Άγιος Κάλλιστος και Άγιος Ιγνάτιος (οι Ξανθόπουλοι). Μέθοδος και κανόνας ακριβής για όσους διαλέγουν την ησυχαστική ζωή. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος E΄).

* Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Ε΄, (σελ. 20-125).

Άγιος Κάλλιστος και Άγιος Ιγνάτιος (οι Ξανθόπουλοι)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Μέθοδος και κανόνας ακριβής για όσους διαλέγουν την ησυχαστική ζωή. Σχετικά με την άσκηση, τον τρόπο ζωής, και τη δίαιτά τους, και για τα πολλά και μεγάλα αγαθά που προξενεί η ησυχία σε όσους την ασκούν σωστά. Η παρούσα πραγματεία διαιρείται σε εκατό κεφάλαια.

Κεφάλαιο 1 (Προοίμιο) – Η θεία και υπερφυσική δωρεά και χάρη που ενυπάρχει δια του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς

Κεφάλαιο 2 – Το περιεχόμενο αυτού του λόγου εκτίθεται εξαιτίας της ερωτήσεως κάποιου αδελφού και σύμφωνα με αυτό που ήθελε, αλλά και για να τηρηθεί η εντολή των Πατέρων

Κεφάλαιο 3 – Σε κάθε έργο προηγείται ο σκοπός. Και σκοπός της πραγματείας αυτής είναι να μάθομε ποιο είναι το θεμέλιο

Κεφάλαιο 4 – Aρχή κάθε κατά Θεόν εργασίας είναι το να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Σωτήρα, και τέλος η επιστροφή μας στην τέλεια χάρη του παναγίου και ζωαρχικού Πνεύματος που μάς έχει δωρηθεί αρχικά κατά το άγιο βάπτισμα

Κεφάλαιο 5 – Ποιά είναι η χάρη και πώς θα την επιτύχομε. Ποιά είναι εκείνα που τη θολώνουν και ποιά είναι πάλι εκείνα που την ανακαθαίρουν

Κεφάλαιο 6 – Στο άγιο βάπτισμα δεχόμαστε δωρεάν τη θεία χάρη· αφού όμως τη συγκαλύψομε ύστερα με τα πάθη, την καθαίρομε πάλι με την εκπλήρωση των εντολών

Κεφάλαιο 7 – Όποιος πολιτεύεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει να ασκεί όλες τις εντολές, αλλά την περισσότερη εργασία να την αφιερώνει σ’ αυτές που είναι σπουδαιότερες από τις άλλες και κάπως γενικότερες

Κεφάλαιο 8 – Αρχή κάθε θεάρεστης εργασίας είναι η με πίστη επίκληση τον ονόματος τον Κυρίον μας Ιησού Χριστού και μαζί μ’ αυτήν η ειρήνη και η αγάπη που ανατέλλουν από αυτήν

Κεφάλαιο 9 – Με κάθε μία από αυτές και με τις τρεις μαζί χαρίζεται άφθονα σε μας ο πλούτος όλων των αγαθών

Κεφάλαιο 10 – Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους Του αυτά άφησε στους Μαθητές Του σαν αποχαιρετιστήριες εντολές και θεία κληρονομιά, όπως επίσης και μετά την ανάσταση

Κεφάλαιο 11 – Με αυτά τα τρία διαπλέκονται όλες οι αρετές

Κεφάλαιο 12 – Η δωρεά και η επέλευση του Αγίου Πνεύματος από το Θεό Πατέρα στους πιστούς, χαρίζεται με τη δύναμη του Ιησού Χριστού και στο άγιο όνομά Του

Κεφάλαιο 13 – Εύλογα παραγγέλλουν οι άγιοι Πατέρες μας με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος που είχαν μέσα τους, να προσευχόμαστε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και από Αυτόν να ζητούμε το έλεος

Κεφάλαιο 14 – Εκείνος που θέλει να βαδίζει χωρίς να σφάλλει τον κατά Θεόν δρόμο της ησυχίας, πρέπει μαζί με την καθολική απάρνηση των πάντων, να εκλέξει και την τέλεια υποταγή

Κεφάλαιο 15 – Ποιά είναι τα σημάδια της αληθινής υποταγής, που όταν τα κατέχει ο πραγματικός υπήκοος, θα υποτάσσεται σωστά

Κεφάλαιο 16

  • Α’. Όποιος επιθυμεί τη γνήσια και κατά Θεόν ησυχία πρέπει να φροντίζει, μαζί με την ορθόδοξη πίστη, να είναι γεμάτος και από τα καλά έργα. Η πίστη είναι διπλή. Ο ησυχαστής πρέπει να έχει πίστη, αλλά να είναι και ειρηνικός, απερίσπαστος, αμέριμνος —δηλαδή χωρίς φροντίδες—, σιωπηλός, ήσυχος, να ευχαριστεί το Θεό για όλα, να αναγνωρίζει την αδυναμία του, να υπομένει γενναία τους πειρασμούς και να ελπίζει στο Θεό, περιμένοντας από Αυτόν το έλεος
  • Β΄. Η πίστη είναι διπλή
  • Γ΄. Πρέπει να είσαι ειρηνικός
  • Δ΄. Πρέπει να είσαι απερίσπαστος
  • Ε΄. Πρέπει να είσαι αμέριμνος και χωρίς φροντίδες
  • ΣΤ΄. Πρέπει να είσαι σιωπηλός
  • Ζ΄. Πρέπει να είσαι ήσυχος
  • Η΄. Πρέπει σε όλα να ευχαριστείς τον Θεό
  • Θ΄. Πρέπει να αναγνωρίζεις την αδυναμία σου
  • Ι΄. Πρέπει να υπομένεις γενναία τους πειρασμούς
  • Πρέπει να ελπίζεις στον Θεό και από Αυτόν να περιμένεις ότι είναι συμφέρον

Κεφάλαιο 17 – Ο φόβος του Θεού είναι διπλός, ο φόβος των αρχαρίων και ο φόβος των τελείων

  • Ο πρώτος φόβος των αρχαρίων
  • Ο δεύτερος, ο τέλειος θείος φόβος

Κεφάλαιο 18 – Για χάρη των εντολών και της πίστεως του Κυρίου Ιησού Χριστού οφείλομε, όταν το καλεί η περίσταση, να θυσιάσομε και τη ζωή μας

Κεφάλαιο 19 – Μέθοδος φυσική για την είσοδο έξοδο μέσα στην καρδιά με την εισπνοή από τη μύτη και την προσευχή που κάνομε κατ’ αυτή και που είναι το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Η μέθοδος αυτή συντελεί κάπως και στη συγκέντρωση της διάνοιας.

Κεφάλαιο 20 – Η φυσική μέθοδος με την εισπνοή από τη μύτη και την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού που τη συνοδεύει.

Κεφάλαιο 21 – Και ο ιερός Χρυσόστομος, όμοια με άλλους παλαιούς αγίους Πατέρες, παραγγέλλει να προσευχόμαστε στο όνομα του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας μέσα στην καρδιά, με αυτή την προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»

Κεφάλαιο 22 – Και πάλι για τη μνήμη του Ιησού μέσα στην καρδιά με την εισπνοή και με προσοχή

Κεφάλαιο 23 – Εκείνος που θέλει να νήψει νοερά, και πιο πολύ ο αρχάριος, πρέπει να κάθεται στον καιρό της προσευχής σε ήσυχο και σκοτεινό δωμάτιο, για να συγκεντρώνονται έτσι από το μερισμό με τρόπο φυσικό ο νους και η διάνοια

Κεφάλαιο 24 – Η απουσία ρεμβασμού χορηγείται στο νου πρώτα απ’ όλα μέσω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της επικλήσεως με πίστη μέσα στην καρδιά του αγίου ονόματός Του. Συντελεί δε κάπως και η φυσική μέθοδος της εισόδου με την εισπνοή μέσα στην καρδιά, και η παραμονή σε ήσυχο και σκοτεινό χώρο και τα παρόμοια

Κεφάλαιο 25 – Πώς πρέπει να περνά ο ησυχαστής το διάστημα από το βράδυ ως το πρωί. Αρχή της λεπτομερειακής διδασκαλίας

Κεφάλαιο 26 – Πώς πρέπει να περνάς από τον όρθρο μέχρι το πρωί

Κεφάλαιο 27 – Πώς πρέπει να περνάς από το πρωί μέχρι την ώρα τον φαγητού

Κεφάλαιο 28 – Προφύλαξη από την αργία. Είναι αναγκαίο να τηρεί και ο ησυχαστής την εκκλησιαστική τάξη

Κεφάλαιο 29 – Συνέχεια στα περί προσευχής. Πρέπει να προσευχόμαστε πάντοτε

Κεφάλαιο 30 – Η σωματική δίαιτα, πώς δηλαδή πρέπει να τρέφεται ο ησυχαστής

Κεφάλαιο 31 – Πώς πρέπει να τρέφεται ο αγωνιζόμενος τη Δευτέρα, την Τετάρτη και την Παρασκευή

Κεφάλαιο 32 – Πώς πρέπει να τρέφεσαι την Τρίτη και την Πέμπτη

Κεφάλαιο 33 – Πώς πρέπει να τρέφεσαι το Σάββατο. Για τις αγρυπνίες, και πώς πρέπει να τρως κατ’ αυτές

Κεφάλαιο 34 – Πώς πρέπει να τρως τις Κυριακές. Διάφορα άλλα ζητήματα. Επίσης περί κόπου και ταπεινώσεως

Κεφάλαιο 35 – Πώς πρέπει να τρως και να πράττεις τις άγιες Τεσσαρακοστές και μάλιστα τη Μεγάλη

Κεφάλαιο 36 – Η διάκριση. Η εργασία με μέτρο είναι ανεκτίμητη. Η υποταγή

Κεφάλαιο 37 – Πώς πρέπει ο αγωνιζόμενος να περνά το διάστημα μετά το γεύμα ως τη δύση τον ηλίου. Πρέπει να πιστεύομε πως ανάλογα με τον κόπο και το μέτρο της εργασίας μας, μας δίνονται τα θεία χαρίσματα

Κεφάλαιο 38 – Η καθαρή προσευχή είναι ανώτερη από κάθε εργασία

Κεφάλαιο 39 – Ο αριθμός των γονυκλισιών του εικοσιτετραώρου

Κεφάλαιο 40 – Η διανομή των θείων αγαθών δε γίνεται μόνο ανάλογα με τον αγώνα και την εργασία μας, αλλά και με την κατάσταση, τη δεκτικότητα, την πίστη και τη φυσική μας διάθεση

Κεφάλαιο 41 – Η καθολική και τελειότατη διάκριση. Ποιος είναι αυτός που ζει παρά φύση και σαρκικά, ποιος ο κατά φύση και ψυχικά, και ποιος είναι που ζει υπέρ φύση και πνευματικά

Κεφάλαιο 42 – Συνέχεια για τη διάκριση με παράδειγμα

Κεφάλαιο 43- Η μεταβολή και αλλοίωση του καθενός και η υπερβολική δόξα της ταπεινώσεως

Κεφάλαιο 44 – Η μετάνοια, η καθαρότητα και η τελειότητα

Κεφάλαιο 45 – Οι πέντε εργασίες της πρώτης και κατά κάποιο τρόπο προκαταρκτικής ησυχίας των αρχαρίων, δηλαδή η προσευχή, η ψαλμωδία, η ανάγνωση, η μελέτη και το εργόχειρο

Κεφάλαιο 46 – Από πού πρέπει να κάνουν αρχή εκείνοι που θέλουν να ησυχάσουν ορθά, και ποιά είναι η αρχή και η αύξηση και η προκοπή και η τελείωση

Κεφάλαιο 47 – Η τάξη της ησυχίας των αρχαρίων

Κεφάλαιο 48 – Η καρδιακή προσευχή που γίνεται με προσοχή και νήψη, και πώς ενεργείται

Κεφάλαιο 49 – Πώς παρέδωσαν οι θείοι Πατέρες να λέμε την προσευχή με διάφορους τρόπους, και ποιά είναι η προσευχή

Κεφάλαιο 50 – Τα λόγια της ιερής και θεοποιού προσευχής έχουν μυσταγωγηθεί πνευματικά όχι μόνο από τους αγίους Πατέρες που αναφέραμε, αλλά και από αυτούς τους κορυφαίους Αποστόλους Πέτρο, Παύλο και Ιωάννη

Κεφάλαιο 51 – Οι αρχάριοι μπορούν να προσεύχονται άλλοτε με ολόκληρη την προσευχή, άλλοτε με ένα μέρος της, πάντοτε όμως μέσα στην καρδιά, και να μην αλλάζουν συνεχώς τα λόγια της προσευχής

Κεφάλαιο 52 – Για να καρποφορήσει η προσευχή μέσα στην καρδιά, χρειάζεται καιρός πολύς και αγώνας και βία. Και γενικά, κάθε αγαθό κατορθώνεται με μεγάλο κόπο και πολύν καιρό

Κεφάλαιο 53 – Η μη καθαρή καρδιακή προσευχή, και πώς φτανει κανείς στην καθαρή και αρρέμβαστη προσευχή

Κεφάλαιο 54 – H αρρέμβαστη και καθαρή καρδιακή προσευχή και η θέρμη που δημιουργείται από αυτή

Κεφάλαιο 55 – Η θέρμη παράγεται από διάφορες αιτίες. Η κυριότερη είναι εκείνη που παράγεται από την καθαρή καρδιακή προσευχή

Κεφάλαιο 56 – Ποιο είναι το εργο που ακολουθεί την καρδιακή θέρμη

Κεφάλαιο 57 – Ο πόθος και έρωτας που γεννιέται από τη θέρμη, την προσοχή και την προσευχή

Κεφάλαιο 58 – Τα καρδιακά δάκρυα. Ο θείος πόθος και έρωτας

Κεφάλαιο 59 – Παραίνεση να μη ζητούμε τα υπέρμετρα. Προτροπή για συνεχή μνήμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μέσα στην καρδιά μας

Κεφάλαιο 60 – Ο θερμός ζήλος και η θεία εμφάνεια μέσα μας και ο ενυπόστατος φωτισμός της χάρης

Κεφάλαιο 61 – Ενέργεια θεία και ενέργεια δαιμονική

Κεφάλαιο 62 – Ο φωτισμένος και απλανής διδάσκαλος

Κεφάλαιο 63 – Ο αληθινός και ο ψευδής φωτισμός, ήγουν το θείο φως και το φως από τον πονηρό

Κεφάλαιο 64 – Η απρεπής και η ευπρεπής φαντασία, και πώς πρέπει να τις αντιμετωπίζομε

Κεφάλαιο 65 – Όχι μόνο η απρεπής φαντασία, αλλά και η ευπρεπής είναι απορριπτέα από τους Αγίους στην καθαρή προσευχή και στην απλή και ενιαία εργασία του νου

Κεφάλαιο 66 – Η καθαρότητα και η τελειότητα του νου, της ψυχής και της καρδιάς

  • Ο καθαρός νούς
  • Η καθαρή ψυχή
  • Η καθαρή καρδία
  • Ο Τέλειος νούς
  • Η τέλεια ψυχή
  • Η τέλεια καρδιά
  • Ο καθαρός νούς

Κεφάλαιο 67 – Πώς φαντάζονταν οι Προφήτες

Κεφάλαιο 68 – Συνέχεια για τις φαντασίες και τις πολλές και ποικίλες θεωρίες

Κεφάλαιο 69 – Οι πέντε δυνάμεις της ψυχής. Οι φαντασίες που είναι οικείες της ψυχής και του νου. Πρέπει ν’ αποφεύγομε τελείως τη φαντασία και τα σχήματα και τις αποτυπώσεις και τις διαμορφώσεις στην καθαρή προσευχή και στην απλή και ενιαία εργασία του νου

Κεφάλαιο 70 – Περισσότερα για το νου

Κεφάλαιο 71 – Ακόμη λίγα για την καθαρή προσευχή

Κεφάλαιο 72 – Άλλο είναι η απάθεια του νου και άλλο η αληθινή προσευχή, η οποία είναι και μεγαλύτερο

Κεφάλαιο 73 – Συνέχεια για τη φαντασία και για εντυπώσεις στο νου και για τα σημάδια της πλάνης και της αλήθειας

Κεφάλαιο 74 – Η θεία και η επίπλαστη παρηγοριά

Κεφάλαιο 75 – Η θεία ηδονή που πηγάζει από την καρδιά

Κεφάλαιο 76 – Η πνευματική αυτή ηδονή είναι και πολυώνυμη και ανώνυμη

Κεφάλαιο 77 – Όποιος θέλει να ησυχάσει στην εντέλεια, πρέπει οπωσδήποτε να είναι πράος στην καρδιά

Κεφάλαιο 78 – Πώς θα κατορθώσομε την πραότητα. Τα τρία μέρη της ψυχής, το θυμικό, το επιθυμητικό και το λογιστικό

Κεφάλαιο 79 – Πρέπει κανείς να μετανοεί γρήγορα για όσα παραπτώματα του συμβαίνονν, κι έτσι να προφυλάγεται σοφά για το μέλλον

Κεφάλαιο 80 – Το ολίσθημα και η μετάνοια

Κεφάλαιο 81 – Η μετάνοια, ο φόβος, η αγάπη, το πένθος, τα δάκρυα και η αυτομεμψία

Κεφάλαιο 82 – Η σοφή ασφάλιση και η προσοχή

Κεφάλαιο 83 – Ο ησυχαστής πρέπει να αγωνίζεται για όλα τα παραπάνω, και προπάντων για να είναι ήσυχος, πράος και να επικαλείται καθαρά και με σπουδή τον Κύριο Ιησού Χριστό μέσα στην καρδιά του

Κεφάλαιο 84 – Ο καλός και εκστατικός έρωτας και το θείο κάλλος

Κεφάλαιο 85 – Ο πόλεμος, η παιδαγωγική παραχώρηση και η εγκατάλειψη εξαιτίας αποστροφής

Κεφάλαιο 86 – Η απάθεια. Τι είναι η ανθρώπινη απάθεια

Κεφάλαιο 87 – Συνέχεια για την απάθεια και την τελειότητα

Κεφάλαιο 88 – Η εμπάθεια, η ηδυπάθεια, η προσπάθεια και η απάθεια

Κεφάλαιο 89 – Τι είναι εμπαθής, ηδυπαθής, προσπαθής και απαθής και ποιά η θεραπεία τους

Κεφάλαιο 90 – Η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη

Κεφάλαιο 91 – Η αγία Κοινωνία. Πόσα αγαθά μάς προξενεί η συνεχής μετάληψη με καθαρή συνείδηση

Κεφάλαιο 92 – Είναι ανάγκη να μάθομε το θαύμα των αγίων Μυστηρίων τί είναι, γιατί δόθηκαν και ποιά είναι η ωφέλειά τους

Κεφάλαιο 93 – Τέλος των θεμάτων που αναπτύχθηκαν αναλυτικά, και μικρή παραίνεση προς τον ερωτήσαντα

Κεφάλαιο 94 – Πώς πρέπει να ακούμε και να εννοούμε τα πνευματικά λόγια των Πατέρων

Κεφάλαιο 95 – Ανακεφαλαίωση. Πώς πρέπει να προσευχόμαστε. Ο αληθινός φωτισμός και η θεία δύναμη

Κεφάλαιο 96 – Άλλη ανακεφαλαίωση

Κεφάλαιο 97 – Η ησυχία με υπακοή είναι πράγματι η απλανής και αληθινή και πατροπαράδοτη και θεάρεστη ζωή. Αυτή ευλόγως ονομάστηκε από τους Αγίους «κρυμμένη εν Χριστώ ζωή»

Κεφάλαιο 98 – Αν και υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι σωτηρίας, αυτός όμως είναι ο ξεχωριστός και βασιλικός που οδηγεί στην υιοθεσία

Κεφάλαιο 99 – Αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς ἔχει πολλὰ ὀνόματα ἐπειδὴ ἡ ἐργασία του εἶναι ὑψηλή

Κεφάλαιο 100 – Ηθικός επίλογος. Μαζί με τη βοήθεια και τη χάρη του Θεού, πρέπει κι εμείς όσο μπορούμε να φροντίζομε και να αγωνιζόμαστε να αξιωθούμε αυτές τις υπερφυσικές και μέγιστες δωρεές από τώρα, σαν αρραβώνα, και να μην τις χάσομε, ο μη γένοιτο, από μιά μικρή ραθυμία

ΚΕΙΜΕΝΟ

Σχετικά με την άσκηση, τον τρόπο ζωής, και τη δίαιτά τους, και για τα πολλά και μεγάλα αγαθά που προξενεί η ησυχία σε όσους την ασκούν σωστά. Η παρούσα πραγματεία διαιρείται σε εκατό κεφάλαια.

