτα. Δέν μπορεῖ νά ἐργασθεῖ, οὔτε ἔχει τίς τρεῖς δυνάμεις της ὑγιεῖς, δηλαδή, τό λογιστικό, τό θυμικό καί τό ἐπιθυμητικό, οὔτε εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό τά ὀκτώ περιεκτικά πάθη. Γι’ αὐτό καί ἡ ψυχή τῆς καθεμιᾶς σας, ὅπως ὁ Παράλυτος, ἔχει καθηλωθεῖ ἀπό τήν ἀσθένεια τριάντα ὀκτώ ἔτη. Γιατί εἶναι ἀδύνατον, ὅταν κάποιας ἀσθενεῖ τό λογιστικό, τό θυμικό καί τό ἐπιθυμητικό μέρος τῆς ψυχῆς της, νά μήν ἀσθενεῖ καί νά μή σύρεται συγχρόνως καί ἀπό τά ὀκτώ πάθη στή δουλεία τους.

7.-. Ποιές, ὅμως, εἶναι οἱ τρεῖς δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί ποιά τά ὀκτώ πάθη, ἀπό τά ὁποῖα κυριεύεται ἡ ψυχή; Δῶστε μου τήν προσοχή σας καί θά σᾶς πῶ.

Ὅταν ὁ λογισμός λειτουργεῖ τήν ἀδικία, σκέπτεται πονηρά καί μελετᾶ πῶς θά ξεγελάσει μέ ψέματα, πῶς θά ἐπιορκήσει, πῶς θά πορνεύσει, πῶς θά μοιχεύσει, πῶς θά φονεύσει, πῶς θά κάνει μάγια ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο κακό, τότε ἀρρωσταίνει τό λογιστικό μέρος τῆς ψυχῆς.

Ὅταν, ἐπίσης, ὀργίζεται ἐναντίον τοῦ συνανθρώπου του, μαίνεται κατά τοῦ γείτονά του καί πάει νά τοῦ κάνει κακό, ὅταν ἐξοργίζεται καί θυμώνει ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του, τότε πάσχει τό θυμικό τῆς ψυχῆς.

Ὅταν, πάλι, ἐπιθυμεῖ τόν κόσμο καί τά πράγματα τοῦ κόσμου, ὅταν ἀγαπᾶ τήν κοσμική δόξα καί τόν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, τότε εἶναι ἄρρωστο τό ἐπιθυμητικό τῆς ψυχῆς.

Ἄν, λοιπόν, τά τρία μέρη τῆς ψυχῆς βρίσκονται σέ τέτοια κατάσταση, τότε καί τά ὀκτώ πάθη βρίσκουν τόπο καί τροφή στήν καρδιά καί στά μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου. Καί ἔτσι, ἡ ψυχή βρίσκεται «τριάντα καί ὀκτώ χρόνια ἄρρωστη».

Καί ποιά εἶναι αὐτά τά ὀκτώ πάθη; Εἶναι

ἡ γαστριμαργία,
ἡ πορνεία,
ἡ φιλαργυρία,
ἡ ἀκηδία –δηλαδή ἡ ἀμέλεια–
ἡ ὀργή,
ἡ λύπη,
ἡ κενοδοξία καί
ἡ ὑπερηφάνεια.

8.-. Ποιός, ὅμως, ἀπό τούς ἀνθρώπους δέν πονηρεύεται, δέν ἀσκεῖ δόλο, δέν ὀργίζεται, δέν ἐπιθυμεῖ πλοῦτο καί δόξα ἤ δέν πέφτει στά ὀκτώ πάθη, πού προανέφερα;

Ἀκούσατε, λοιπόν, πῶς ἀρρωσταίνει ἡ ψυχή; Καταλάβατε πῶς καθεμιά σας εἶναι τριάντα ὀκτώ χρόνια ἄρρωστη, ὅπως καί ὁ Παράλυτος; Ἀκοῦστε τώρα καί τόν τρόπο τῆς θεραπείας καί βιαστεῖτε νά βρεῖτε «ἄνθρωπο», δηλαδή, τρόπο, γιά νά σᾶς βοηθήσει νά ἀποκτήσετε φρόνιμο λογισμό, πού θά μπορέσει νά σᾶς θεραπεύσει. Γιατί ἔχουμε καί ἐμεῖς κολυμβήθρα τήν ἀξιέπαινη καί ἰαματική μετάνοια, πού ἔχει πέντε τρόπους σάν ἄλλες στοές. Ἔχει, δηλαδή, τήν ἀποχή ἀπό τά κακά, τήν ἐργασία τῶν καλῶν, τήν ἐξομολόγηση, τή μνήμη τῶν ἁμαρτημάτων καί τά δάκρυα.