Η θεία και υπερφυσική δωρεά και χάρη που ενυπάρχει δια του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς

1. Για να μιλήσομε σύμφωνα με τη θεία διδασκαλία, εμείς που είμαστε θεοδίδακτοι —αφού περιφέρομε τον καινό νόμο γραμμένο μυστικά στις καρδιές μας(Ιερ. 38, 33· Εβρ. 8, 10) λαμπρότερο από πυρσό και οδηγούμαστε από αγαθό και ευθύτατο Πνεύμα ως παιδιά και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού(Ρωμ. 8, 17)—, έπρεπε να ζούμε αγγελική ζωή χωρίς να έχομε ανάγκη από κανένα να μας διδάξει: «Γνώρισε τον Κύριο»(Ιερ. 38, 34· Εβρ. 8, 11). Τώρα όμως η απομάκρυνσή μας από τα ανώτερα από νεαρή ηλικία και η στροφή μας στο χειρότερο, όπως και η εξαπάτησή μας από τον φοβερό Βελίαρ και η αδιάλλακτη εναντίον μας τυραννική στάση του, μας έκαναν να τρέχομε κάκιστα μακριά από τις σωτήριες και θεουργικές εντολές και να ορμούμε σε ψυχοφθόρους γκρεμούς. Και το πιο ελεεινό απ’ όλα· μας ερέθισε να φρονούμε και να πράττομε εναντίον του εαυτού μας. Γι’ αυτό, οπως λέει και το θείο ρητό(Ψαλμ. 13, 2· 52, 3), δεν υπάρχει κανείς που να γνωρίζει ή να ζητά με πόθο το Θεό, γιατί παρεκκλίναμε όλοι από τον ίσιο δρόμο και εξαχρειωθήκαμε(Ψαλμ. 13, 3· 52, 4). Έτσι γίναμε ολότελα σάρκες(Γεν. 6, 3) και στερούμαστε τη φωτοφόρο και θεία χάρη, γι’ αυτό κι έχομε ανάγκη να προτρέπει και να βοηθά ο ένας τον άλλο στα καλά.

Το περιεχόμενο αυτού του λόγου εκτίθεται εξαιτίας της ερωτήσεως κάποιου αδελφού και σύμφωνα με αυτό που ήθελε, αλλά και για να τηρηθεί η εντολή των Πατέρων

2. Πολυαγαπημένο μας πνευματικό τέκνο, από τον πόθο σου να ερευνάς τις θείες και ζωοπάροχες Γραφές, κατά το λόγο του Κυρίου(Ιω. 5, 39), και να μυείσαι σ’ αυτές χωρίς να σφάλλεις, ζήτησες πολλές φορές λόγο και κανόνα γραπτό κι από μας τους αχρείους, για δική σου ωφέλεια ή ίσως και άλλων, όπως ο ίδιος λες. Γι’ αυτό, αν όχι πιο πριν, όμως τώρα τουλάχιστο με τη βοήθεια του Θεού κρίναμε ότι πρέπει να εκπληρώσομε αυτή την αξιέπαινη επιθυμία σου· και για χάρη της αγάπης και της ωφέλειάς σου λησμονήσαμε τη ραθυμία που μας συντροφεύει, ενώ θαυμάσαμε εσένα υπερβολικά για την επιμέλειά σου στα καλά και την επίμονη φιλοπονία σου. Πρώτα απ’ όλα βέβαια φοβηθήκαμε τη φοβερή καταδίκη που απειλήθηκε από το Θεό εναντίον εκείνου που κρύβει το τάλαντο(Ματθ. 25, 25). Αλλά εκτός από αυτά, εκπληρώνομε και εντολή πατρική που μας άφησαν οι Πατέρες μας και οι πνευματικοί μας διδάσκαλοι να εμπιστευθούμε οσα μας δίδαξαν και σε άλλους θεοφιλείς. Ο Θεός λοιπόν, ο Πατέρας της αγάπης και ο πλουσιόδωρος χορηγός όλων γενικά των καλών, είθε να δώσει σ’ εμάς τους βραδύγλωσσους και ισχνόφωνους(Εξ. 4, 10-12) λόγο καίριο καθώς ανοίγομε το στόμα μας, Αυτός που και σε άλογα ζώα έδωσε λόγο πολλές φορές προς ωφέλεια όσων τ’ άκουγαν(Αρ. 22, 28). Σε σένα τώρα και σε όσους θα τα μελετήσουν, όπως είπες, είθε να προσθέσει ακοή για να τ’ ακροασθείτε με σοφία κι επίγνωση και να ζείτε αταλάντευτα όπως εκείνος αγαπά. Επειδή χωρίς Αυτόν, όπως λέει η Γραφή, δεν μπορούμε να κάνομε τίποτε(Ιω. 15, 5) χρήσιμο και σωτήριο, και επειδή αν ο Κύριος δεν οικοδομήσει τον οίκο, μάταια κοπίασαν οι οικοδόμοι(Ψαλμ. 126, 1). Και αυτά έτσι έχουν.

Σε κάθε έργο προηγείται ο σκοπός. Και σκοπός της πραγματείας αυτής είναι να μάθομε ποιο είναι το θεμέλιο

3. Σε κάθε έργο προηγείται ο σκοπός· και σκοπός δικός μας είναι να σου εκθέσομε κατά δύναμη εκείνα που συντείνουν στην πνευματική σου πρόοδο, ενώ δικός σου είναι να ζήσεις γνήσια σύμφωνα με αυτά που θα πούμε. Γι’ αυτό πρέπει πριν από κάθε άλλο να διερευνήσομε, ποιά άραγε είναι η ολοκλήρωση της κατά Χριστόν οικοδομής, στην οποία πρέπει να αποβλέπομε και να βάλομε την κατάλληλη αρχή στη θεμελίωση, ώστε όταν έρθει ο καιρός, ή μάλλον όταν αξιωθούμε να λάβομε πλούσια τη θεία βοήθεια, να προσθέσομε και την αντάξια οροφή με την αρχιτεκτονική του Πνεύματος.

Aρχή κάθε κατά Θεόν εργασίας είναι το να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Σωτήρα, και τέλος η επιστροφή μας στην τέλεια χάρη του παναγίου και ζωαρχικού Πνεύματος που μάς έχει δωρηθεί αρχικά κατά το άγιο βάπτισμα

4. Αρχή λοιπόν κάθε κατά Θεόν εργασίας, για να πούμε με συντομία,είναι να επιδιώκομε με κάθε τρόπο και με όλη μας τη δύναμη να ζούμε σύμφωνα με τη νομοθεσία όλων των θεοποιών εντολών του Σωτήρα. Και τέλος της, να επανέλθομε με την τήρηση αυτών στην κατάσταση που μάς προικοδότησε άνωθεν και εξ αρχής η ιερή κολυμβήθρα, εννοώ την τέλεια πνευματική αναμόρφωση και ανάπλαση της χάρης —ή όπως αλλιώς αγαπάς να ονομάζεις το δώρο αυτό. Και αφού βγάλομε από πάνω μας τον παλαιό Αδάμ μαζί με τις πράξεις και τις επιθυμίες του, να ντυθούμε τον νέο και πνευματικό(Κολ.3, 9-10), που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, όπως λέει ο θειότατος Παύλος: «Παιδιά μου, που για σάς περνώ πάλι τους πόνους της γέννας, ώσπου να λάβει μέσα σας μορφή ο Χριστός»(Γαλ. 4, 19)· και ακόμη: «Όσοι βαπτιστήκατε στο όνομα του Χριστού, ντυθήκατε το Χριστό»(Γαλ. 3, 27).

Ποιά είναι η χάρη και πώς θα την επιτύχομε. Ποιά είναι εκείνα που τη θολώνουν και ποιά είναι πάλι εκείνα που την ανακαθαίρουν

5. Αλλά ποιά είναι η χάρη και πώς θα γινόταν να την επιτύχομε, και ποιά είναι εκείνα που τη θολώνουν και ποιά πάλι ξαναδίνουν την καθαρότητά της, αυτό θα σου το φανερώσει εκείνος που είναι στην ψυχή και τη γλώσσα λαμπρότερος από κάθε χρυσό, ο Χρυσόστομος, λέγοντας: «Τί σημαίνει ο λόγος του Αποστόλου ότι «δεχόμαστε και αντανακλούμε τη λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτή τη λαμπρή εικόνα»(Β΄ Λορ. 3, 18); Τούτο το έδειχνε καθαρότερα όταν ενεργούσε τα χαρίσματα των θαυμάτων. Αλλά και τώρα δεν είναι δύσκολο να το αντικρίσει εκείνος που έχει μάτια πιστά. Την ώρα δηλαδή που βαπτιζόμαστε, η ψυχή λάμπει περισσότερο από τον ήλιο καθώς καθαίρεται από το Πνεύμα. Και όχι μόνο ατενίζομε τη δόξα του Θεού, αλλά δεχόμαστε κι εμείς κάποια λάμψη από αυτήν. Όπως δηλαδή το καθαρό ασήμι όταν εκτεθεί στις ακτίνες του ηλίου, εκπέμπει ακτίνες κι αυτό, όχι μόνο από την ίδια του τη φύση, αλλά και από την ηλιακή λάμψη, έτσι και η ψυχή, όταν καθαρθεί και γίνει λαμπρότερη από κάθε ασήμι, δέχεται ακτίνα από τη λαμπρότητα του Πνεύματος η οποία γίνεται δική της λαμπρότητα· και τέτοια, όποια είναι φυσικό να δημιουργεί το Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι Κύριος». Και λίγο πιο κάτω λέει: «Θέλεις να σου το δείξω αυτό και πιο αισθητά, δια μέσου των Αποστόλων; Σκέψου τον Παύλο, του οποίου και τα ενδύματα ενεργούσαν θαυματουργικά θεραπείες(Πράξ. 19,12), και τον Πέτρο, του οποίου και η σκιά μονάχα θεράπευε(Πράξ. 5, 15). Δεν θα είχαν τέτοια θαυματουργική δύναμη τα ενδύματα και οι σκιές τους, αν δεν υπήρχε σ’ αυτούς η εικόνα του Βασιλιά και οι μαρμαρυγές τους δεν ήταν εκτυφλωτικές. Γιατί του βασιλιά τα ενδύματα είναι φοβερά ακόμη και στους ληστές. Θέλεις να δεις αυτή τη λαμπρότητα να φανερώνεται και στο σώμα; «Κοίταξαν, λέει, το πρόσωπο του Στεφάνου, και το είδαν όμοιο με Αγγέλου»(Πράξ. 6, 15). Αυτό όμως δεν ήταν τίποτε σε σύγκριση με τη λαμπρότητα που άστραφτε μέσα του. Γιατί το φως που είχε τότε ο Μωυσής στο πρόσωπό του(Έξ. 34, 30), το είχαν αυτοί στην ψυχή, ή μάλλον και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό· γιατί του Μωυσή ήταν πιό αισθητικό, ενώ αυτό ήταν ασώματο. Και όπως τα φωτεινά σώματα μεταδίδουν τη λαμπρότητα σε άλλα κοντινά τους σώματα, το ίδιο συμβαίνει και με τους πιστούς. Γι’ αυτό και όσοι τους συμβαίνει τούτο, ελευθερώνονται από τη γη και βλέπουν σαν σε όνειρο τα ουράνια. Αλοίμονο! Εδώ πρέπει να στενάξω πικρά· επειδή, ενώ μάς χαρίστηκε στο βάπτισμα τέτοια ευγένεια, δεν καταλαβαίνομε ούτε καν τα λεγόμενα, γιατί γρήγορα χάνομε την αίσθηση των θείων πραγμάτων και ελκυόμαστε από τα αισθητά. Αυτή η ανέκφραστη και συγκλονιστική λαμπρότητα παραμένει σ’ εμάς μία ή δύο ημέρες και έπειτα τη σβήνομε ξαναφέρνοντας το χειμώνα των βιοτικών υποθέσεων και εμποδίζοντας τις ακτίνες με την πυκνότητα των νεφών». Και πάλι σε άλλο σημείο λέει: «Τα σώματα εκείνων που ευαρέστησαν το Θεό θα ντυθούν τόση λαμπρότητα, όση δεν είναι δυνατόν να δουν τα σωματικά μάτια. Σημάδια και ίχνη αμυδρά γι’ αυτά οικονόμησε ο Θεός να μας δοθούν και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Στην Παλαιά, το πρόσωπο του Μωυσή φωτιζόταν τότε με τόση λαμπρότητα, ώστε να είναι απρόσιτο στα μάτια των Ισραηλιτών(Έξ. 34, 30). Στην Καινή, πολύ περισσότερο από το πρόσωπο του Μωυσή έλαμψε το πρόσωπο του Χριστού(Ματθ. 17, 2)». Άκουσες τα λόγια του Πνεύματος; Κατανόησες τη δύναμη του μυστηρίου; Ένιωσες ποιες είναι οι ωδίνες της τέλειας πνευματικής αναπλάσεως που δεχόμαστε από την ιερή κολυμβήθρα και πόσο μεγάλες οι ωφέλειες και η ολοκλήρωση και τα βραβεία; Και ότι είναι στην εξουσία μας να αυξάνομε ή να μειώνομε την υπερφυσική αυτή χάρη, δηλαδή να την κάνομε λαμπρότερη ή να τη θολώνομε, όσο εξαρτάται από μας; Αιτία είναι η θύελλα των βιοτικών υποθέσεων και η σκοτεινιά των παθών που γεννιέται από αυτές, που σαν άλλος χειμώνας ή άγριος χείμαρρος χύνονται με ορμή πάνω μας και κατακλύζουν την ψυχή μας και δεν την αφήνουν ούτε να αναπνεύσει ούτε να ατενίσει προς αυτό που είναι όντως καλό και μακάριο, για το οποίο και έχει δημιουργηθεί. Αλλά όπως είναι καταταραγμένη και πικραμένη από το σάλο και τον καπνό των ηδονών, τη σκοτίζουν και την καταποντίζουν. Ενώ τ’ αντίθετα σε τούτα —όσα δηλαδή γεννιούνται από τις θεοποιητικές εντολές σ’ εκείνους που ζούνε κατά τις απαιτήσεις, όχι της σάρκας, αλλά του Πνεύματος, σύμφωνα με το ρητό: «Να ζείτε σύμφωνα με το Πνεύμα, και δε θα τελέσετε επιθυμία της σάρκας»(Γαλ. 5, 16)—, είναι ωφέλιμα και σωτήρια και οδηγούν σαν σκάλα προς την ίδια την κορυφή και το ακραίο σκαλοπάτι, την αγάπη, η οποία είναι ο Θεός(Α΄ Ιω. 4, 8).

Στο άγιο βάπτισμα δεχόμαστε δωρεάν τη θεία χάρη· αφού όμως τη συγκαλύψομε ύστερα με τα πάθη, την καθαίρομε πάλι με την εκπλήρωση των εντολών

6. Αλλά τότε στη θεία μήτρα, δηλαδή στην ιερή κολυμβήθρα, δεχόμαστε εξ ολοκλήρου τέλεια δωρεά τη θεία χάρη. Αν όμως κατόπιν τη σκεπάσομε, ενώ δεν έπρεπε, με την κακή χρήση των προσκαίρων και με τη φροντίδα των βιοτικών υποθέσεων και με την αχλύ των παθών, έχομε πάλι τη δυνατότητα, ακόμα κι έτσι, με τη μετάνοια και με την εκπλήρωση των θεουργικών εντολών να ξαναπάρομε και ν’ ανακτήσομε την υπερφυσική αυτή λαμπρότητα και να τη δούμε να προβάλλει ολοφάνερα. Βέβαια, κατά το μέτρο της επιμέλειας και της πίστεως καθενός γίνεται και η φανέρωσή της· και πριν από αυτά, με τη βοήθεια και την αγαθότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού, όπως λέει ο άγιος Μάρκος: «Ο Χριστός, επειδή είναι τέλειος Θεός, δώρησε τέλεια τη χάρη του Αγίου Πνεύματος σε όσους βαπτίστηκαν. Αυτή η χάρη δεν δέχεται προσθήκη από μας, αλλά αποκαλύπτεται και φανερώνεται σε μας ανάλογα με την εργασία των εντολών. Και η ίδια μας προσθέτει πίστη, μέχρις ότου καταλήξομε όλοι στην ενότητα της πίστεως και στην πλήρη ωριμότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός(Εφ. 4, 13). Ό,τι λοιπόν προσφέρομε όταν αναγεννηθούμε από Αυτόν, και τούτο από Αυτόν προέρχεται, και από Αυτόν ήταν κρυμμένο μέσα μας».

Όποιος πολιτεύεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει να ασκεί όλες τις εντολές, αλλά την περισσότερη εργασία να την αφιερώνει σ’ αυτές που είναι σπουδαιότερες από τις άλλες και κάπως γενικότερες

7. Η αρχή λοιπόν και η ρίζα, όπως είπαμε, όλης αυτής της προσπάθειας είναι να ζούμε σύμφωνα με τις σωτήριες εντολές, ενώ το τέρμα και ο καρπός είναι να επανέλθομε στην τέλεια χάρη του Πνεύματος που μάς πρωτοδωρήθηκε με το βάπτισμα. Και είναι βέβαια αυτή η χάρη μέσα μας, γιατί ο Θεός δεν ανακαλεί τις δωρεές Του(Ρωμ. 11, 29), αλλά είναι καταχωμένη από τα πάθη και αποκαλύπτεται με την εργασία των θεουργικών εντολών. Γι’ αυτό πρέπει, με την κατά το δυνατόν εκπλήρωση όλων αυτών των εντολών, να σπεύδομε με κάθε τρόπο να ανακαθάρομε την ψυχή για τη φανέρωση του Πνεύματος(Α΄ Κορ. 12, 7) και να δούμε τη χάρη ολοφάνερα. Γιατί, όπως λέει προς το Θεό ο μακάριος Δαβίδ, «ο νόμος Σου είναι λύχνος για τα βήματά μου και φως για τους δρόμους μου»(Ψαλμ. 118, 105) και: «Η εντολή του Κυρίου φέγγει από μακριά και φωτίζει τα μάτια μου»(Ψαλμ. 18, 9), και: «Συμμορφωνόμουν με όλες τις εντολές Σου»(Ψαλμ. 118, 128). Και ο επιστήθιος Μαθητής λέει: «Όποιος φυλάει τις εντολές Του μένει μέσα σ’ Αυτόν κι Αυτός μέσα σ’ εκείνον»(Α΄ Ιω. 3, 24), και: «Οι εντολές Του δεν είναι βαριές»(Α΄ Ιω. 5, 3). Και ο Σωτήρας λέει: «Όποιος κρατά τις εντολές μου και τις τηρεί, αυτός είναι που με αγαπά· κι όποιος με αγαπά, θα αγαπηθεί από τον Πατέρα μου· θα τον αγαπήσω κι εγώ και θα του φανερώσω τον εαυτό μου. Αν με αγαπά κάποιος θα τηρήσει το λόγο μου και θα τον αγαπήσει κι ο Πατέρας μου· θα έρθομε σ’ αυτόν και θα εγκατασταθούμε μέσα του. Όποιος δεν με αγαπάει, δεν τηρεί τους λόγους μου»(Ιω. 14, 21-24). Και μάλιστα, στις πρώτες και γενικότερες εντολές, που είναι σαν μητέρες των λοιπών, να αφιερώνομε την περισσότερη εργασία μας. Έτσι λοιπόν, με τη βοήθεια του Θεού, θα επιτύχομε αλάνθαστα και το σκοπό μας, δηλαδή την καλή έναρξη αλλά και το τέλος της επιθυμίας μας, που είναι η φανέρωση του Πνεύματος(Α΄ Κορ. 12, 7).