9.-. Στήν κολυμβήθρα τῶν Ἱεροσολύμων ὁ ἄγγελος ἀνακινοῦσε τό νερό καί αὐτό ἀποκτοῦσε ἰαματική δύναμη. Ἐδῶ καθεμιά σας, ὅταν δέν πολιτεύεται σωστά, διαταράσσει τή συνείδησή της καί, ἔτσι, φοβίζει καί ἀναστατώνει τήν ψυχή. Καί αὐτό, γιατί ἀνακινεῖ στή μνήμη της τά ἁμαρτήματα, τή μέλλουσα Κρίση καί τά φοβερά κολαστήρια καί τά φέρνει ἐνώπιόν της. Τότε ἐλέγχεται ἀπό αὐτά, θορυβεῖται καί φοβᾶται τήν καταδίκη της. Ἔτσι, βαπτίζεται στή μετάνοια, κλαίει πικρά καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐλευθερώνεται ἀπό τήν ἁμαρτία.

10.-. Ὅποιος δέν διαπράττει τό κακό, ἀλλά μετανοεῖ καί ἐξομολογεῖται, αὐτός ἀποκτᾶ σώφρονα λογισμό, πού τόν ὁδηγεῖ στή μετάνοια καί ἔτσι θεραπεύεται. Ἄν, ὅμως, ἀρχίζει κανείς νά μετανοεῖ καί μετά ἀναβάλλει τή διόρθωσή του, μεταθέτοντάς την γιά τήν ἑπόμενη ἡμέρα καί διαρκῶς ἑτοιμάζεται γιά τήν ἑπόμενη, αὐτός δέν ἔχει «ἄνθρωπο». Τοῦ λείπει, δηλαδή, ὁ ἀνθρώπινος λογισμός καί γι’ αὐτό πέφτει στήν κτηνώδη καί ἄλογη γνώση. Καί αὐτό, γιατί, ἐνῶ σκέπτεται νά μετανοήσει, ἐλέγχοντας μέ μεταμέλεια τή συνείδησή του γιά τίς πτώσεις του, τόν προλαβαίνει ὁ λογισμός τῆς ἀναβολῆς καί τῆς μετάθεσης τοῦ θέματος καί στερεῖ ἀπό τήν ψυχή του τή θεραπεία της. Ἔτσι, ἐξακολουθεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεῖ στήν ἁμαρτία καί νά πορεύεται ἄρρωστος κατά τήν ψυχή, χωρίς νά μπορεῖ ποτέ νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά πάθη.

11.-. Ἀλλά γιά νά κάνω τόν λόγο μου πιό σαφῆ, ἀκοῦστε. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ζεῖ τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά πορεύεται καί ἀσχολεῖται μέ μάταια καί ψεύτικα πράγματα, εἶναι παράλυτος. Αὐτός, ὅταν τόν ἐλέγχει ἡ συνείδησή του καί τοῦ λέει ὅτι δέν κάνει καλά πού δέν πάει στήν ἐκκλησία, μεταμελεῖται, λυπᾶται καί ἀρχίζει νά ἐκκλησιάζεται. Ἄν, λοιπόν, αὐτός μπεῖ στήν ἐκκλησία μέ φόβο Θεοῦ καί ἀκούσει τούς ὕμνους καί τήν ψαλμωδία, τότε ἡ ψυχή του μαλακώνει, θεραπεύεται καί σώζεται. Γιατί ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει σωστό λογισμό, ὅταν δεχθεῖ ἔλεγχο ἀπό τή συνείδησή του καί μπεῖ στήν ἐκκλησία, εἶναι σάν νά μπαίνει σέ κολυμβήθρα.