Αρχή κάθε θεάρεστης εργασίας είναι η με πίστη επίκληση τον ονόματος τον Κυρίον μας Ιησού Χριστού και μαζί μ’ αυτήν η ειρήνη και η αγάπη που ανατέλλουν από αυτήν

8. Αρχή λοιπόν κάθε εργασίας θεάρεστης είναι η επίκληση με πίστη του σωτηρίου ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ο Ίδιος έχει πει: «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε»(Ιω. 15, 5). Μαζί με αυτήν είναι και η ειρήνη, γιατί λέει: «Πρέπει να προσεύχεσθε χωρίς οργή και διαλογισμούς»(Α΄ Τιμ. 2, 8), όπως επίσης και η αγάπη, επειδή «ο Θεός είναι αγάπη, κι όποιος μένει μέσα στην αγάπη μένει μέσα στο Θεό κι ο Θεός σ’ αυτόν»(Α΄ Ιω. 4, 16). Η ειρήνη και η αγάπη, δεν κάνουν μόνο την ευχή ευπρόσδεκτη, αλλά κι από αυτή πάλι την ευχή γεννιούνται και ανατέλλουν και οι ίδιες, σαν δίδυμες θεϊκές ακτίνες, και αυξάνουν και τελειοποιούνται.

Με κάθε μία από αυτές και με τις τρεις μαζί χαρίζεται άφθονα σε μας ο πλούτος όλων των αγαθών

9. Από αυτά, ή μάλλον με καθένα από αυτά χωριστά και με τα τρία μαζί, χαρίζεται άφθονα σε μας και μας πλημμυρίζει ο πλούτος όλων των αγαθών. Με την επίκληση δηλαδή με πίστη του ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ελπίζομε με βεβαιότητα να λάβομε το έλεος και την αληθινή ζωή που είναι κρυμμένη μέσα στο Χριστό(Κολ. 3, 3), γιατί αυτά αφήνει ν’ αναβλύσουν σαν από μία αέναη θεία πηγή το όνομα του Κυρίου Ιησού που το επικαλούμαστε με καθαρότητα μέσα στην καρδιά. Με την ειρήνη που ξεπερνά κάθε νου και που δεν έχει κανένα όριο(Φιλιπ. 4, 7· Ησ. 9, 7) αξιωνόμαστε να συμφιλιωθούμε με το Θεό και μεταξύ μας. Και τέλος με την αγάπη, που η δόξα της δε συγκρίνεται με τίποτε, επειδή είναι το τέλος και η συγκεφαλαίωση του Νόμου και των Προφητών(Ματθ. 22, 40), ώστε και ο Θεός να ονομάζεται αγάπη(Α’ Ίω. 4, 8), ενωνόμαστε ολοκληρωτικά με το Θεό, αφού καταργείται η αμαρτία μας με τη δικαιοσύνη του Θεού και με την υιοθεσία της χάρης, η οποία ενεργείται μέσα μας παράδοξα με την αγάπη. Γιατί λέει: «Η αγάπη θα καλύψει πλήθος αμαρτίες»(Α’ Πέτρ. 4, 8), και: «Η αγάπη τα δέχεται όλα· η πίστη, η ελπίδα, η υπομονή δεν την αφήνουν ποτέ· η αγάπη δεν χάνει ποτέ την αξία της»(Α’ Κορ. 13, 7-8).

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους Του αυτά άφησε στους Μαθητές Του σαν αποχαιρετιστήριες εντολές και θεία κληρονομιά, όπως επίσης και μετά την ανάσταση

10. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο πανάγαθος και γλυκύτατος Κύριός μας Ιησούς Χριστός, και όταν έφτασε για χάρη μας στο εκούσιο πάθος Του, και όταν φανερώθηκε στους Αποστόλους μετά την ανάσταση, αλλά και όταν έμελλε να ξαναγυρίσει στον κατά φύση δικό Του και κατά χάρη δικό μας Πατέρα, άφησε όλα αυτά στους δικούς Του ως πατέρας γνήσιος και φιλόστοργος, σαν αποχαιρετιστήριες εντολές και παρηγοριές ευχάριστες και ενέχυρα ισχυρά, ή μάλλον αναφαίρετη θεόσδοτη κληρονομιά. Αυτό φαίνεται σε όσα είπε στους Μαθητές, όταν έφτασε η ώρα του σωτηρίου πάθους: «Ό,τι ζητήσετε στο όνομά μου, θα σας το κάνω»(Ιω. 14, 13), και: «Σας βεβαιώνω πώς όσα ζητήσετε από τον Πατέρα μου στο όνομά μου, θα σας τα δώσει. Ως τώρα δε ζητήσατε τίποτε στο όνομά μου. Ζητάτε και θα λάβετε, για να ολοκληρωθεί η χαρά σας. Την ημέρα εκείνη να ζητήσετε στο όνομά μου»(Ιω. 16, 23-26). Και πάλι, μετά την ανάσταση τους είπε: «Όσοι πιστέψουν, θα κάνουν αυτά τα θαύματα· στο όνομά μου θα βγάλουν δαιμόνια, θα μιλήσουν νέες γλώσσες κλπ.»(Μαρκ. 16, 17-18). Συμφωνούν μ’ αυτά και όσα λέει ο επιστήθιος Μαθητής: «Ο Ιησούς έκανε βέβαια και πολλά άλλα θαύματα ενώπιον των μαθητών Του, που δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο τούτο· αυτά γράφτηκαν για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντας να έχετε ζωή στο όνομά Του»(Ιω. 20, 30-31). Και ο θεσπέσιος Παύλος λέει: «Στο όνομα του Ιησού θα προσκυνήσουν όλοι κλπ»(Φιλιπ. 2,10). Αλλά και στις Πράξεις των Αποστόλων έχει γραφεί: «Τότε ο Πέτρος, γεμάτος Πνεύμα Άγιο, είπε· «Μάθετε όλοι σας και όλος ο λαός του Ισραήλ· στο όνομα του Ιησού του Ναζωραίου που εσείς σταυρώσατε και που ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, στο όνομα τούτο στέκεται αυτός μπροστά σας υγιής»»(Πράξ. 4, 8-10). Και λίγο πιό κάτω: «Από κανέναν άλλο δεν μπορεί να προέλθει η σωτηρία, ούτε υπάρχει άλλο όνομα δοσμένο στους ανθρώπους με το οποίο να μπορούμε να σωθούμε»(Πράξ. 4, 12). Και πάλι λέει ο Σωτήρας: «Μού δόθηκε όλη η εξουσία στον ουρανό και στη γη»(Ματθ. 28, 18). Επίσης, με όσα πάλι είπε ο Θεάνθρωπος Κύριος πριν τη σταύρωσή Του στους Αποστόλους: «Σας αφήνω την ειρήνη, σάς δίνω την ειρήνη τη δική μου»(Ιω. 14, 27), και: «Αυτά τα λέω για να έχετε ειρήνη ενωμένοι με μένα»(Ιω. 16, 33), και: «Αυτή είναι η εντολή μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλο»(Ιω. 15, 12), και: «Μ’ αυτό θα σάς γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας»(Ιω. 13, 35), και: «Όπως με αγάπησε ο Πατέρας μου, έτσι σάς αγάπησα κι εγώ· μείνετε στην αγάπη μου. Αν τηρήσετε τις εντολές μου, θα μείνετε στην αγάπη μου, όπως εγώ τήρησα τις εντολές του Πατέρα μου και μένω μέσα στην αγάπη Του»(Ιω. 15, 9-11). Και μετά την ανάσταση πάλι σε διάφορες ώρες φαίνεται πολλές φορές ότι τους έδωσε την ειρήνη, εμφανιζόμενος στους δικούς Του και λέγοντας: «Ειρήνη σε σας»(Ιω. 20, 19). Και προς τον Πέτρο, στον οποίο εμπιστεύτηκε την αρχηγία των Μαθητών, δείχνοντας ότι η φροντίδα του ποιμνίου είναι κάποια αμοιβή της φλογερής αγάπης προς τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, είπε τρεις φορές: «Αν με αγαπάς Πέτρε, περισσότερο από τους άλλους, ποίμαινε τα πρόβατά μου»(Ιω. 21, 15κ.ε.). Μπορεί κανείς, όχι άστοχα, να πει και τούτο· ότι από τις παραπάνω τρεις εξαίσιες εντολές, γεννιούνται και άλλα τρία εξαιρετικά. Κι αυτά είναι η κάθαρση της ψυχής, ο φωτισμός και η τελείωση.

Με αυτά τα τρία διαπλέκονται όλες οι αρετές

11. Αν θελήσει κανείς να εξετάσει λεπτομερώς και με ενάργεια αυτό το τρίκλωνο και κατά κάποιο τρόπο άρρηκτο σχοινί, θα βρει να κρέμεται απ’ αυτό και να είναι υφασμένη μαζί του όλη η άφθαρτη και θεόφτιαχτη πορφύρα των αρετών. Γιατί η κατά Θεόν ζωή είναι σαν μιά πολύτιμη αλυσίδα και μιά χρυσοποίκιλτη σειρά, όπου η μία αρετή είναι δεμένη αρμονικά από την άλλη, ταιριασμένες όλες σε μία ενότητα, και όλες μαζί οι αρετές συμπληρώνουν ένα έργο, το οποίο είναι να θεωθεί ο άνθρωπος που ζει απόλυτα με αυτές. Και όλες αυτές οι αρετές έχουν σαν κάποιους συνδέσμους και κρίκους αυτή τη σωτήρια επίκληση του πολυαγάπητου ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού με πίστη, κι αν θέλεις και με ελπίδα και με ταπείνωση, και την ειρήνη μαζί και την αγάπη, αυτό το θεοφύτευτο τρίκορμο και ζωοπάροχο δένδρο. Όποιος αγγίζει το δένδρο αυτό την ώρα που πρέπει και γεύεται όπως είναι φυσικό από αυτό, δεν τρυγά βέβαια θάνατο όπως ο πρωτόπλαστος, αλλά ζωή άφθαρτη και αιώνια.

Η δωρεά και η επέλευση του Αγίου Πνεύματος από το Θεό Πατέρα στους πιστούς, χαρίζεται με τη δύναμη του Ιησού Χριστού και στο άγιο όνομά Του

12. Ασφαλώς και η δωρεά του Αγίου Πνεύματος από το Θεό Πατέρα στους πιστούς και η επιφοίτησή του χαρίζεται με τη δύναμη του Ιησού Χριστού και στο άγιο όνομά Του, όπως λέει ο ίδιος ο υπέρθεος και φιλόψυχος Κύριος Ιησούς Χριστός προς τους Αποστόλους: «Σας συμφέρει να φύγω εγώ. Γιατί αν δε φύγω, δε θα έρθει σε σας ο Παράκλητος. Αν όμως πάω εκεί, θα τον στείλω σε σας»(Ιω. 16, 7), και: «Όταν έρθει ο Παράκλητος, που θα σας τον στείλω εγώ από τον Πατέρα, το Πνεύμα της αλήθειας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα»(Ιω. 15, 26), και πάλι: «Ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, που θα στείλει στ’ όνομά μου ο Πατέρας μου»(Ιω. 14, 26).

Εύλογα παραγγέλλουν οι άγιοι Πατέρες μας με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος που είχαν μέσα τους, να προσευχόμαστε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και από Αυτόν να ζητούμε το έλεος

13. Γι’ αυτό λοιπόν και οι ένδοξοι οδηγοί μας και διδάσκαλοι πάρα πολύ σοφά και με το φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος που κατοικούσε μέσα τους, διδάσκουν ότι, πριν από κάθε καλή εργασία και μελέτη, όλοι οι Χριστιανοί, ιδιαίτερα όμως εκείνοι που θέλουν να μπουν στο στάδιο της θεοποιού ησυχίας και να αφιερωθούν στο Θεό και ν’ αποκοπούν από τον κόσμο και να ησυχάζουν ορθά, πρέπει να προσεύχονται στον Κύριο και από Αυτόν να ζητούν επίμονα χωρίς δισταγμό το έλεος Του. Και να έχουν αδιάκοπη εργασία και μελέτη το πανάγιο και γλυκύτατο όνομά Του, και αυτό να έχουν συνεχώς στην καρδιά, στο νου και στα χείλη. Και μέσα σ’ Αυτόν και μαζί Του ν’ αναπνέουν και να ζουν και να κοιμούνται και να ξυπνούν και να κινούνται και να τρώνε και να πίνουν. Και με λίγα λόγια, να σπεύδουν να κάνουν όλα κατά τον όμοιο τρόπο. Όπως δηλαδή όταν Αυτός είναι απών συρρέουν όλα τα κακά ή μάλλον δεν έρχεται κοντά μας κανένα χρήσιμο, έτσι και όταν είναι παρών σε μας, αποδιώχνεται κάθε τι εχθρικό και δε μας λείπει κανένα αγαθό και τίποτε δεν είναι αδύνατο να το κατορθώσομε, όπως το ορίζει ρητά ο ίδιος ο Κύριος: «Όποιος μένει σε μένα κι εγώ σ’ εκείνον, αυτός δίνει πολύ καρπό, γιατί χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε»(Ιω. 15, 5). Αυτό λοιπόν το φοβερό και σεβάσμιο σε όλη την κτίση και πράγμα και όνομα, που είναι πάνω από κάθε πράγμα και όνομα(Φιλιπ. 2, 9), κι εμείς οι ανάξιοι επικαλεστήκαμε με πίστη και προς αυτό ανοίξαμε διάπλατα τα πανιά του λόγου μας, κι έτσι κάνομε αρχή να μιλήσομε και για τα παρακάτω.

Εκείνος που θέλει να βαδίζει χωρίς να σφάλλει τον κατά Θεόν δρόμο της ησυχίας, πρέπει μαζί με την καθολική απάρνηση των πάντων, να εκλέξει και την τέλεια υποταγή

14. Στο όνομα του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, που είπε: «Εγώ είμαι το φως, η ζωή και η αλήθεια, η οδός και η θύρα που οδηγεί προς το Θεό Πατέρα, κι όποιος περάσει από μένα θα σωθεί και θα μπαίνει και θα βγαίνει και θα βρίσκει βοσκή σωτηριώδη»(Ιω. 8, 12· 14, 6· 10, 9)), πρόσεξε σε κείνα που λέμε και σε συμβουλεύομε ειλικρινά. Προπάντων να εκλέξεις για τον εαυτό σου μαζί με την καθολική κατά την ιερή τελετή απάρνηση του κόσμου, και υποταγή άδολη και τέλεια. Να φροντίσεις δηλαδή πολύ, να βρεις οδηγό και διδάσκαλο απλανή. Αυτό θα το γνωρίσεις αν για όσα λέει φέρνει μαρτυρία από τις ιερές Γραφές και αν η ζωή του είναι πνευματοφόρα και συμφωνεί με τα λόγια του. Να έχει επίσης υψηλή τη διάνοια αλλά ταπεινό το φρόνημα και να είναι ενάρετος στους τρόπους και γενικά όπως παριστάνουν τα θεοπαράδοτα λόγια τον κατά Χριστόν διδάσκαλο. Και αφού τον βρεις και προσκολληθείς σωματικά και πνευματικά σ’ αυτόν, ως υιός φιλόστοργος σε πατέρα γνήσιο, ολόκληρος ν’ ακολουθείς αποκλειστικά και πιστά τις εντολές του, αποβλέποντας σ’ αυτόν όπως στον ίδιο το Χριστό και όχι σε άνθρωπο. Και αφού απορρίψεις μακριά από σένα κάθε απιστία και δισταγμό, ακόμη και κάθε φρόνημα και θέλημα δικό σου, να ακολουθείς το διδάσκαλο με απλότητα και απεριέργεια, βήμα προς βήμα, έχοντας τη συνείδησή σου σαν κάποιο καθρέφτη για σαφή και καθαρή σου πληροφορία της ανεπιφύλακτης και άκρας υπακοής στο μυσταγωγό σου. Κι αν καμιά φορά σου βάλει κρυφά κάποιον αντίθετο λογισμό ο διάβολος, ο εχθρός κάθε καλού, τότε, σαν να πρόκειται για πορνεία και φωτιά, τινάξου κυριολεκτικά από αυτόν προς τον εαυτό σου και αντιμίλησε σοφά στον απατεώνα που σου υποβάλλει αυτούς τους λογισμούς, λέγοντάς του ότι δεν οδηγεί ο οδηγούμενος τον οδηγό, αλλά ο οδηγός τον οδηγούμενο, και ότι δεν ανέλαβα εγώ την κρίση του γέροντά μου, αλλά εκείνος τη δική μου, και δεν ορίστηκα εγώ κριτής εκείνου, αλλά εκείνος δικός μου, σύμφωνα με όσα γράφει ο Ιωάννης της Κλίμακος και τα παρόμοιά τους. Γιατί δεν υπάρχει γνησιότερο πράγμα από αυτόν τον τρόπο ζωής, δηλαδή την υποταγή, για κείνον που διάλεξε αποφασιστικά να σχίσει τα χειρόγραφα των αμαρτιών του και να γραφεί στο θείο βιβλίο των σωζομένων. Κατά τον μακάριο Παύλο, ο Υιός του Θεού και Θεός μας Κύριος Ιησούς, όταν έγινε άνθρωπος για χάρη μας και οικονομούσε με πολλή σοφία το πατρικό σχέδιο της σωτηρίας μας, χάραξε το δρόμο της υποταγής, με τον οποίο ευαρέστησε ως άνθρωπος και αξιώθηκε ν’ ανυψωθεί πάλι από τον Πατέρα. Γιατί λέει: «Ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού. Γι’ αυτό και ο Θεός τον ανέβασε πολύ ψηλά και του χάρισε όνομα κλπ»(Φιλιπ. 2, 8-9). Ποιος λοιπόν είναι εκείνος που περιμένει με αυθάδεια, για να μην πω με αμάθεια, ότι θα επιτύχει τη δόξα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και τα πατρικά έπαθλα, χωρίς να έχει διαλέξει τον ίδιο δρόμο του καθηγητή και διδασκάλου μας Ιησού Χριστού; Γιατί και ο μαθητής, αν ενδιαφέρεται να γίνει όμοιος με το δάσκαλό του, σαν εκμαγείο άριστου πρωτοτύπου, πρέπει με όλη την ορμή της ψυχής του να αποβλέπει απαρασάλευτα στη ζωή και τα έργα του παιδαγωγού του και τούτον να σπεύδει κάθε μέρα και περισσότερο να μιμείται. Έπειτα, για τον ίδιο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό έχει γραφεί: «Και ζούσε υπακούοντας στον πατέρα και τη μητέρα Του»(Λουκ. 2, 51), αλλά και ο ίδιος ο Σωτήρας λέει: «Δεν ήρθα για να με υπηρετήσουν αλλά για να υπηρετήσω»(Ματθ. 20, 28). Και υπάρχει κανείς, που θέλει να ζεί με άλλο τρόπο, δηλαδή αυτάρεσκα και αυτόβουλα και χωρίς οδηγό, και νομίζει ότι ακολουθεί ορθά την κατά Θεόν ζωή; Όχι βέβαια· κάθε άλλο, αφού ξεπερνά τα εσκαμμένα. Λέει και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Όπως εκείνος που δεν έχει οδηγό εύκολα χάνει το δρόμο του, έτσι κι εκείνος που ακολουθεί αυτεξούσια τη μοναχική ζωή, εύκολα χάνεται, κι ας κατέχει όλη τη σοφία του κόσμου». Γι’ αυτό και οι περισσότεροι, για να μην πούμε όλοι, όσοι δεν είναι υποτακτικοί και πορεύονται χωρίς συμβουλή, σπέρνουν ονειροπολώντας πολλά, με κόπο και ιδρώτα. Στην πραγματικότητα όμως ελάχιστα θερίζουν. Μερικοί μάλιστα αντί σιτάρι μαζεύουν, αλοίμονο, ζιζάνια, γιατί ακολουθούν, όπως έχει ειπωθεί, την ιδιορρυθμία* και το αυτάρεσκο φρόνημά τους, από το οποίο τίποτε δεν είναι χειρότερο. Και σ’ αυτό μαρτυρεί ο Ιωάννης της Κλίμακος γράφοντας τα εξής: «Όσοι επιχειρήσατε να κατεβείτε στην παλαίστρα αυτή της νοεράς αθλήσεως· όσοι θέλετε να σηκώσετε στους ώμους σας το ζυγό του Χριστού· όσοι επιδιώκετε να μεταθέσετε το φορτίο σας στον τράχηλο του άλλου (του γέροντα)· όσοι σπεύδετε να συντάξετε θεληματικά το πωλητήριο του εαυτού σας, κι αντί γι’ αυτό θέλετε να σας γράψουν έγγραφο ελευθερίας· όσοι περνάτε το μεγάλο αυτό πέλαγος κολυμπώντας, κρατούμενοι από τα χέρια άλλων, μάθετε ότι επιχειρήσατε να βαδίσετε ένα σύντομο και τραχύ δρόμο, που έχει μία μόνο πλάνη, η οποία ονομάζεται ιδιορρυθμία. Εκείνος που απαρνήθηκε μιά και καλή την ιδιορρυθμία, σε όλα όσα νομίζει καλά και πνευματικά και θεάρεστα, αυτός έφτασε πριν καν βαδίσει. Γιατί υπακοή σημαίνει να μην εμπιστεύεται κανείς τον εαυτό του σε κανένα καλό μέχρι το τέλος της ζωής του». Επομένως και συ, μάθε τα αυτά καλά σε βάθος, κι επιθυμώντας να εξασκείς την αγαθή και αναφαίρετη μερίδα της ουρανοδρόμου ησυχίας, να ακολουθείς όπως σου δηλώθηκε τους νόμους που έχουν ορθά θεσπιστεί. Αποδέξου πρώτα μετά χαράς την υπακοή. Όμοια έπειτα την ησυχία. Γιατί όπως η πράξη είναι η βάση της θεωρίας, έτσι και η υπακοή της ησυχίας. και όπως έχει γραφεί, μη θέλεις να μετακινείς όρια που έβαλαν οι Πατέρες(Παροιμ. 22, 28), και: «Αλοίμονο στον μόνο»(Εκκλ. 4, 10). Με αυτό τον τρόπο βάζοντας καλή αρχή στη θεμελίωση, με τον καιρό θα βάλεις και λαμπρότατη οροφή με την αρχιτεκτονική του Πνεύματος. Γιατί, όπως έχει λεχθεί, όπου η αρχή είναι ακατάλληλη, είναι για πέταμα και το σύνολο, και αντίστροφα, όπου η αρχή είναι κατάλληλη, θα είναι και το σύνολο ωραίο, όπως και αρμονικό, παρ’ όλο που καμιά φορά συμβαίνει το αντίθετο· πράγμα βέβαια που γίνεται από τη δική μας πρόθεση και προαίρεση.

* Άσκητικός όρος, που σημαίνει το να «ρυθμίζει» ο μοναχός τα του εαυτού του ο ίδιος, ακολουθώντας δηλαδή τη δική του γνώμη και θέληση, χωρίς να υπακούει ή να συμβουλεύεται γέροντα.

Ποιά είναι τα σημάδια της αληθινής υποταγής, που όταν τα κατέχει ο πραγματικός υπήκοος, θα υποτάσσεται σωστά

15. Aλλά επειδή ο περί υποταγής λόγος είναι μεγάλος και δύσκολος να τον διεξέλθεις και γι’ αυτό όσοι ασκούν την υποταγή, την ασκούν με διάφορους τρόπους, πρέπει και γι’ αυτή να σου κάνομε κάποιες μικρές επισημάνσεις για να τις έχεις σαν σημάδια· όταν τα κατέχεις αυτά σαν κανόνα και μέτρο αλάθητο, θα ενεργείς ορθά. Ιδού λοιπόν τι θα σου πούμε: Εκείνος που ασκεί αληθινή υπακοή πρέπει, όπως νομίζομε, να φυλάει οπωσδήποτε τις εξής πέντε αρετές. Πρώτη, την πίστη, να έχει δηλαδή καθαρή και ειλικρινή .πίστη προς τον πνευματικό του πατέρα, τόσο πολύ ώστε να νομίζει ότι βλέπει το Χριστό και ότι σ’ Αυτόν υποτάσσεται, όπως λέει ο Κύριος Ιησούς: «Όποιος ακούει εσάς ακούει εμένα, κι όποιος απορρίπτει εσάς απορρίπτει εμένα· κι όποιος απορρίπτει εμένα, απορρίπτει αυτόν που με απέστειλε»(Λουκ. 10,16), επίσης: «Ό,τι δεν προέρχεται από πίστη είναι αμαρτία»(Ρωμ. 14,23). Δεύτερη, την αλήθεια· να είναι δηλαδή αληθινός στα έργα και στους λόγους και στην ακριβή εξομολόγηση των λογισμών του. Γιατί λέει ο Ψαλμωδός: «Θεμέλιο των λόγων σου είναι η αλήθεια»(Ψαλμ. 118, 160), και: «Ο Κύριος αρέσκεται στην αλήθεια»(Ψαλμ. 30, 24). Και ο Χριστός λέει: «Εγώ είμαι η αλήθεια»(Ιω. 14, 6)· μάλιστα λέγεται και Αυτοαλήθεια. Τρίτη αρετή, να μην κάνει το δικό του θέλημα —γιατί, λέει, είναι ζημία στον υποτακτικό να κάνει το θέλημά του—, αλλά πάντοτε να το κόβει θεληματικά, χωρίς δηλαδή να αναγκάζεται από τον πνευματικό του πατέρα. Τέταρτη, να μην αντιλέγει και να μη φιλονεικεί καθόλου, γιατί η αντιλογία και η φιλονεικία δεν είναι των ευσεβών. Όπως γράφει και ο ιερότατος Παύλος: «Αν είναι κανένας φιλόνεικος, εμείς πάντως δεν έχομε τέτοια συνήθεια, ούτε οι Εκκλησίες του Θεού»(Α΄ Κορ. 11, 16). Αν τώρα απαγορεύονται αυτά σε όλους τους Χριστιανούς γενικά, πολύ περισσότερο απαγορεύονται στους μοναχούς, και μάλιστα αφού αυτοί υποσχέθηκαν να υποτάσσονται πλήρως, όπως θέλει ο Κύριος. Το να αντιλέγει λοιπόν κανείς και να φιλονεικεί προέρχεται από φρόνημα δεμένο με απιστία και υπερηφάνεια, όπως έχει λεχθεί ότι ο υπερήφανος μοναχός αντιλέγει έντονα. Ισχύει και το αντίθετο, δηλαδή το να μην αντιλέγει κανείς και να μη φιλονεικεί προέρχεται από πίστη και ταπεινή διάθεση. Πέμπτη αρετή που πρέπει να φυλάει ο υποτακτικός είναι η ακριβής και ειλικρινής εξομολόγηση στον γέροντα, όπως κατά την τελετή της κουράς δώσαμε υπόσχεση σαν να παραστεκόμασταν στο φοβερό βήμα του Χριστού, ενώπιον του Θεού και των αγίων Αγγέλων, να έχομε αρχή και τέλος, μαζί με τις άλλες υποσχέσεις και συμφωνίες μας με τον Κύριο, και την εξομολόγηση των κρυπτών της καρδιάς. Λέει και ο θείος Δαβίδ: «Αποφάσισα να φανερώσω στον Κύριο την ανομία μου, κατηγορώντας τον εαυτό μου, και Σύ συγχώρησες κλπ.»(Ψαλμ. 31, 5). Και ο Ιωάννης της Κλίμακος λέει: «Μώλωπες που φανερώνονται, δε θα προχωρήσουν στο χειρότερο, αλλά θα θεραπευθούν». Εκείνος που κρατά αυτή την πεντάδα των αρετών με σοφία και επιμέλεια, ας γνωρίζει χωρίς ν’ αμφιβάλλει ότι θα επιτύχει από εδώ ακόμα σαν αρραβώνα τη μακαριότητα των δικαίων. Και αυτά μέν είναι τα χαρακτηριστικά της αξιομνημόνευτης υπακοής, τα οποία είναι ένα είδος ρίζας και θεμελίου. Άκουσε τώρα και ποιοι είναι οι κλάδοι και ο καρπός και η οροφή. Μας λέει πάλι ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Από την υπακοή γεννιέται η ταπείνωση, από την ταπείνωση η διάκριση, από τη διάκριση η διόραση, και από αυτήν η προόραση», η οποία είναι έργο μόνο του Θεού και τη δωρίζει, σαν δώρο εξαιρετικό και υπερφυσικότατο, σ’ εκείνους που θεοποιούνται και γίνονται μακάριοι. Εκτός από αυτά, γνώριζε και τούτο· ανάλογα με την ακρίβεια της υποταγής σου βλαστάνει μέσα σου η ταπείνωση, και πάλι ανάλογα με την ταπείνωσή σου η διάκριση, ομοίως και οι άλλες αρετές. Και ν’ αγωνίζεσαι με όλη σου τη δύναμη να τρέχεις χωρίς να πλανάσαι το δρόμο της υπακοής. Και έτσι θα φτάσεις ασφαλώς και στην προχωρημένη αρετή. Αν όμως χωλαίνεις κάπου στο στάδιο της υποταγής, να ξέρεις ότι δε θα τελειώσεις καλά τον υπόλοιπο δρόμο που ξεκίνησες, δηλαδή την κατά Χριστόν πολιτεία, ούτε θα στεφανωθείς με το στεφάνι που δίνουν στους νικητές. Αλλά η υπακοή και τα γνωρίσματά της που είπαμε, να σου είναι ένα είδος οδηγός, όπως στους ναυτικούς αυτό που κοιτούν για να κρατούν ίσια την πορεία τους. Έτσι κοιτάζοντας σταθερά σ’ αυτήν θα μπορέσεις να περάσεις το μέγα πέλαγος των αρετών και να ρίξεις άγκυρα στο ατάραχο λιμάνι της απάθειας. Κι αν σου συμβεί και καμιά θύελλα ή τρικυμία, αυτή θα οφείλεται σε παρακοή σου. Γιατί, οπως λένε οι Πατέρες, εκείνον που έχει αληθινή υπακοή ούτε ο ίδιος ο διάβολος δεν μπορεί να τον βλάψει. Για να σου δείξομε σύντομα πόσο μεγάλο είναι το σεβάσμιο ύψος της πανθαύμαστης υπακοής, θα θυμηθούμε ακόμη μία πατερική φράση. Λέει λοιπόν το λαμπρότατο αστέρι της κατά Χριστόν πολιτείας, που έφτιαξε σαν νέος Βεσελεήλ(Έξ. 31, 2) την ουράνια Κλίμακα: «Οι Πατέρες ονομάζουν όπλο την ψαλμωδία, την προσευχή τείχος, τα άμωμα δάκρυα λουτρό· την μακάρια υπακοή όμως την χαρακτήρισαν μαρτύριο, χωρίς το οποίο κανείς από τους εμπαθείς δε θα δει τον Κύριο». Νομίζομε είναι αρκετά κι αυτά για μιά εναργέστατη φανέρωση και έπαινο του αμίμητου μιμήματος της τρισμακάριστης υπακοής. Θα μπορέσομε ακόμη να μάθομε και να διακρίνομε με την πείρα, αν βέβαια κοιτάξομε προς τα άνω και εξετάσομε, ποιο είναι το αίτιο της συντριβής και της θνητότητάς μας, ενώ δε δημιουργηθήκαμε έτσι εξαρχής· και ποιο είναι πάλι το αίτιο της ανακαινίσεώς μας και της αθανασίας. Βλέπομε λοιπόν ότι το πρώτο, δηλαδή τη φθορά, την προξένησε η πίστη του πρώτου Αδάμ στον εαυτό του, η ιδιορρυθμία του, η ανυπακοή του, από τα οποία προήλθε η αθέτηση και η παράβαση της θείας εντολής. Το δεύτερο το πέτυχε για μας η κοινή βούληση και υποταγή προς τον Πατέρα Του του δεύτερου Αδάμ, του Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, από τα οποία προήλθε η τήρηση της πατρικής εντολής. Γιατί, όπως είπε ο Σωτήρας: «Εγώ δε δίδαξα από μόνος μου, αλλά ο Πατέρας που με έστειλε, εκείνος μου έδωσε εντολή τι να πω και τι να κηρύξω. Και ξέρω πως η εντολή Του οδηγεί στην αιώνια ζωή. Ό,τι λοιπόν κηρύττω, το κηρύττω όπως μου το έχει πει ο Πατέρας»(Ιω. 12, 49-50). Όπως λοιπόν στον προπάτορα Αδάμ και σε όσους του μοιάζουν, ρίζα και μητέρα όλων των λυπηρών είναι η οίηση, έτσι και στον καινούργιο Αδάμ, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό και σ’ εκείνους που επιθυμούν να ζουν σύμφωνα με Αυτόν, αρχή και πηγή και θεμέλιο όλων των αγαθών είναι η ταπείνωση. Αυτή την τάξη και τη στάση βλέπομε να κρατά και η υπέρτατη και πάνω από μας ιερή παράταξη όλων των θεόμορφων Αγγέλων, όπως επίσης και η επίγεια Εκκλησία μας. Κι έχομε διδαχθεί και πιστεύομε πώς όσοι με κάποιο τρόπο ξεφεύγουν από αυτή τη θεσμοθεσία και θέλουν να ζουν με σκολιότητα, για να μην πω με αυθάδεια, αποκόπτονται από το Θεό και τη φωτεινή και ουράνια κληρουχία και από την καθολική Εκκλησία, και εξοστρακίζονται και εξαποστέλλονται στο σκότος και τη φωτιά της γέεννας. Και αυτό το έχουν πάθει οι πονηροί εργάτες του κακού που συνοδεύουν τον εωσφόρο και οι διάφοροι κατά καιρούς λογοπλάνοι κακόδοξοι αιρετικοί, όπως παρουσιάζουν τα θεόγραφα λόγια. Αυτοί, εξαιτίας της αυταρέσκειας και της υπερηφάνειάς τους, αποδιώχθηκαν ελεεινά από τη θεία δόξα και τρυφή, και από τον ιερό σύλλογο των χριστιανών. Είπε κάποιος σοφός ότι τα αντίθετα είναι φάρμακα για τα αντίθετα. Αφού λοιπόν αιτία όλων των θλιβερών είναι η ανυπακοή και η αλαζονεία, ενώ των ευχαρίστων η υποταγή και η συντριβή, πρέπει εξάπαντος εκείνος που επιθυμεί να ζει ακατηγόρητα, να ζει με υποταγή σε πατέρα δοκιμασμένο και απλανή, που να αντλεί τη δύναμή του από την εμπειρία πολλών χρόνων και την επιστήμη των θείων και που η ζωή του να καταστολίζεται από το στέφανο των αρετών. Και τη διαταγή και τη συμβουλή του πατέρα αυτού να τη θεωρεί φωνή και θέλημα του Θεού. Γιατί, όπως λέει, «η σωτηρία βρίσκεται στην άφθονη συμβουλή»(Παροιμ. 11, 14), και «άνθρωπος ασύμβουλος, εχθρός του εαυτού του». Αν τώρα σε μερικούς από τους ένδοξους Πατέρες συνέβη και χωρίς αυτή την άσκηση στην υποταγή, να επιτύχουν τη θεοποιό ησυχία και την κατά Θεόν τελειότητα, αυτό έγινε με θεία αποκάλυψη και σπάνια. Και έχει γραφεί ότι το σπάνιο δε γίνεται νόμος της Εκκλησίας, όπως ένα χελιδόνι δεν κάνει την άνοιξη. Αλλά εσύ, πιστεύοντας ως προκαταρκτική επιστήμη της ωραιότατης ησυχίας την αληθινή υποταγή, άφησε αυτά που έγιναν μιά φορά και κατ’ οικονομίαν και ακολούθησε όσα από κοινού καθόρισαν οι σεβάσμιοι Πατέρες. Έτσι θ’ αξιωθείς και τα βραβεία εκείνων που ζουν κατά το νόμο. Τι νομίζεις; Έναν οποιοδήποτε άγνωστο δρόμο, κανείς ποτέ δε θα διαλέξει να τον αρχίσει χωρίς οδηγό που να τον δείχνει σωστά. Επίσης ούτε την ανοιχτή θάλασσα χωρίς έμπειρο κυβερνήτη. Το ίδιο και οποιαδήποτε τέχνη και επιστήμη, χωρίς σωστό δάσκαλο. Την δε τέχνη των τεχνών και επιστήμη των επιστημών και το δρόμο που καταλήγει στο Θεό και το άπειρο νοητό πέλαγος, δηλαδή τη μοναχική ζωή, που είναι όμοια με τη ζωή των Αγγέλων, τολμά κανείς ν’ αρχίσει να την ασκεί και έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του ότι θα φτάσει στο τέλος, χωρίς οδηγό και κυβερνήτη και διδάσκαλο έμπειρο και γνήσιο; Όποιος και να είναι τούτος, πραγματικά εξαπατά τον εαυτό του και πριν βάλει καν αρχή έχει πλανηθεί, επειδή δεν ασκείται κατά το νόμο. Όπως και το αντίθετο, πριν ξεκινήσει έχει επιτύχει το τέλος εκείνος που πείθεται στους θεσμούς των Πατέρων. Γιατί, από που αλλού μπορούμε να μάθομε να πολεμούμε εναντίον της σάρκας όπως ταιριάζει, ή να παίρνομε τα όπλα κατά των παθών και των δαιμόνων; Αφού, όπως έχει γραφεί, δίπλα στις αρετές είναι στημένες οι κακίες και γειτονεύουν. Και από που θα γυμνάσομε τις αισθήσεις του σώματος και θα ρυθμίσομε τις δυνάμεις της ψυχής σαν να είναι χορδές κιθάρας; Ακόμη, πώς θα μπορέσομε να ξεχωρίζομε προφητείες και αποκαλύψεις και παρηγορίες και θεωρίες που στέλνει ο Θεός, αλλά και δόλους και πλάνες και φαντασίες δαιμονικές; Και με λίγα λόγια, πώς θ’ αξιωθούμε να φτάσομε σε ένωση με το Θεό και θεουργικές τελετές και μυστήρια χωρίς τη μύηση ενός μυσταγωγού αληθινού και φωτισμένου; Αδύνατο πράγματι, αδύνατο. Ας προσέξομε και το σκεύος της εκλογής, τον μακάριο Παύλο, τον μύστη των απορρήτων, το στόμα του Χριστού, το φως του κόσμου, τον κοινό ήλιο, τον διδάσκαλο όλης της οικουμένης, να συζητά από κοινού και να συνδιασκέπτεται με τους συναποστόλους του για το Ευαγγέλιο, για το λόγο, όπως λέει, «μήπως μάταια κοπιάζω ή κοπίασα»(Γαλ. 2, 2). Ας προσέξομε ακόμη και αυτήν την Αυτοσοφία, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό να λέει για μεν τον εαυτό Του ότι «κατέβηκα από τον ουρανό όχι για να κάνω το θέλημά μου, αλλά το θέλημα του Πατέρα που με απέστειλε»(Ιω. 6, 38), για δε το πανάγιο και ζωοποιό Πνεύμα ότι «δε θα μιλήσει από τον εαυτό Του, αλλά θα πει όσα ακούσει»(Ιω. 16, 13). Αυτή η ισχύουσα τάξη, η οποία συγκρατεί και τα ουράνια και τα επίγεια, θα μας γεμίσει φρίκη και θάμβος και αγωνία και για τη δική μας μηδαμινότητα και αδιαφορία, και για εκείνους που από παραφροσύνη και οίηση προτιμούν να ζουν άσχημα και επικίνδυνα, ιδιόρρυθμα και ανυπότακτα. Ο αγώνας αυτός είναι πραγματικά φοβερός και χίλιοι δυό οι κλέφτες και αναρίθμητες οι ενέδρες των πειρατών και τα ναυάγια αμέτρητα. Γι’ αυτό και από τους πολλούς λίγοι είναι όσοι σώζονται(Λουκ. 13, 23). Αλλ’ αυτοί ας ζουν όπως θέλουν, αφού το έργο του καθενός, όπως λέει η Γραφή, θα το δοκιμάσει η φωτιά(Α΄ Κορ. 3, 13)· και ο Ψαλμωδός λέει: «Εσύ θ’ αποδώσεις στον καθένα κατά τα έργα του»(Ψαλμ. 61, 13). Και μάλιστα όχι έτσι απλά όπως θέλουν, αλλά όπως πρέπει κανείς να βούλεται και να ζει, έτσι ας δώσει ο Κύριος σε όλους σύνεση. Εσύ όμως και καθένας που θέλει να ζήσει κατά Θεόν, μαθαίνοντας από τους λόγους αυτούς σαν από μιά άκρη ολόκληρο το χρυσό και πνευματικό ύφασμα της μακάριας υπακοής, βιάσου, όπως είπαμε πριν, να βρεις διδάσκαλο απλανή και τέλειο. Η στερεή τροφή είναι, κατά τον χριστοφόρο Παύλο, για τους τέλειους που έχουν γυμνασμένα τα αισθητήρια για τη διάκριση του καλού και του κακού(Εβρ. 5, 14), και μ’ αυτό τον τρόπο, αναζητώντας δηλαδή με κόπο και πίστη, δε θα αποτύχεις στο σκοπό σου. Γιατί, όπως λέει η Γραφή, καθένας που ζητεί παίρνει κι όποιος αναζητεί βρίσκει και σ’ όποιον χτυπά θ’ ανοίξουν(Ματθ. 7, 8). Και ο διδάσκαλος που θα βρεις θα σε μυσταγωγήσει με αλληλουχία και τάξη σε όλα τα πρέποντα και θεοφιλή, και ακόμα περισσότερο θα σε οδηγήσει προς τα θεάρεστα και πνευματικότερα και απρόσιτα στους πολλούς, όταν σε βλέπει ότι χαίρεται η ψυχή σου στο μέτρο, στη λιτότητα και την προχειρότητα στα φαγητά, τα ποτά, τα σκεπάσματα και τα ενδύματα και ότι αρκείσαι στα πραγματικά χρήσιμα και κατάλληλα και αναγκαία για κάθε περίσταση, και δε ζητάς τα περιττά και βλακώδη με τα οποία καμαρώνουν εκείνοι που ζουν ανόητα με την αλαζονεία και τη λάμψη κι έτσι στρέφουν το ξίφος εναντίον του εαυτού τους και της σωτηρίας τους. Και λέει ο μέγας Απόστολος: «Όταν έχομε τροφές και σκεπάσματα, ας αρκεστούμε σ’ αυτά»(Α΄ Τιμ. 6, 8). Αλλά συ ζητάς και θέλεις να διδαχτείς κι από μας γραπτώς τα κατάλληλα και για την αρχή και για τη μεσότητα και για το τέλος της κατά Χριστόν ζωής; Είναι βέβαια επαινετό το ερώτημά σου, όμως είναι δύσκολη η πρόχειρη απόκριση. Όμως με τη βοήθεια του Χριστού, σύμφωνα με το αίτημά σου, θα φροντίσομε να το κάνομε κι αυτό. Πάνω σε στερεό και ασάλευτο θεμέλιο, στην πανένδοξη τέλεια υπακοή, θα οικοδομήσομε τον πολυθρύλητο οίκο όλης της πνευματικής οικοδομής, δηλαδή τη θεοποιό ησυχία. Και θα μιλήσομε στο εξής στηριζόμενοι πάνω σε ακλόνητους στύλους, στις θεόπνευστες μαρτυρίες των Πατέρων.

Όποιος επιθυμεί τη γνήσια και κατά Θεόν ησυχία πρέπει να φροντίζει, μαζί με την ορθόδοξη πίστη, να είναι γεμάτος και από τα καλά έργα. Η πίστη είναι διπλή. Ο ησυχαστής πρέπει να έχει πίστη, αλλά να είναι και ειρηνικός, απερίσπαστος, αμέριμνος —δηλαδή χωρίς φροντίδες—, σιωπηλός, ήσυχος, να ευχαριστεί το Θεό για όλα, να αναγνωρίζει την αδυναμία του, να υπομένει γενναία τους πειρασμούς και να ελπίζει στο Θεό, περιμένοντας από Αυτόν το έλεος

16. Α’. Ο Κύριος είπε: «Δε θα μπει στη βασιλεία των ουρανών καθένας που με φωνάζει Κύριε, Κύριε, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου»(Ματθ. 7, 29). Και συ λοιπόν αγαπητέ, αν δεν αγαπάς μόνο στα λόγια τη θεοποιό ησυχία —η οποία κάνει από τώρα να δέχονται ολοκάθαρα τις ανταύγειες της ουράνιας βασιλείας και του Θεού εκείνοι που τη ζουν γνήσια, στο δε μέλλον πιο ολοκληρωμένα και πιο τέλεια—, αλλά την αγαπάς αληθινά και πραγματικά, φρόντιζε μαζί με την ορθόδοξη πίστη να είσαι γεμάτος και από καλά έργα.
Να είσαι έπειτα ειρηνικός με όλους, όσο εξαρτάται από σένα, απερίσπαστος, αμέριμνος, δηλαδή χωρίς καμιά φροντίδα, σιωπηλός, ήσυχος, να ευχαριστείς το Θεό για όλα, να έχεις επίγνωση της αδυναμίας σου και γενικά, να έχεις τα μάτια σου άγρυπνα και νηφάλια προς τους πολλών και διαφόρων είδών πειρασμούς που σου συμβαίνουν κάθε μέρα. Να παλεύεις με υπομονή και μακροθυμία εναντίον κάθε τρικυμίας και θλίψεως που θα σου έρθει με οποιοδήποτε τρόπο.
Για το πρώτο και το δεύτερο, δηλαδή να είσαι καταστολισμένος με την ορθόδοξη πίστη και με τα καλά έργα, ας σε διδάξει σαφώς ο ένδοξος Αδελφόθεος, λέγοντας: «Η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή, όπως και τα έργα χωρίς πίστη. Δείξε μου την πίστη σου από τα έργα σου»(Ιακ. 2, 26 και 18). Και πριν από αυτόν, ας σε διδάξει ο καθηγητής και διδάσκαλος όλων, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός που είπε στους μαθητές Του: «Πηγαίνετε και κάνετε όλα τα έθνη μαθητές μου, βαπτίζοντας τους ανθρώπους στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάσκοντάς τους να τηρούν όλες τις εντολές που σας έδωσα»(Ματθ. 28, 19-20). Και ο Θεολόγος λέει ότι τρία πράγματα ζητεί ο Θεός από κάθε άνθρωπο που έχει το βάπτισμα· πίστη ορθή στην ψυχή, σωφροσύνη στο σώμα και αλήθεια στη γλώσσα.

Η πίστη είναι διπλή

Β’. Σημείωσε ότι η πίστη, σύμφωνα με τα θεοπαράδοτα λόγια, είναι διπλή. Η μία είναι η γενική πίστη όλων των ορθοδόξων Χριστιανών, στην οποία από την αρχή βαπτιστήκαμε και στην οποία είθε να πεθάνομε. Την άλλη πίστη την έχουν σπάνιοι, εκείνοι δηλαδή που με την εκπλήρωση όλων των θεοποιών εντολών επανήλθαν στο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση κι έτσι απέκτησαν με το φως της θείας χάρης το να στηρίξουν όλη τους την ελπίδα στον Κύριο· και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε —τί μεγαλείο!— να μην αμφιβάλλουν διόλου τον καιρό της προσευχής στα αιτήματά τους προς το Θεό, αλλά να ζητούν με πίστη και να λαμβάνουν έτσι αμέσως ό,τι είναι συμφέρον, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου(Ματθ. 21, 21).Έτσι οι μακάριοι αυτοί με έργα καθαρά απέκτησαν τη βέβαιη πίστη, επειδή απέρριψαν κάθε γνώση και διάκριση και αμφισβήτηση και δισταγμό και καταβυθίστηκαν εξ ολοκλήρου μέσα στη θεία μέθη της πίστεως και της ελπίδας και της αγάπης στο Θεό και υπέστησαν τη θεία και μακάρια αλλοίωση που είναι, κατά τον μακάριο Δαβίδ, έργο της δεξιάς του Υψίστου(Ψαλμ. 76, 11).Αλλά δεν είναι του παρόντος καιρού να μιλήσομε κατά πλάτος για την πρώτη πίστη. Είναι όμως πολύ κατάλληλη ευκαιρία να μιλήσομε για τη δεύτερη, η οποία σαν καρπός θεϊκός ανθίζει και γεννιέται από την πρώτη. Γιατί η πίστη είναι ένα είδος ρίζα και κορωνίδα της θεοποιού ησυχίας, όπως λέει και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Αν δεν πιστέψεις, πώς θα ησυχάσεις;».

Και ο θείος Δαβίδ: «Επίστεψα, γι’ αυτό μίλησα»(Ψαλμ. 115, 1). Και ο μέγας Απόστολος Παύλος: «Η πίστη είναι η πραγματική ύπαρξη όσων ελπίζομε, η χειροπιαστή απόδειξη πραγμάτων που δε βλέπομε»(Εβρ. 11, 1), και: «Ο δίκαιος θα ζήσει εξαιτίας της πίστεώς του»(Ρωμ. 1, 17).

Και ο Κύριος στους μαθητές, που του ζήτησαν να τους προσθέσει πίστη, είπε: «Αν είχατε πίστη όσο ένα κόκκο σινάπι, θα λέγατε σ’ αυτή τη μουριά «ξεριζώσου και φυτέψου στη θάλασσα» κι εκείνη θα σας υπάκουε»(Λουκ. 17, 5-6)· είπε ακόμη: «Αν έχετε πίστη και δεν αμφιβάλλετε, δε θα κάνετε μόνο το θαύμα της συκιάς, αλλά κι αν πείτε σ’ αυτό το βουνό «σήκω και πέσε στη θάλασσα», θα γίνει· και όλα όσα ζητάτε στην προσευχή με πίστη, θα τα λάβετε»(Ματθ. 21, 21-22) και: «Η πίστη σου σε έσωσε»(Ματθ. 9, 22).

Γράφει και ο όσιος Ισαάκ: «Η πίστη είναι πιό λεπτή από τη γνώση, όπως και η γνώση είναι πιο λεπτή από τα αισθητά. Γι’ αυτό όλοι οι Άγιοι που αξιώθηκαν να φτάσουν σ’ εκείνη την κατάσταση, δηλαδή στην έκσταση προς το Θεό, ζούνε με τη δύναμη της πίστεως μέσα στην τρυφή της υπερφυσικής εκείνης καταστάσεως.

Λέγοντας πίστη εδώ, δεν εννοούμε την πίστη στις τρεις προσκυνητές και θείες Υποστάσεις και στην ξεχωριστή απ’ όλα ιδιαίτερη φύση της ίδιας της Θεότητας και στη θαυμαστή ένσαρκη Οικονομία του Λόγου με την πρόσληψη της δικής μας φύσεως, αν και η πίστη αυτή είναι πολύ υψηλή. Αλλά εννοούμε εκείνη την πίστη η οποία ανατέλλει μέσα στην ψυχή από το φως της χάρης με τη μαρτυρία της διάνοιας και στηρίζει την καρδιά να μην ταλαντεύεται, γεμάτη από την ελπίδα που απέχει από κάθε οίηση.

Αυτή η πίστη δε φανερώνεται στη σωματική ακοή, αλλά δείχνει στα πνευματικά μάτια τα μυστήρια τα κρυμμένα στην ψυχή και τον κρυπτό θεϊκό πλούτο, που κρύβεται από τα μάτια των σαρκικών ανθρώπων και φανερώνεται με τη χάρη του Πνεύματος σ’ εκείνους που μετέχουν στο τραπέζι του Χριστού με την εντρύφηση στους νόμους Του, όπως είπε ο ίδιος, ότι «αν φυλάξετε τις εντολές μου, θα σας αποστείλω τον Παράκλητο, το Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο ο κόσμος δεν μπορεί να δεχθεί, κι Εκείνος θα σας διδάξει όλη την αλήθεια»(Ιω. 14, 17· 16, 13) κλπ.». Και παρακάτω λέει: «Έως ότου έρθει Εκείνος, ο οποίος είναι η τελείωση των μυστηρίων, και αξιωθούμε να μας αποκαλυφθούν ολοφάνερα τα μυστήρια αυτά, η πίστη τελεί μεταξύ του Θεού και των Αγίων άρρητα μυστήρια, τα οποία είθε ν’ αξιωθούμε κι εμείς με τη χάρη του Χριστού, εδώ μεν ως αρραβώνα, εκεί δε, στη βασιλεία των ουρανών, σε χειροπιαστή αλήθεια, μαζί με όσους τον αγαπούν.»

Πρέπει να είσαι ειρηνικός
Γ’. Ερχόμαστε τώρα στο τρίτο, το να είσαι ειρηνικός με όλους. Ας σου είναι σ’ αυτό ζωηρή συμβουλή τα λόγια του μακαρίου Δαβίδ, όπως επίσης και του χριστοφόρου Παύλου, που βοούν δυνατότερα από σάλπιγγα. Λέει ο πρώτος: «Αυτοί που αγαπούν το νόμο Σου έχουν ειρήνη πολλή και δεν υπάρχει σ’ αυτούς σκανδαλισμός»(Ψαλμ. 118, 165), και: «Προς όσους μισούν την ειρήνη ήμουν ειρηνικός»(Ψαλμ. 119, 7), και: «Ζήτησε την ειρήνη και επιδίωξέ την»(Ψαλμ. 33, 15). Και ο Απόστολος λέει: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους και την αγιότητα, χωρίς την οποία κανείς δε θα δει τον Κύριο»(Εβρ. 12, 14), και: «Όσο εξαρτάται από σας, να ειρηνεύετε με όλους»(Ρωμ. 12, 18).
Πρέπει να είσαι απερίσπαστος
Δ’. Για το τέταρτο, να είσαι δηλαδή απερίσπαστος, θα σου μιλήσει ο όσιος Ισαάκ, λέγοντας ότι, αν η επιθυμία είναι γέννημα των αισθήσεων, τοτε ας σωπάσουν λοιπόν εκείνοι που ισχυρίζονται ότι φυλάγουν την ειρήνη της διάνοιάς τους τη στιγμή που ζουν με περισπασμούς. Και εκείνους που έχουν περισπασμούς μη συναναστραφείς.Πρέπει να είσαι αμέριμνος και χωρίς φροντίδες

Ε’. Για το πέμπτο, δηλαδή να είσαι αμέριμνος και χωρίς φροντίδες είτε για εύλογα είτε για παράλογα πράγματα, σε διδάσκουν τα λόγια του Κυρίου στα Ευαγγέλια που λένε: «Για τούτο σας λέω· μη μεριμνάτε για τη ζωή σας τι θα φάτε, μήτε για το σώμα σας τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι κάτι σπουδαιότερο από την τροφή και το σώμα από το ένδυμα; Κοιτάξετε τα πουλιά που δε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάγουν αγαθά σε αποθήκες κι όμως τα τρέφει ο ουράνιος Πατέρας μας. Εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερο από αυτά; Κι έπειτα, ποιος από σάς μπορεί με τις μέριμνες να προσθέσει έναν πήχυ στο ανάστημά του; Και, γιατί μεριμνάτε για το ντύσιμό σας;»(Ματθ. 6, 25-28).Κι έπειτα από λίγα: «Μην έχετε λοιπόν μέριμνα και λέτε τι θα φάμε ή τί θα πιούμε ή τί θα ντυθούμε. Για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δε γνωρίζουν το Θεό. Ο δικός σας όμως ουράνιος Πατέρας ξέρει καλά ότι έχετε ανάγκη από όλα αυτά. Γι’ αυτό ζητάτε πρώτα απ’ όλα να έρθει η βασιλεία του Θεού και να επικρατήσει το θέλημά Του, κι όλα αυτά θ’ ακολουθήσουν. Μη μεριμνάτε λοιπόν για το αύριο, γιατί η αυριανή ημέρα θα έχει τις δικές της μέριμνες· φτάνουν οι έγνοιες της ημέρας»(Ματθ. 6, 31-34).Και ο άγιος Ισαάκ λέει: «Χωρίς αμεριμνία μη ζητήσεις φως στην ψυχή σου, μήτε γαλήνη και ησυχία όσο έχεις χαύνωση στις αισθήσεις σου». Και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Μια μικρή τρίχα ταράζει το μάτι, και μια μικρή φροντίδα αφανίζει την ησυχία. Ησυχία είναι απόθεση νοημάτων και άρνηση ευλόγων φροντίδων. Όποιος κατέκτησε την πραγματική ησυχία δε θα φροντίσει ούτε για το σώμα του, γιατί ξέρει ότι δεν ψεύδεται ο Θεός που υποσχέθηκε ότι θα φροντίσει Εκείνος.»

Πρέπει να είσαι σιωπηλός

ΣΤ’. Η σειρά του λόγου μας αναγκάζει τώρα να πούμε για το έκτο, δηλαδή τη σιωπή. Λέει λοιπόν και για τούτο ο άγιος Ισαάκ: «Όποιος εμποδίζει το στόμα του από την καταλαλιά, φυλάει την καρδιά του από τα πάθη. Και όποιος καθαρίζει την καρδιά του από τα πάθη, σε κάθε στιγμή βλέπει τον Κύριο. Όταν βάλεις όλα τα έργα της ησυχίας από το ένα μέρος και από το άλλο βάλεις τη σιωπή, θα βρεις ότι βαρύτερη είναι η σιωπή. Περισσότερο απ’ όλα αγάπησε τη σιωπή, γιατί σε πλησιάζει στον καρπό, ενώ η γλώσσα αδυνατεί να τον εξηγήσει.Πρώτα λοιπόν ας βιάσομε τον εαυτό μας να σωπαίνει. Και τότε από τη σιωπή γεννιέται μέσα μας κάτι που μας οδηγεί στην ίδια τη σιωπή. Είθε να σου δώσει ο Θεός να αισθανθείς κάτι που γεννιέται από τη σιωπή. Κι αν αρχίσεις αυτόν τον τρόπο ζωής, δεν γνωρίζω ποιο φως θ’ ανατείλει μέσα σου». Και πάλι: «Η σιωπή είναι μυστήριο του μέλλοντος αιώνος, ενώ οι λόγοι είναι όργανο του κόσμου τούτου». Και στον άγιο Αρσένιο αυτό διέταξε τη δεύτερη φορά η θεία φωνή: «Αρσένιε, φεύγε, σώπα, ησύχαζε και θα σωθείς».Πρέπει να είσαι ήσυχος

Ζ’. Επίσης και για το έβδομο, δηλαδή να ζεις σε ησυχία, αξιόπιστοι μάρτυρες είναι ο Μέγας Βασίλειος και ο ίδιος πάλι ο άγιος Ισαάκ. Ο πρώτος είπε: «Η ησυχία είναι αρχή καθάρσεως της ψυχής», και ο δεύτερος: «Όρος της ησυχίας είναι, σιωπή για όλα». Με τα λόγια αυτά επισήμαναν με συντομία ο πρώτος την αρχή της, ο δεύτερος το τέλος της. Και στην Παλαιά Διαθήκη έχει λεχθεί: «Αμάρτησες; Ησύχασε»(Γεν. 4, 7), και: «Ελευθερωθείτε από κάθε περισπασμό και μάθετε ότι εγώ είμαι ο Θεός»(Ψαλμ. 45, 11). Και ο Ιωάννης της Κλίμακος λέει: «Πρώτιστο έργο της ησυχίας είναι η αμεριμνία απ’ όλα τα πράγματα, εύλογα ή παράλογα. Γιατί εκείνος που ανοίγει θύρα στα εύλογα, θα πιαστεί οπωσδήποτε και από τα παράλογα. Δεύτερο είναι η άοκνη προσευχή, και τρίτο η απαραβίαστη εργασία της καρδιάς. Όποιος δεν έμαθε γράμματα, είναι αδύνατο να μελετά βιβλία. Και πιο αδύνατο, όποιος δε φύλαξε το πρώτο έργο, να φυλάξει τα άλλα δύο.» Λέει επίσης ο άγιος Ισαάκ: «Πόθος ησυχίας είναι η διαρκής προσδοκία του θανάτου. Εκείνος που εισέρχεται χωρίς αυτή τη μελέτη στο έργο της ησυχίας, δεν μπορεί ν’ αντέξει εκείνα που πρέπει οπωσδήποτε να καρτερούμε και να υπομένομε».Πρέπει σε όλα να ευχαριστείς τον Θεό
Η’. Ομοίως και για το όγδοο, το να ευχαριστείς σε όλα, ας σου γίνει δάσκαλος ο θείος Απόστολος Παύλος που προστάζει: «Να ευχαριστείτε το Θεό για όλα»(Α΄ Θεσ. 5, 18). Και ο όσιος Ισαάκ γράφει: «Η ευχαριστία αυτού που δεχεται, φιλοτιμεί το δωρητή να δώσει κι άλλα δώρα μεγαλύτερα από τα πρώτα. Εκείνος που δεν ευχαριστεί για τα μικρότερα, θα είναι αχάριστος και άδικος και στα μεγαλύτερα. Εκείνο που φέρνει τα χαρίσματα του Θεού στον άνθρωπο είναι η καρδιά που πάντοτε κινείται σε αδιάκοπη ευχαριστία. Εκείνο που οδηγεί τον πειρασμό στην ψυχή είναι ο γογγυσμός που κινείται διαρκώς μέσα στην καρδιά. Ένα στόμα που πάντοτε ευχαριστεί δέχεται ευλογία από το Θεό, και μέσα στην καρδιά που έχει συνεχή ευχαριστία έρχεται η χάρη».Πρέπει να αναγνωρίζεις την αδυναμία σου
Θ’. Πόσο μεγάλο κέρδος μαζεύει εκείνος που έφτασε να γνωρίσει την αδυναμία του —που είναι το ένατο— θα το μάθεις προσέχοντας τον έκτο ψαλμό, όπου ο θείος Δαβίδ λέει: «Ελέησέ με, Κύριε, γιατί είμαι αδύναμος»(Ψαλμ. 6, 3). Και αλλού: «Εγώ είμαι σκουλήκι κι όχι άνθρωπος, χλευασμός των ανθρώπων κι εξουθένημα του λαού»(Ψαλμ. 21, 7). Και ο άγιος Ισαάκ γράφει: «Μακάριος ο άνθρωπος που γνωρίζει την αδυναμία του. Γιατί αυτή η γνώση του γίνεται θεμέλιο και ρίζα και αρχή κάθε αγαθού. Όταν εννοήσει κανείς και αισθανθεί αληθινά την αδυναμία του, τότε σφίγγει την ψυχή του από τη νωθρότητα που σκοτίζει τη γνώση, και θησαυρίζει για τον εαυτό του τη φρούρηση. Ο άνθρωπος που έφτασε να μάθει το μέτρο της αδυναμίας του, αυτός έφτασε στον τέλειο βαθμό της ταπεινώσεως».Πρέπει να υπομένεις γενναία τους πειρασμούς

Ι΄. Το κεφάλαιο που υπολείπεται στο λόγο μας και συμπληρώνει τον αριθμό δέκα, αφορά στο ότι πρέπει να υπομένεις με γενναιότητα και να αντιστέκεσαι με υπομονή και μακροθυμία στους πολλούς και διάφορους πειρασμούς που θα σου έρθουν. Άκουσε λοιπόν τι έχει γραφεί και γι’ αυτό στην αγία Γραφή. Λέει ο χριστοφόρος Παύλος: «Αδελφοί, δεν έχομε να παλέψομε με ανθρώπους από αίμα και σάρκα, αλλά με τις αρχές και τις εξουσίες, με τους κοσμοκράτορες του σκοτεινού τούτου κόσμου, τα πονηρά πνεύματα που βρίσκονται ανάμεσα στη γη και στον ουρανό»(Εφ. 6, 12), και: «Αν είστε άμοιροι της παιδαγωγίας που έλαβαν όλοι, τότε είστε νόθα κι όχι γνήσια παιδιά»(Εβρ. 12, 8), και: «Όποιον αγαπά ο Κύριος τον παιδαγωγεί, μαστιγώνει δε όποιον παραδέχεται για παιδί Του»(Εβρ. 12, 6).Και ο Αδελφόθεος λέει ότι, άνθρωπος που δεν υπομένει πειρασμούς είναι αδόκιμος(Ιακ. 1, 12). Και ο άγιος Ηλίας ο Έκδικος: «Κάθε Χριστιανός που πιστεύει ορθά στο Θεό, οφείλει να μην είναι αμέριμνος, αλλά πάντοτε να προσδοκά και να περιμένει πειρασμό, για να μην παραξενεύεται ούτε να ταράζεται όταν έρθει, αλλά να υπομένει με ευχαριστία τον κόπο της θλίψεως και να εννοεί τι λέει όταν ψάλλει μαζί με τον Προφήτη· «Κύριε, υπόβαλέ με σε δοκιμασίες και πειρασμούς»(Ψαλμ. 25, 2).Και δεν είπε ο Προφήτης ότι «η παιδαγωγία Σου με κατέβαλε», αλλά ότι «με ανόρθωσε τελείως»»(Ψαλμ. 17, 36). Ούτε ν’ αναζητείς τις αιτίες των πειρασμών από πού έρχονται, αλλά μόνο να προσεύχεσαι στο Θεό να τους υπομένεις με ευχαριστία, όπως λέει ο άγιος Μάρκος: «Όταν σου έρθει ο πειρασμός, να μη ζητείς το γιατί κι από που ήρθε, αλλά πώς θα τον υπομείνεις με ευχαριστία και αμνησικακία». Και πάλι: «Αφού δεν είναι εύκολο να βρεθεί άνθρωπος που ευαρέστησε το Θεό χωρίς πειρασμούς, πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό για ό,τι μας συμβαίνει». Και: «Κάθε θλίψη φανερώνει την κλίση του θελήματος, είτε στα δεξιά κλίνει, είτε στ’ αριστερά. Γι’ αυτό κάθε θλίψη που συμβαίνει λέγεται πειρασμός, γιατί δίνει στον πειραζόμενο πείρα των κρυφών θελημάτων του». Και ο άγιος Ισαάκ, μαζί με πολλά άλλα γράφει και τούτο: «Ο πειρασμός ωφελεί κάθε άνθρωπο. Αφού τον Παύλο ωφελεί(Β΄ Κορ. 12, 9-10), ας κλείσει κάθε στόμα και ας γίνει όλος ο κόσμος υπόδικος μπροστά στο Θεό(Ρωμ. 3, 19). Οι αγωνιστές πειράζονται για να προσθέσουν στον πλούτο τους· οι χαύνοι, για να φυλαχθούν από εκείνα που τους βλάπτουν εκείνοι που κοιμούνται, για να ξυπνήσουν εκείνοι που είναι μακριά από το Θεό, για να τον πλησιάσουν, και οι δικοί Του, για να εισέλθουν και να εγκατασταθούν στο σπίτι του Θεού με παρρησία. Σε κανένα γιο που δεν έχει γυμναστεί, δεν δίνεται ο πλούτος του πατρικού σπιτιού για να τον χρησιμοποιήσει. Και γι’ αυτό, λοιπόν, πειράζει ο Θεός πρώτα και δοκιμάζει, και κατόπιν δείχνει το χάρισμα. Δόξα στον Κύριο που με φάρμακα πικρά μας προσφέρει την απόλαυση της υγείας μας. Δεν υπάρχει κανείς που στον καιρό της εκγυμνάσεώς του δε στενοχωρείται, και δεν υπάρχει κανείς που δεν του φαίνεται πικρός ο καιρός που ποτίζεται το δηλητήριο των πειρασμών. Γιατί χωρίς αυτούς δεν μπορεί κανείς ν’ αποκτήσει δυνατή κράση. Και το να υπομείνομε πάλι δεν εξαρτάται από μας. Γιατί, από που έχει τη δύναμη το πήλινο σταμνί να βαστάξει το νερό, αν δεν το κάνει στερεό η θεϊκή φωτιά; Αν υποταχθούμε και ζητούμε με ταπείνωση κι αδιάκοπη επιθυμία δείχνοντας καρτερία, λαμβάνομε τα πάντα με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού». Λέει και ο σοφός Σειράχ: «Παιδί μου, αν έρχεσαι να υπηρετήσεις τον Κύριο και Θεό σου, ετοίμασε την ψυχή σου για πειρασμούς. Έχε ευθεία την καρδιά σου, δείξε καρτερία και μην αφεθείς να παρασυρθείς σε καιρό θλίψεως»(Σ. Σειρ. 2, 1-2).

Πρέπει να ελπίζεις στον Θεό και από Αυτόν να περιμένεις ότι είναι συμφέρον

Εξάρτησε την άγκυρα της ελπίδας σου από το Θεό, που έχει τη δύναμη να σώζει, και από Αυτόν περίμενε την έκβαση των πειρασμών κατά το συμφέρον σου. Γιατί λέει η Γραφή: «Ο Θεός είναι αξιόπιστος και δε θα μας αφήσει να δοκιμαστούμε παραπάνω από τη δύναμή μας, αλλά μαζί με τον πειρασμό θα φέρει και τη λύση»(Α΄ Κορ. 10, 13) και ότι «η θλίψη φέρνει την υπομονή, η υπομονή τη δοκιμασμένη αρετή, και αυτή την ελπίδα· και η ελπίδα δε διαψεύδει»(Ρωμ. 5, 3-5), και: «Όποιος υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί»(Ματθ. 10, 22), και: «Με την υπομονή σας θα κερδίσετε τις ψυχές σας»(Λουκ. 21, 19).Και ο Αδελφόθεος λέει τα εξής: «Αδελφοί μου, να έχετε μεγάλη χαρά όταν δοκιμάζεστε από πολλούς και διάφορους πειρασμούς, έχοντας υπόψη ότι η δοκιμασία της πίστεως γεννά την υπομονή. Η υπομονή σας όμως πρέπει να κρατήσει ως το τέλος, για να γίνετε τέλειοι και ολοκληρωμένοι και να μην υστερείτε σε τίποτα»(Ιάκ. 1, 2-4), και: «Είναι μακάριος ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμούς, γιατί αν υποστεί με επιτυχία τις δοκιμασίες του, θα λάβει το στεφάνι της ζωής που υποσχέθηκε ο Κύριος σ’ εκείνους που τον αγαπούν»(Ιάκ. 1, 12).Λέει ακόμη στη Γραφή: «Δεν είναι άξια όσα υποφέρομε εδώ, σε σύγκριση με τη δόξα που μέλλει να φανερωθεί και να δοθεί σε μας»(Ρωμ. 8, 18), και: «Με πολλή υπομονή περίμενα τον Κύριο, και με πρόσεξε και άκουσε τη δέησή μου. Με έβγαλε από τον λάκκο της ταλαιπωρίας μου και από τη λάσπη του βούρκου· στήριξε τα πόδια μου στο βράχο και οδήγησε τα βήματά μου· έβαλε στο στόμα μου καινούργιο άσμα, ύμνο στο Θεό μας»(Ψαλμ. 39, 2-4).

Γράφει και ο μακάριος Συμεών ο Μεταφραστής: «Η ψυχή που πιάστηκε στα δεσμά του έρωτα του Θεού, για τίποτε δε νομίζει τις θλίψεις, αλλά τα λυπηρά είναι τρυφή της και χαίρεται στην κακοπάθεια. Και όταν δεν δοκιμάζει καμία θλίψη για χάρη του ερωμένου της, τότε πιστεύει ότι πάσχει περισσότερο και αποφεύγει την άνεση σαν την κόλαση».
Ο φόβος του Θεού είναι διπλός, ο φόβος των αρχαρίων και ο φόβος των τελείων

17. Δε θα αμελήσομε τώρα να αναφερθούμε και στο διπλό φόβο του Θεού, αν και εξαιτίας της αποφάσεώς μας να αναφέρομε τον τέλειο φόβο μετά το τέλος των δέκα κεφαλαίων που σημειώσαμε, παραμερίσαμε κάπως τη σειρά του πρώτου φόβου. Γιατί ο φόβος κατατάσσεται από τους Πατέρες μετά την πίστη.

Ο πρώτος φόβος των αρχαρίων

Να γνωρίζεις λοιπόν φίλτατε ότι ο φόβος του Θεού είναι δύο ειδών, ο φόβος των αρχαρίων και ο φόβος των τελείων. Για το πρώτο είδος έχει γραφεί: «Αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου»(Παροιμ. 1, 7), και: «Ελάτε, τέκνα, ακούστε με· θα σας διδάξω το φόβο του Κυρίου»((Ψαλμ. 33, 12), και ότι «με το φόβο του Κυρίου φεύγει καθένας από το κακό»(Παροιμ. 15, 27), και: «Όπου υπάρχει φόβος, εκεί υπάρχει τήρηση των εντολών». Λέει και ο όσιος Ισαάκ: «Ο φόβος του Θεού είναι η αρχή της αρετής· λένε ότι γεννιέται από την πίστη και σπέρνεται μέσα στην καρδιά όταν αποχωριστεί η διάνοια από τον περισπασμό του κόσμου για να συνάξει τους λογισμούς της που περιπλανιούνται λόγω του μετεωρισμού και να τους στρέψει στη μελέτη της αποκαταστάσεώς μας στη μέλλουσα ζωή. Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου είναι ο φόβος του Θεού. Αυτός όμως δεν πείθεται να μείνει μέσα στην ψυχή όπου υπάρχει μετεωρισμός σε ο,τιδήποτε. Σοφίσου να βρεις κάποιο τρόπο να βάλεις αφετηρία στο δρόμο σου το φόβο του Θεού· και σε λίγες ημέρες φτάνεις στην πύλη της βασιλείας χωρίς κυκλογυρίσματα του δρόμου.»
Ο δεύτερος, ο τέλειος θείος φόβος
Για τον δεύτερο, δηλαδή τον τέλειο φόβο του Θεού, έχει γραφεί: «Μακάριος ο άνθρωπος που φοβάται τον Κύριο· θ’ αγαπήσει τις εντολές Του με όλη τη θέλησή του»(Ψαλμ. 111, 1), και: «Μακάριοι όλοι όσοι φοβούνται τον Κύριο, όσοι βαδίζουν τους δρόμους Του»(Ψαλμ. 127, 1), και: «Φοβηθείτε τον Κύριο όλοι οι άγιοί Του, γιατί δε θα στερηθούν τίποτε όσοι τον φοβούνται»(Ψαλμ. 33, 10), και: «Ιδού, έτσι θα ευλογηθεί ο άνθρωπος που φοβάται τον Κύριο»(Ψαλμ. 127, 4), και: «Ο φόβος του Κυρίου είναι αγνός και παραμένει στον αιώνα του αιώνος»(Ψαλμ. 18, 10). Γράφει και ο άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Σημάδι του πρώτου φόβου είναι να μισεί κανείς την αμαρτία και να οργίζεται εναντίον της, σαν εκείνον που πληγώθηκε από θηρίο. Σημάδι του τέλειου φόβου, να αγαπά την αρετή και να φοβάται την αλλοίωση· γιατί κανείς δεν είναι αμετάβλητος. Σε κάθε πράγμα στη ζωή αυτή, οφείλομε πάντοτε να φοβόμαστε την πτώση». Γι’ αυτό λοιπόν και συ, ακούγοντάς τα αυτά με σύνεση, φρόντισε τώρα, μαζί με όλα όσα είπαμε προηγουμένως, να έχεις αδιάλειπτα μέσα σου και τον πρώτο φόβο, γιατί είναι ένα είδος ασφαλέστατο θησαυροφυλάκιο κάθε αγαθής πράξεως. Έτσι θα καθοδηγούνται τα βήματά σου προς την εργασία όλων των εντολών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Και προχωρώντας στο δρόμο των εντολών, θ’ αποκτήσεις και τον τέλειο και αγνό φόβο, με τον πόθο των αρετών και με το έλεος του αγαθού Θεού μας.

Για χάρη των εντολών και της πίστεως του Κυρίου Ιησού Χριστού οφείλομε, όταν το καλεί η περίσταση, να θυσιάσομε και τη ζωή μας

18. Κοντά στα παραπάνω, πρέπει να γνωρίζεις και τούτο, ότι για χάρη των ζωοπαρόχων εντολών και της σύμφωνης με αυτές πίστεως του Κυρίου Ιησού Χριστού, οφείλομε όταν το καλεί η περίσταση, να θυσιάσομε ευχαρίστως και αυτή τη ζωή μας, δηλαδή να μην τη λυπηθούμε. Έτσι λέει σχετικά ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός: «Όποιος χάσει τη ζωή του για χάρη μου και για χάρη του Ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει»(Μαρκ. 8, 35).
Και να πιστεύεις χωρίς αμφιβολία και δισταγμό ότι και ανάσταση και ζωή και ο,τιδήποτε άλλο σωτήριο είναι αυτός ο Θεάνθρωπος Ιησούς ο Σωτήρας, όπως είπε ο Ίδιος: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ’ εμένα θα ζήσει κι αν ακόμη πεθάνει. Καθένας που ζει και πιστεύει σ’ εμένα, δε θα πεθάνει στον αιώνα»(Ιω. 11, 25-26), και: «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον ίδιο τον μονογενή Υιό Του για να μη χαθεί, αλλά να έχει ζωή αιώνια όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν»(Ιω. 3, 16), και: «Εγώ ήρθα για να έχουν ζωή, και μάλιστα ζωή περίσσεια»(Ιω. 10, 10).
Όπως λοιπόν και να βρίσκεσαι, να ξεχνάς πάντοτε τα περασμένα και να επεκτείνεσαι προς τα εμπρός, όπως έχει λεχθεί(Φιλιπ. 3, 13)· κι έτσι να τρέχεις το δρόμο σου μαζί με τον Ιησού Χριστό τον Κύριό μας, χωρίς να στρέφεσαι πίσω. Καλό είναι, καθώς νομίζομε, και πολύ πρόσφορο, πριν απ’ όλα να εκθέσομε και κάποια φυσική μέθοδο του μακαρίου και σπουδαίου Νικηφόρου, για την είσοδο μέσα στην καρδιά με την εισπνοή, η οποία συντελεί κάπως και στη συγκέντρωση της διάνοιας.
Έτσι θα προχωρήσει με καλή σειρά η παρούσα πραγματεία, με τη βοήθεια του Θεού. Λέει λοιπόν ο θείος εκείνος άνθρωπος, μαζί με πολλά άλλα που έχουν το κύρος τους από γραπτές μαρτυρίες των Αγίων, και τα εξής.

Μέθοδος φυσική για την είσοδο έξοδο μέσα στην καρδιά με την εισπνοή από τη μύτη και την προσευχή που κάνομε κατ’ αυτή και που είναι το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Η μέθοδος αυτή συντελεί κάπως και στη συγκέντρωση της διάνοιας.

19. «Γνωρίζεις αδελφέ ότι αυτό που αναπνέομε είναι ο κοινός αέρας, και τον αναπνέομε όχι για άλλο τίποτε, παρά για την καρδιά, γιατί αυτή είναι η αιτία της ζωής και της θερμότητας του σώματος. Η καρδιά δηλαδή φέρνει προς τον εαυτό της τον αέρα της αναπνοής ως ένα μέσο που θα μεταφέρει έξω, με την εκπνοή, μέρος της θερμότητάς της, ώστε η ίδια να διατηρεί τη σωστή θερμοκρασία. Αίτιος, ή μάλλον υπηρέτης αυτής της λειτουργίας είναι ο πνεύμονας, που τον έκανε ο Δημιουργός με αραιή δομή ώστε σαν ένα φυσερό να εισάγει και να εξάγει χωρίς δυσκολία τον αέρα.

Έτσι η καρδιά με την αναπνοή ψύχεται, αποβάλλοντας θερμότητα, και επιτελεί απαράβατα αυτή τη λειτουργία, στην οποία έχει οριστεί για τη διατήρηση της ζωής. Εσύ λοιπόν, αφού καθίσεις σε ήσυχο κελί και συγκεντρώσεις το νου σου, πέρασέ τον στην αναπνευστική οδό που αρχίζει από τη μύτη και οδηγεί τον αέρα στην καρδιά· και ώθησε το νού σου κι ανάγκασέ τον να κατεβεί μαζί με τον εισπνεόμενο αέρα στην καρδιά.


Κι όταν εισέλθει εκεί, τα μετέπειτα δε θα είναι πλέον χωρίς ευφροσύνη και χαρά. Όπως δηλαδή ένας άνδρας που είχε απουσιάσει μακριά από το σπίτι του, όταν επιστρέψει, δεν ξέρει τι κάνει από τη χαρά του που αξιώθηκε να συναντήσει τα παιδιά του και τη γυναίκα του, έτσι κι ο νους όταν ενωθεί με την ψυχή, γεμίζει από ανείπωτη ηδονή και ευφροσύνη. Λοιπόν, αδελφέ, συνήθισε το νου σου να μη βγαίνει γρήγορα από εκεί.

Στην αρχή στενοχωρείται πάρα πολύ από το κλείσιμο μέσα και τον περιορισμό· όταν όμως συνηθίσει, δεν ανέχεται πλέον να περιφέρεται έξω. Γιατί η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα μας(Λουκ. 17, 21), και καθώς ο νους την παρατηρεί εκεί και με την καθαρή προσευχή την επιδιώκει, νομίζει βδελυρά και μισητά όλα τα έξω.»

Και λίγο πιό κάτω λέει: «Πρέπει να μάθεις και τούτο· όταν ο νους σου βρίσκεται εκεί, οφείλεις να μην τον αφήνεις να σιωπά και να κάθεται αργός, αλλά δώσε του να έχει ως έργο και ακατάπαυστη μελέτη του το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με» και να μην το σταματά ποτέ. Γιατί αυτό διατηρεί το νου συγκεντρωμένο, τον αναδεικνύει ανίκητο και απρόσβλητο κατά τις επιθέσεις του εχθρού και του αυξάνει καθημερινά την αγάπη και τον πόθο του Θεού.»

Αυτά λέει ο μακάριος Νικηφόρος, έχοντας κύριο σκοπό του, με την εξάσκηση της φυσικής αυτής μεθόδου να επιστρέψει ο νους από τη συνηθισμένη του περιπλάνηση και την αιχμαλωσία του και το ρεμβασμό του στην προσοχή. Με την προσοχή να συνδεθεί πάλι με τον εαυτό του και έτσι να ενωθεί με την προσευχή.

Και να κατεβαίνει από τότε στην καρδιά μαζί με αυτή την προσευχή και να παραμένει πάντοτε μέσα σ’ αυτή· όπως παραγγέλλει και κάποιος άλλος από τους θεόσοφους Πατέρες, επεξηγώντας το παραπάνω απόσπασμα ως άνθρωπος που έλαβε πείρα της ιερής αυτής εργασίας και λέγοντας τα εξής.

Η φυσική μέθοδος με την εισπνοή από τη μύτη και την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού που τη συνοδεύει.

20. «Πρέπει να φανερώσομε κι αυτό στο φιλομαθή: Όταν γυμνάσομε το νου μας να κατεβαίνει στην καρδιά μαζί με την είσοδο του αέρα της αναπνοής, τότε θα μάθομε καθαρά ότι ο νους κατερχόμενος, δεν εισέρχεται εκεί πριν παρατήσει κάθε λογισμό και γίνει ενιαίος και γυμνός, κρατώντας μόνο την επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τίποτε άλλο. Πάλι δε, όταν αναχωρήσει από εκεί και έρθει έξω, διασκορπίζεται και χωρίς να θέλει στη πολυδιασπασμένη μνήμη.»

Και ο ιερός Χρυσόστομος, όμοια με άλλους παλαιούς αγίους Πατέρες, παραγγέλλει να προσευχόμαστε στο όνομα του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας μέσα στην καρδιά, με αυτή την προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»

21. Και ο Μέγας Χρυσόστομος λέει: «Σας παρακαλώ, αδελφοί, μην παραβείτε και μην καταφρονήσετε ποτέ τον κανόνα της προσευχής». Και παρακάτω: «Οφείλει ο μοναχός, είτε τρώει είτε πίνει είτε κάθεται είτε εκτελεί διακόνημα είτε βαδίζει στο δρόμο είτε κάνει ο,τιδήποτε, να κράζει ακατάπαυστα το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»».
Και παρακάτω: «Έτσι, το όνομα του Κυρίου Ιησού, κατεβαίνοντας στο βάθος της καρδιάς, θα ταπεινώσει το δράκοντα που έχει την κατοχή της καρδιάς και θα σώσει και θα ζωοποιήσει την ψυχή. Να επιμένεις λοιπόν αδιάκοπα στην επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού, για να καταπιεί η καρδιά τον Κύριο κι ο Κύριος την καρδιά και να γίνουν τα δύο ένα».
Και πάλι: «Μη χωρίζετε την καρδιά σας από το Θεό, αλλά να επιμένετε και να τη φυλάγετε πάντοτε μαζί με τη μνήμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού· ώσπου να φυτευτεί το όνομα του Κυρίου μέσα στην καρδιά και τίποτε άλλο να μη σκέφτεται αυτή, για να δοξαστεί μέσα σας ο Χριστός».

Και πάλι για τη μνήμη του Ιησού μέσα στην καρδιά με την εισπνοή και με προσοχή

22. Γράφει και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Η μνήμη του Ιησού ας κολληθεί στην αναπνοή σου, και τότε θα εννοήσεις την ωφέλεια της ησυχίας». Και ο άγιος Ησύχιος: «Αν θέλεις στ’ αλήθεια να καταντροπιάσεις τους λογισμούς και να ησυχάζεις ευχάριστα και να νήφεις μέσα στην καρδιά σου με ευκολία, ας κολληθεί η ευχή του Ιησού στην αναπνοή σου, και σε λίγες ημέρες θα δεις να γίνεται τούτο».

Εκείνος που θέλει να νήψει νοερά, και πιο πολύ ο αρχάριος, πρέπει να κάθεται στον καιρό της προσευχής σε ήσυχο και σκοτεινό δωμάτιο, για να συγκεντρώνονται έτσι από το μερισμό με τρόπο φυσικό ο νους και η διάνοια

23. Τα παραπάνω είναι θεσπισμένα από παλιά και από μεγάλους αγίους Πατέρες, όσα δηλαδή παρουσιάσαμε με μαρτυρίες σχετικά με το να προσευχόμαστε, να μελετούμε και να νήφομε με τη βοήθεια της εισπνοής μέσα στην καρδιά, με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, και με το άγιο και σωτήριο όνομά Του, και από Αυτόν να ζητούμε το έλεος.
Προσθέτομε όμως και τούτο· εκείνος που επιμελείται να νήφει νοερά μέσα στην καρδιά του, και μάλιστα ο αρχάριος, πρέπει να κάθεται, πάντοτε βέβαια αλλά ιδίως κατά τον ορισμένο καιρό της προσευχής, σε ήσυχη γωνιά και σκοτεινή, όπως μυσταγωγούν και παραγγέλλουν οι θείοι Πατέρες και διδάσκαλοι που έχουν πείρα αυτής της παμμακάριστης εργασίας.

Γιατί το βλέμμα και η όραση εκ φύσεως γίνονται πρόξενοι διασκορπισμού και διαμερισμού της διάνοιας προς τα ορώμενα και βλεπόμενα κι έτσι αυτή ενοχλείται και ποικίλλεται. Όταν όμως αυτή κλειστεί, όπως είπαμε, σε ήσυχο και σκοτεινό δωμάτιο, παύει να διαμερίζεται και να ποικίλλεται εξαιτίας της οράσεως και του βλέμματος.
Και έτσι ο νους, θέλοντας και μη, γαληνεύει από το μερισμό και συνηθίζει να μαζεύεται στον εαυτό του, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος: «Ο νούς που δε διασκορπίζεται στα έξω, ούτε διαχέεται εδώ κι εκεί στον κόσμο μέσω των αισθητηρίων, επιστρέφει στον εαυτό του».

Η απουσία ρεμβασμού χορηγείται στο νου πρώτα απ’ όλα μέσω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της επικλήσεως με πίστη μέσα στην καρδιά του αγίου ονόματός Του. Συντελεί δε κάπως και η φυσική μέθοδος της εισόδου με την εισπνοή μέσα στην καρδιά, και η παραμονή σε ήσυχο και σκοτεινό χώρο και τα παρόμοια

24. Και πριν από αυτά, ή μάλλον πριν απ’ όλα, αυτό το αγώνισμα το κατορθώνει ο νους με τη βοήθεια της θείας χάρης, με τη μονολόγιστη καρδιακή καθαρή και αρρέμβαστη επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που γίνεται με πίστη, και όχι μόνο με την απλή φυσική μέθοδο της εισπνοής από τη μύτη που αναφέραμε ή με το κάθισμα σε ήσυχο και σκοτεινό χώρο —άπαγε!


Γιατί αυτά δεν τα επινόησαν οι θείοι Πατέρες για άλλο τίποτε, παρά για να βοηθήσουν κάπως στη συγκέντρωση της διάνοιας και στην επάνοδο στον εαυτό της από τη συνηθισμένη περιπλάνηση και στην προσοχή, όπως προείπαμε, μέσω των οποίων γεννιέται στο νου η συνεχής και καθαρή και αρρέμβαστη προσευχή, όπως λέει ο άγιος Νείλος: «Η προσοχή του νου που προσπαθεί να βρει προσευχή, θα βρει προσευχή. Γιατί η προσευχή περισσότερο από κάθε άλλο ακολουθεί την προσοχή. Γι’ αυτό ας επιδιώξομε να αποκτήσομε την προσοχή.»

Αρκετά ως εδώ γι’ αυτά. Εσύ τώρα, τέκνον, που θέλεις τη ζωή και ποθείς να δεις καλές μέρες(Ψαλμ. 33, 13) και να ζεις μέσα στο σώμα σαν να είσαι ασώματος, βάλε τη ζωή σου στον παρακάτω κανόνα και το μέτρο.

Πώς πρέπει να περνά ο ησυχαστής το διάστημα από το βράδυ ως το πρωί. Αρχή της λεπτομερειακής διδασκαλίας

25. Όταν δύει ο ήλιος, αφού επικαλεστείς τον υπεράγαθο και παντοδύναμο Κύριο Ιησού Χριστό να σε βοηθήσει, κάθισε σ’ ένα σκαμνί σε ήσυχο και σκοτεινό κελί. Και αφού συγκεντρώσεις το νου σου από την εξωτερική συνηθισμένη περιφορά και περιπλάνηση και τον ωθήσεις ήρεμα μέσα στην καρδιά με την εισπνοή, κράτησε την ευχή, δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».
Μαζί δηλαδή με την αναπνοή να εισάγεις ενωμένα κατά κάποιο τρόπο και τα λόγια της προσευχής, όπως λέει ο άγιος Ησύχιος: «Με την εισπνοή σου ένωσε τη νήψη και το όνομα του Ιησού, καθώς και αδιάκοπη μελέτη θανάτου και ταπείνωση. Γιατί ωφελούν πολύ και τα δύο».
Και μαζί με την ευχή και όσα άλλα είπαμε, να έχεις και τη μνήμη της κρίσεως και της ανταποδόσεως των αγαθών και των φαύλων πράξεων, θεωρώντας ολόψυχα τον εαυτό σου πιο αμαρτωλό απ’ όλους τους ανθρώπους και πιο ακάθαρτο από τους ίδιους τους δαίμονες και συνεπώς ότι μέλλεις να κολάζεσαι αιώνια. Οποιοσδήποτε από τους παραπάνω λογισμούς σού προξενήσει κατάνυξη και πένθος και δάκρυα, σ’ αυτόν να επιμένεις ώσπου να περάσουν μόνα τους.
Αν όμως δεν αξιώθηκες ακόμη να λάβεις τη δωρεά των δακρύων, αγωνίσου και παρακάλεσε ταπεινά να τα αποκτήσεις. Γιατί με αυτά καθαιρόμαστε από τα πάθη και τους μολυσμούς και αποκτούμε τα καλά και σωτήρια, όπως λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Όπως η φωτιά κατατρώει την καλαμιά, έτσι και το αγνό δάκρυ κάθε ακαθαρσία σωματική και ψυχική».
Και άλλος όσιος Πατέρας λέει: «Εκείνος που θέλει να αποβάλει τις κακίες, τις αποβάλλει με το κλάμα. Και εκείνος που θέλει να αποκτήσει τις αρετές, τις αποκτά με το κλάμα». Αν δεν έχεις κατάνυξη, να γνωρίζεις ότι έχεις κενοδοξία. Αυτή δεν αφήνει την ψυχή να νιώσει κατάνυξη. Αν πάντως δε σου έρθουν δάκρυα, κάθισε και πρόσεχε σ’ αυτούς τους λογισμούς, μαζί με την ευχή, μία ώρα. Έπειτα σήκω και ψάλε με προσοχή το μικρό απόδειπνο.
Και πάλι κάθισε και συνέχισε την ευχή με όλη σου τη δύναμη, καθαρά και αρρέμβαστα, δηλαδή μακριά από κάθε φροντίδα και οποιοδήποτε λογισμό και οποιαδήποτε φαντασία με πολλή νηφαλιότητα, για μισή ώρα, σύμφωνα μ’ εκείνον που λέει: «Εκτός από την αναπνοή και την τροφή, να αποξενωθείς κατά την ευχή απ’ όλα τ’ άλλα, αν θέλεις να μείνεις με μόνο το νου σου».
Έπειτα, αφού σφραγίσεις τον εαυτό σου με το σημείο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, όμοια και το κρεβάτι σου, κάθισε σ’ αυτό και φέρε στο νου σου τα μέλλοντα, τις απολαύσεις δηλαδή και τις τιμωρίες, και πόσο ρευστά και απατηλά είναι τα πρόσκαιρα, κι ακόμη και το αιφνίδιο και κοινό χρέος, δηλαδή το θάνατο και τη φρικτή εξέταση μετά το τέλος και προ του τέλους.Και αφού θυμηθείς με συντομία το σύνολο των αμαρτημάτων σου και ζητήσεις με θέρμη την άφεση και εξετάσεις με ακρίβεια πώς πέρασες την ημέρα, τότε ξάπλωσε κρατώντας και την ευχή, σύμφωνα μ’ εκείνον που λέει: «Του Ιησού η μνήμη ας κοιμηθεί μαζί σου». Και κοιμήσου πέντε ή έξι ώρες· ή μάλλον, σύμφωνα με τη διάρκεια της νύχτας κοιμήσου κι εσύ το ανάλογο.

Πώς πρέπει να περνάς από τον όρθρο μέχρι το πρωί

26. Όταν ξυπνήσεις και δοξολογήσεις το Θεό και τον επικαλεστείς πάλι να σε βοηθήσει, άρχισε πρώτα το πρώτο έργο, δηλαδή να προσεύχεσαι στην καρδιά καθαρά και αρρέμβαστα, μέχρι μία ώρα. Γιατί την ώρα εκείνη ως επί το πλείστον ο νους είναι γαλήνιος και ατάραχος, αλλά και έχομε διαταχθεί να θυσιάζομε στο Θεό τα πρώτα και διαλεχτά(Εξ. 22, 29), δηλαδή όσο μπορούμε να ανυψώνομε αταλάντευτα την πρώτη σκέψη προς τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, με καθαρή καρδιακή προσευχή.
Και λέει ο άγιος Νείλος: «Πραγματική προσευχή τελεί εκείνος που προσφέρει πάντοτε ολόκληρη την πρώτη του σκέψη στο Θεό». Ύστερα από αυτό ψάλε το Μεσονυκτικό. Αν δεν είσαι ακόμη στερεός για τελειότερη ησυχία, και γι’ αυτό δεν μπορείς, όπως είπαμε, να κάνεις αρχή, ή και για άλλη ίσως αιτία, όπως πολλές φορές γίνεται στους αρχαρίους, και σπανιότερα και σ’ εκείνους που έχουν προκόψει, αλλά δεν έχουν φτάσει ακόμη στην τελειότητα —γιατί οι τέλειοι τα πάντα μπορούν χάρη στο Χριστό που τους ενδυναμώνει(Φιλιπ. 4, 13)—, τότε κάνε το εξής.
Αφού σηκωθείς από τον ύπνο και όσο μπορείς διώξεις τη νύστα, ψάλε πρώτα το Μεσονυκτικό με όλη σου την προσοχή και τη φρόνηση· έπειτα κάθισε και προσευχήσου στην καρδιά σου καθαρά και αρρέμβαστα, όπως είπαμε, μία ώρα, ή μάλλον όσο σου δώσει ο Δοτήρας όλων των αγαθών. Γιατί λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Κατά τη νύχτα, να ασχολείσαι το πιο πολύ με την προσευχή, λίγο με την ψαλμωδία.
Την ημέρα πάλι να ετοιμάζεσαι κατά τη δύναμή σου». Αν όμως παρ’ όλον αυτόν τον αγώνα σου σε κυριεύει ακόμη η ολιγωρία και η ακηδία και είναι θολός ο νους σου από κάποιο περιστατικό, σήκω όπως ξέρεις και εξακολούθησε την ευχή. Κατόπιν, αφού καθίσεις, προσπάθησε να προσευχηθείς όπως προείπαμε, φροντίζοντας πάντοτε να πλησιάζεις τον καθαρό Θεό με καθαρή προσευχή. Έπειτα σήκω, ψάλε με συναίσθηση τον εξάψαλμο, τον πεντηκοστό ψαλμό και κανόνα όποιον θέλεις.
Έπειτα κάθισε και μένοντας άγρυπνος κάνε προσευχή ειλικρινή μισή ώρα. Και πάλι σήκω και ψάλε τους αίνους, τη συνηθισμένη δοξολογία, την πρώτη Ώρα και κατόπιν κάνε απόλυση. Εκείνα που λες με τα χείλη σου να τα λες τόσο, ώστε μόλις να τ’ ακούς ο ίδιος· επειδή έχομε εντολή και «καρπούς χειλέων» να προσφέρομε στο Θεό(Εβρ. 13, 15). Και να ευχαριστείς με όλη την ψυχή και τη διάνοια τον φιλάνθρωπο Κηδεμόνα, τον πάνσοφο Θεό μας, που μας αξίωσε με το άπειρο έλεός Του να περάσομε εύκολα το πέλαγος της νύχτας και να αντικρίσομε το χαρούμενο στάδιο της παρούσας ημέρας. Και επίσης να τον παρακαλείς θερμά να μας αξιώσει να διέλθομε χωρίς κλυδωνισμούς και την ασέληνη και άγρια καταιγίδα των δαιμόνων και των παθών και να μας ελεήσει.

Πώς πρέπει να περνάς από το πρωί μέχρι την ώρα τον φαγητού

27. Από το πρωί μέχρι την ώρα του φαγητού, αφού αναθέσεις ολότελα τον εαυτό σου όλο σε όλο το Θεό και αφού τον παρακαλέσεις με συντετριμμένη καρδιά να σε βοηθήσει που είσαι ασθενής και ράθυμος και άβουλος, να περάσεις κατά το δυνατόν με καθαρή και αρρέμβαστη καρδιακή προσευχή. Κατά την ανάγνωση, να διαβάζεις όρθιος το καθορισμένο τμήμα από το Ψαλτήρι, τον Απόστολο και το άγιο Ευαγγέλιο· το ίδιο να κάνεις και στις ευχές προς τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και την Υπέραγνη Θεοτόκο. Στις υπόλοιπες αναγνώσεις των αγίων Γραφών, ας είσαι καθιστός. Έπειτα από αυτά ψάλε με συναίσθηση τις συνηθισμένες Ώρες, οι οποίες καθορίστηκαν με πολλή σοφία από τους Πατέρες της Εκκλησίας. Και διώχνε με όλη τη δύναμη της ψυχής σου την αργία, που είναι δάσκαλος κάθε κακίας, όπως επίσης και τα πάθη και τις αφορμές τους, κι ας φαίνονται μικρές και αβλαβείς.

Προφύλαξη από την αργία. Είναι αναγκαίο να τηρεί και ο ησυχαστής την εκκλησιαστική τάξη

28. Λέει ο άγιος Ισαάκ: «Να φυλάγεστε, αγαπητοί, από την αργία, γιατί σ’ αυτήν είναι κρυμμένος σίγουρος θάνατος. Χωρίς την αργία δεν πέφτει ο μοναχός στα χέρια των δαιμόνων που προσπαθούν να τον αιχμαλωτίσουν. Δε θα μας καταδικάσει εκείνη την ημέρα ο Θεός για την παράλειψη των ψαλμών ή της προσευχής, αλλά επειδή όταν τ’ αμελήσομε ανοίγει ο δρόμος στους δαίμονες· κι αυτοί, όταν βρουν χώρο και μπουν μέσα και κλείσουν τις θύρες των νοερών οφθαλμών μας, τότε θα μας γεμίσουν τυραννικά και ακάθαρτα με όλα εκείνα τα κακά, που κάνουν όσους τα πράττουν υπεύθυνους στη θεία απόφαση για φοβερή τιμωρία.


Και υποδουλωνόμαστε στους εχθρούς, επειδή εγκαταλείψαμε τα μικρά έργα, τα οποία είναι άξια κάθε φροντίδας για το Χριστό, όπως λένε και οι σοφότατοι Άγιοι, ότι όποιος δεν υποτάσσει το θέλημά του στο Θεό, θα υποταχθεί στον αντίδικο διάβολο. Ώστε αυτά που σου φαίνονται μικρά, θα λογαριαστούν σαν τείχη που προφυλάγουν από εκείνους που μας αιχμαλωτίζουν.

Η τέλεση τούτων ορίστηκε σοφά με αποκάλυψη του Πνεύματος από τους υπεύθυνους για την τάξη της Εκκλησίας να γίνεται μέσα στο κελί, για τη φύλαξη της ζωής μας· ενώ η αθέτησή τους θεωρείται από τους άσοφους χωρίς σημασία και δεν υπολογίζουν τη ζημία που παθαίνουν. Γι’ αυτούς, και η αρχή της μοναχικής ζωής και το μέσον είναι ασύδοτη ελευθερία, που είναι μητέρα των παθών. Είναι καλύτερο ν’ αγωνιστεί κανείς να μην εγκαταλείψει τα μικρά, παρά να δώσει τόπο στην αμαρτία από το κενό που άφησαν. Γιατί το τέλος αυτής της άκαιρης ελευθερίας είναι σκληρή δουλεία».

Και αλλού γράφει: «Πόσο γλυκές φαίνονται οι αφορμές των παθών! Τα πάθη μπορεί κανείς κάποτε να τα κόψει, και με την απομάκρυνσή τους μένει γαλήνιος και χαίρεται που τα έπαψε· από τις αιτίες όμως των παθών δεν μπορεί εύκολα να ελευθερωθεί. Γι’ αυτό πειραζόμαστε χωρίς να θέλομε. Με τα πάθη λυπούμαστε, θέλομε όμως να μένουν μέσα μας οι αφορμές τους· τις αμαρτίες δεν τις επιθυμούμε, αλλά δεχόμαστε με ηδονή τις αφορμές που τις προξενούν.

Γι’ αυτό οι δεύτερες γίνονται αιτία των πρώτων. Όποιος αγαπά τις αφορμές των παθών, αυτός και χωρίς να θέλει είναι υποχείριος και δούλος των παθών. Όποιος μισεί τις αμαρτίες του, τις σταματά· όποιος τις εξομολογείται, θα επιτύχει την άφεση. Είναι αδύνατο να ελευθερωθεί κανείς από την έξη της αμαρτίας, πριν δημιουργηθεί μέσα του έχθρα εναντίον της· και είναι αδύνατο να επιτύχει τη συγχώρηση, πριν εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του.

Γιατί η έχθρα αυτή είναι αιτία αληθινής ταπεινώσεως, και η εξομολόγηση είναι αιτία κατανύξεως, η οποία πηγάζει στην καρδιά από την αισχύνη». Και αλλού λέει: «Δεν υπάρχει αμαρτία που δε συγχωρείται, παρά αυτή για την οποία δε μετανοείς». Γι’ αυτά όμως είπαμε αρκετά. Εσύ τώρα, αφού ψάλεις τις Ώρες που είπαμε, φάγε, κρατώντας κατά το φαγητό και την ευχή ώστε έτσι ν’ αποκτήσεις την έξη, με τη δύναμη της χάρης, να προσεύχεσαι αδιάλειπτα σύμφωνα με την εντολή(Α΄ Θεσ. 5, 17).

Αλλά ο λόγος για την τροφή που συντηρεί το σώμα με την ανέκφραστη σοφία του Δημιουργού, ας περιμένει. Ας προταχθεί ο λόγος για την τροφή που συγκρατεί και ζωοποιεί την ψυχή, η οποία είναι, κατά τους Αγίους, η ιερή και θεοποιός προσευχή. Και πολύ σωστά, αφού η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα.

Συνέχεια στα περί προσευχής. Πρέπει να προσευχόμαστε πάντοτε

29. Όπως το σώμα μας, όταν δεν έχει ψυχή, είναι νεκρό και βρωμερό, έτσι και η ψυχή αν δεν κινεί τον εαυτό της στην προσευχή, είναι νεκρή και άθλια και βρωμερή. Και ότι πρέπει να νομίζομε πιο οδυνηρό από κάθε θάνατο τη στέρηση της προσευχής, μας διδάσκει ο μέγας Δανιήλ ο προφήτης, που προτίμησε να καταδικαστεί σε θάνατο παρά να στερηθεί και για μια στιγμή την προσευχή(Δαν. 6, 10 κ.ε.).

Μας διδάσκει ακόμη ορθά και ο θείος Χρυσόστομος: «Κάθε ένας που προσεύχεται, συνομιλεί με το Θεό. Πόσο μεγάλο είναι να συνομιλεί ο άνθρωπος με το Θεό, κανείς δεν το αγνοεί, αλλά και κανείς δε θα μπορέσει να παραστήσει με λόγο αυτή την τιμή. Γιατί αυτή η τιμή είναι ανώτερη και από τη μεγαλοπρέπεια των Αγγέλων».


Ακόμη: «Η προσευχή είναι κοινό έργο Αγγέλων και ανθρώπων, και δε χωρίζει τίποτε τους Αγγέλους από τους ανθρώπους, σχετικά με την προσευχή. Αυτή σε χωρίζει από τα άλογα ζώα, αυτή σε ενώνει με τους Αγγέλους. Και γρήγορα κανείς θα μετατεθεί στο βίο, την πολιτεία, τον τρόπο ζωής, την τιμή, την ευγένεια, τη σοφία και τη σύνεση των Αγγέλων, αν φροντίζει όλη του τη ζωή να σχολάζει στις προσευχές και στη λατρεία του Θεού».

Και ακόμη: «Όταν ο διάβολος δει την ψυχή θωρακισμένη με αρετές, δεν τολμά να την πλησιάσει, γιατί φοβάται την ισχύ και τη δύναμη που τις δίνουν οι προσευχές, οι οποίες τρέφουν την ψυχή περισσότερο απ’ ό,τι οι τροφές το σώμα».

Και ακόμη: «Οι προσευχές είναι νεύρα της ψυχής· γιατί όπως το σώμα συγκρατείται και συναρμόζεται και στέκεται και ζει και στηρίζεται με τα νεύρα, κι αν κανείς τα κόψει, διαλύει όλη την αρμονία του σώματος, έτσι και οι ψυχές συναρμόζονται και στέκονται και τρέχουν εύκολα το δρόμο της ευσέβειας με τις άγιες προσευχές.

Αν στερήσεις τον εαυτό σου από την προσευχή, είναι το ίδιο σαν να βγάλεις το ψάρι από το νερό. Όπως δηλαδή για το ψάρι το νερό είναι η ζωή του, έτσι και για σένα η προσευχή. Με αυτήν μπορείς να διασχίσεις τον αέρα, όπως το ψάρι το νερό, να ανεβείς στους ουρανούς και να πλησιάσεις το Θεό».

Ακόμη: «Η προσευχή και η δέηση κάνουν τους ανθρώπους ναούς Θεού. Όπως ο χρυσός, οι πολύτιμοι λίθοι και τα μάρμαρα κάνουν τα παλάτια των βασιλέων, έτσι και η προσευχή κάνει τους ανθρώπους ναούς του Χριστού. Τί λοιπόν μεγαλύτερο εγκώμιο μπορεί να γίνει για την προσευχή, από το ότι κάνει τους ανθρώπους ναούς του Θεού; Εκείνος που δεν τον χωρούν οι ουρανοί, Αυτός εισέρχεται στην ψυχή που ζει με προσευχές».

Ακόμη: «Και από αυτό μπορεί κανείς να δει την δύναμη των αγίων προσευχών, ότι ο Παύλος που έτρεχε σ’ όλη την οικουμένη σαν να είχε φτερά, και είχε σπίτι του τη φυλακή υπομένοντας μαστιγώσεις, σέρνοντας την αλυσίδα και ζώντας μέσα σε αίματα και κινδύνους, αυτός που έδιωχνε δαίμονες και ανάσταινε νεκρούς και θεράπευε ασθένειες, δε στηρίχθηκε σε κανένα από αυτά για τη σωτηρία των ανθρώπων, αλλά περιχαράκωνε την ψυχή του με τις προσευχές. Έτσι, μετά τα θαύματα που έκανε και την ανάσταση των νεκρών, έτρεχε στις προσευχές, όπως ένας αθλητής στην παλαίστρα για το στεφάνι.

Γιατί η προσευχή είναι ο χορηγός και της αναστάσεως των νεκρών και όλων των άλλων. Όποια δύναμη έχουν τα νερά στα δένδρα, αυτήν έχουν οι προσευχές στη ζωή των Αγίων». Ακόμη: «Η προσευχή είναι αφορμή της σωτηρίας, πρόξενος της αθανασίας, ακλόνητο τείχος της Εκκλησίας, απόρθητο καταφύγιο, φοβερό στους δαίμονες, σωτήριο σε μας τους ευσεβείς». Ακόμη: «Όπως, όταν σε κάποια πόλη μπαίνει μία βασίλισσα, ακολουθεί κατ’ ανάγκην μαζί της όλος ο πλούτος, έτσι και η προσευχή· όταν μπαίνει στην ψυχή, μπαίνει μαζί της και κάθε αρετή». Ακόμη: «Ό,τι είναι το θεμέλιο για το σπίτι, αυτό είναι για την ψυχή η προσευχή.

Και πρέπει αυτήν πρώτη να στήσομε σαν βάση και ρίζα στην ψυχή, κι εκεί επάνω να κτίζομε πρόθυμα τη σωφροσύνη και την πρόνοια των φτωχών και όλους τους νόμους του Χριστού». Ακόμη: «Η πρόθυμη προσευχή είναι φως της διάνοιας και της ψυχής, φως άσβηστο και αδιάκοπο. Γι’ αυτό ο πονηρός βάζει μέσα στο νου μας ολόκληρο συρφετό λογισμούς· κι εκείνα που ποτέ δε σκεφτήκαμε, τα μαζεύει στην ώρα της προσευχής και τα χύνει πάνω στην ψυχή μας». Και ακόμη: «Η προσευχή είναι μεγάλο όπλο, μεγάλη ασφάλεια».

Ο δε Θεολόγος Γρηγόριος λέει: «Καλύτερα να θυμάσαι το Θεό παρά να αναπνέεις». Και πάλι: «Να σκέφτεσαι το Θεό πιό συνεχώς κι από το να αναπνέεις». Και ο άγιος Ισαάκ: «Χωρίς αδιάλειπτη προσευχή δεν μπορείς να πλησιάσεις το Θεό. Αν μετά τον κόπο της προσευχής αφήσεις το νου σου να φροντίζει γι’ άλλα πράγματα, προκαλείς διασκορπισμό της διάνοιας. Κάθε προσευχή όπου δεν κοπιάζει το σώμα και δε συνθλίβεται η καρδιά, είναι νεκρή αποβολή· γιατί η προσευχή αυτή είναι χωρίς ψυχή».

Και ο Ιωάννης της Κλίμακος γράφει: «Η προσευχή στην ουσία της είναι συνομιλία και ένωση ανθρώπου και Θεού· στην ενέργειά της είναι διατήρηση του κόσμου, συμφιλίωση με το Θεό, μητέρα των δακρύων αλλά και θυγατέρα, συγχώρηση των αμαρτιών, γέφυρα πάνω από τους πειρασμούς, τείχος ανάμεσα σε μας και τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, μέλλουσα ευφροσύνη, απεριόριστη εργασία, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, προκοπή αόρατη, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, τσεκούρι που κόβει την απόγνωση, απόδειξη της ελπίδας στο Θεό, λύτρωση από τη λύπη, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, περιορισμός του θυμού, καθρέφτης της προκοπής, φανέρωση της εκτάσεως της αρετής, φανέρωση της πνευματικής καταστάσεως, αποκάλυψη των μελλόντων, σημείο δόξας. Η προσευχή γι’ αυτόν που προσεύχεται πραγματικά, είναι δικαστήριο και κριτήριο και βήμα του Κυρίου, πριν από το μελλοντικό βήμα».

Και αλλού: «Η προσευχή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποξένωση από τον ορατό και αόρατο κόσμο». Και ο άγιος Νείλος λέει: «Αν έχεις πόθο να προσευχηθείς, απαρνήσου τα πάντα, για να κληρονομήσεις το παν. Προσευχή είναι η ανύψωση του νου προς το Θεό. Η προσευχή είναι συναναστροφή του νου με το Θεό. Όπως το ψωμί είναι τροφή του σώματος και η αρετή της ψυχής, έτσι και του νου τροφή είναι η πνευματική προσευχή». Και αυτά έτσι είναι. Καιρός τώρα να μιλήσομε και για τη σωματική δίαιτα, για το βάρος, την ποσότητα και την ποιότητά της, με όση συντομία μπορούμε.

Η σωματική δίαιτα, πώς δηλαδή πρέπει να τρέφεται ο ησυχαστής

30. Λέει η Γραφή: «Άνθρωπε, το ψωμί σου θα το τρως με το ζύγι και το νερό σου θα το πίνεις με μέτρο»(Ιεζ. 4, 10 -11), επειδή αυτά είναι αρκετά για να ζει ο κατά Θεόν αγωνιζόμενος. Αν δε δώσεις αίμα, λέει κάποιος, δεν πρόκειται να λάβεις πνεύμα. Λέει και ο μέγας Παύλος: «Ταλαιπωρώ σκληρά το σώμα μου και το μεταχειρίζομαι σαν δούλο, μήπως, ενώ έχω κηρύξει σε άλλους, κριθώ ο ίδιος ακατάλληλος»(Α΄ Κορ. 9, 27).
Και ο θείος Δαβίδ: «Αδυνάτισαν τα γόνατά μου από τη νηστεία και η όψη μου αλλοιώθηκε με τη στέρηση του λαδιού»(Ψαλμ. 108, 24). Και ο Θεολόγος: «Με τίποτε άλλο δεν ευαρεστείται τόσο ο Θεός, όσο με την κακοπάθεια, και στα δάκρυα ανταποδίδει το έλεός Του».

Και ο άγιος Ισαάκ: «Όπως η μητέρα φροντίζει για το παιδί της, έτσι και ο Χριστός φροντίζει για σώμα που κακοπαθεί, και είναι πάντοτε κοντά στο σώμα αυτό. Σε κοιλιά γεμάτη δεν υπάρχει γνώση των μυστηρίων του Θεού. Όπως σ’ εκείνους που σπέρνουν με δάκρυα ακολουθούν τα δεμάτια της αγαλλιάσεως(Ψαλμ. 125, 5), έτσι ακολουθεί χαρά στην κακοπάθεια για το Θεό. Μακάριος όποιος έκλεισε το στόμα του σε κάθε τί το ηδονικό που τον χωρίζει από τον Κτίστη του».
Και αλλού: «Με μακρούς πειρασμούς από δεξιά και από αριστερά και αφού δοκίμασα τον εαυτό μου και στους δύο αυτούς τρόπους και δέχτηκα αμέτρητες πληγές από τον εχθρό και αξιώθηκα συχνά μεγάλη κρυφή βοήθεια από το Θεό, απέκτησα πείρα μέσα στα πολλά χρόνια και τη δοκιμασία, και με τη χάρη του Θεού έμαθα τούτα: ότι η βάση όλων των αγαθών και η ανάκληση της ψυχής από την αιχμαλωσία του εχθρού και ο δρόμος που οδηγεί στο φως και στη ζωή, είναι αυτοί οι δύο τρόποι· να περιορίσει κανείς τον εαυτό του σε ένα τόπο και να νηστεύει πάντοτε