Μπορεῖ, ὅμως, κάποιος νά ἐλεγχθεῖ ἀπό τή συνείδησή του καί νά θελήσει νά μετανοήσει, γιά τό ὅτι δέν βρίσκεται στήν ἐκκλησία, ἀλλά δέν σηκώνεται νά πάει ἐκεῖ. Ἀντίθετα, λέει μέ τόν νοῦ του: «Θά κάνω πρῶτα αὐτή τή δουλειά, θά τακτοποιήσω αὐτό τό θέμα μου καί μετά θά πάω στήν Ἀπόλυση τοῦ Ἑσπερινοῦ. Καί ἄν ἀκόμα δέν προλάβω καί τότε νά πάω, θά πάω αὔριο στόν Ὄρθρο ἤ στή Θεία Λειτουργία». Αὐτός ὁ ἄνθρωπος μένει ἀθεράπευτος καί στερεῖται τή σωτηρία του. Γιατί σκεπτόταν μέν νά πάει στήν ἐκκλησία, ἀλλά τόν πρόλαβε ἡ βιοτική μέριμνα καί «ἡ φιλία τοῦ κόσμου» καί τόν ἐμπόδισε ἀπό τό νά πάει στήν ἐκκλησία καί ν’ ἀκούσει τόν Θεῖο λόγο. Ἔτσι, ἡ ἀναβολή τοῦ στέρησε τή θεραπεία τῆς ψυχῆς του. Καί τότε πραγματοποιεῖται ἐκεῖνο τό, «ἐνῶ ἐγώ πηγαίνω πρός τά ἐκεῖ, προλαβαίνει ἄλλος καί θεραπεύεται καί ἐγώ παραμένω ἄρρωστος, πεσμένος καταγῆς». Ἐνῶ, δηλαδή, φροντίζω ὥστε νά μπορέσω νά πάω στήν ἐκκλησία, «ἡ φιλία τοῦ κόσμου» καί τῶν διαφόρων ἄλλων ὑποθέσεων προλαβαίνει καί μέ δεσμεύει πρώτη, ἐμποδίζοντάς με νά τρέξω ἀμέσως στήν ἐκκλησία. Ἔτσι, ἀφαιρεῖ ἀπό τήν ψυχή μου τήν καλή αὐτή πρόθεση καί πάλι βρίσκομαι ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία.

12.-. Μπορεῖ κάποιος νά πορνεύει καί νά βρίσκεται πεσμένος στή μοιχεία, ἀλλά τόν ἐλέγχει ἡ συνείδησή του, λέγοντάς του ὅτι δέν ζεῖ σωστά. Ἐάν αὐτός μέ τόν ἔλεγχο τῆς συνείδησής του μετανοήσει, σταματήσει νά πορνεύει καί μπεῖ στήν κολυμβήθρα τῆς σωφροσύνης, τότε ἡ ψυχή του θεραπεύεται καί σώζεται.

Ἄν, ὅμως, αὐτός φροντίσει δῆθεν νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν πορνεία, ἀλλά δέν ἀγαπήσει τή σωφροσύνη, τότε θά ἀναβιώσει μέσα του ὁ ἁμαρτωλός λογισμός καί θά προλάβει τήν ψυχή του, ἀφαιρώντας ἀπό τήν καρδιά του τήν ἔννοια τῆς σωφροσύνης. Ἔτσι, αὐτός ὁ ἄνθρωπος θά πέσει πάλι στό ἁμάρτημα τῆς πορνείας. Τότε θά πραγματοποιηθεῖ αὐτό τό ἁγιογραφικό πού λέει, «ἐνῶ ἐγώ πηγαίνω πρός τά ἐκεῖ, προλαβαίνει ἄλλος καί θεραπεύεται καί ἐγώ παραμένω ἄρρωστος, πεσμένος καταγῆς». Ἐνῶ, λέει, ἐγώ σκέπτομαι νά σωφρονιστῶ, μέ προλαβαίνει ὁ λογισμός τῆς πορνείας καί μοῦ ἁρπάζει τή γνώση τῆς σωφροσύνης καί ἐγώ συνεχίζω νά πορνεύω.

13.-. Συμβαίνει πάλι κάποιος νά ἀδικεῖ τόν συνάνθρωπό του καί νά βρίσκεται πεσμένος ὡς παράλυτος στό κρεβάτι τῆς πλεονεξίας, ἀλλά τόν ἐλέγχει ἡ συνείδησή του ὅτι δέν ἐνεργεῖ σωστά. Ἄν αὐτός μέ τόν ἔλεγχο τῆς συνείδησής του ἀφήσει τήν ἀδικία καί μπεῖ στήν κολυμβήθρα τῆς δικαιοσύνης, τότε θεραπεύεται ἡ ψυχή του καί σώζεται.

Ἄν, ὅμως, μεριμνήσει τάχα νά ἀπομακρύνει τόν ἑαυτό του ἀπό τήν ἀδικία, ἀλλά δέν ἀγαπήσει τή δικαιοσύνη, τόν προλαβαίνει ὁ λογισμός τῆς πλεονεξίας καί τοῦ ἀφαιρεῖ τήν ἔννοια τῆς δικαιοσύνης. Καί πέφτει πάλι ὁ ἄνθρωπος στήν ἀδικία καί ἁρπάζει τά πράγματα τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἔτσι, πραγματοποιεῖται ἐκεῖνο τό, «ἐνῶ ἐγώ πηγαίνω πρός τά ἐκεῖ, προλαβαίνει ἄλλος καί θεραπεύεται καί ἐγώ παραμένω ἄρρωστος, πεσμένος καταγῆς». Ἐνῶ, λέει, σκέπτομαι νά κάνω τό καλό, μέ προλαβαίνει ὁ λογισμός τῆς ἀδικίας καί μοῦ ἁρπάζει τή γνώση τῆς δικαιοσύνης. Καί ἀδικῶ πάλι τόν ἀδελφό μου, μένοντας πεσμένος, παράλυτος στό κρεβάτι τῆς πλεονεξίας.

14.-. Ἄλλοτε συμβαίνει νά δανείζει κάποιος χρήματα σέ ἄλλον καί παίρνει ἀπ’ αὐτόν τόκους καί βρίσκεται πεσμένος στό κρεβάτι τῆς φιλοχρηματίας σάν παράλυτος. Ἀλλά τόν ἐλέγχουν ἡ συνείδησή του καί ἡ Ἁγία Γραφή, πού τοῦ θυμίζουν ὅτι κάνει ἄσχημα πού διπλασιάζει τό κεφάλαιο μέ τόν τόκο. Ἄν αὐτός ὁ ἄνθρωπος δεχθεῖ τόν ἔλεγχο τῆς συνείδησής του καί σταματήσει νά παίρνει τόκους καί μπεῖ στήν κολυμβήθρα τῆς ἐλεημοσύνης καί, ἀκολουθώντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, δανείζει τούς πτωχούς, ἡ ἐλεημοσύνη θεραπεύει τήν ψυχή του καί σώζεται.

Ἄν, ὅμως, ἀρχίσει νά σκέπτεται καί νά λέει: «Ἔχω πολλές ὑποχρεώσεις, χρειάζομαι πολλά χρήματα καί πρέπει νά κάνω μεγάλη οἰκονομία καί γι’ αὐτό ἐπιβάλλεται νά εἰσπράττω τόκους, γιά νά μπορέσω νά θρέψω ὅσους ἐξαρτῶνται ἀπό ἐμένα, ἀλλά καί γιά νά κάνω ἐλεημοσύνη», τότε προλαβαίνει ὁ λογισμός τῆς φιλοχρηματίας καί τοῦ ἀφαιρεῖ τήν ἔννοια τῆς ἐλεημοσύνης. Καί, πάλι, γίνεται ὁ ἄνθρωπος τσιγκούνης καί ἄσπλαγχνος καί δέν δίνει οὔτε καί τό ἐλάχιστο. Ἔτσι, πραγματοποιεῖται τό «ἐνῶ ἐγώ πηγαίνω πρός τά ἐκεῖ, προλαβαίνει ἄλλος καί θεραπεύεται καί ἐγώ παραμένω ἄρρωστος, πεσμένος καταγῆς». Γιατί, λέει, ἐνῶ ἐγώ σκέπτομαι νά πάρω τόκο, γιά νά δώσω ἐλεημοσύνη, μέ προλαβαίνει ἡ τσιγκουνιά καί, ἀφοῦ πάρω τούς τόκους, δέν χαρίζω οὔτε τό ἐλάχιστο. Διότι ἡ πλεονεξία μοῦ ἁρπάζει τή σκέψη τῆς συμπάθειας καί ἐγώ σύρομαι πεσμένος στήν ἀσπλαγχνία καί δέν ἁπλώνω τό χέρι μου νά ἐλεήσω.

15.-. Εἴθε, ἀγαπητές μου ἀδελφές, νά δεχθοῦμε στίς καρδιές μας τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καί νά τόν ἐφαρμόσουμε. Ἔτσι, ὑπακούοντας στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, νά ξεφύγουμε ἀπό τά κοσμικά φρονήματα καί νά ἀκολουθήσουμε τά πνευματικά. Νά κάνουμε καί ἐμεῖς ὅπως ἔκανε καί ὁ Παράλυτος. Αὐτός, ὅταν στάθηκε μπροστά του ὁ Χριστός καί τόν πρόσταξε νά σηκωθεῖ καί νά περπατήσει, σηκώθηκε ἀμέσως, χωρίς ἄλλη σκέψη. Ἄς ὑπακούσουμε καί ἐμεῖς στίς εὐαγγελικές ἐντολές, πού μᾶς προτρέπουν νά πετάξουμε ἀπό ἐπάνω μας τίς κοσμικές ἐπιθυμίες τῆς ὕλης καί τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ἄς ὑψώσουμε τόν λογισμό μας ὡσάν ἄλλο κρεβάτι, βάζοντάς τον στούς ὤμους τῶν ἀρετῶν. Καί τότε θά ἀξιωθοῦμε νά περπατήσουμε τήν ὁδό τῆς σωτηρίας καί θά φθάσουμε στόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μέ τή Χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Ἀπό τό βιβλίο Ἅγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας, ἔργα Κατηχητικά καί νηπτικά” ἐκδ. “ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ”

Πηγή

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: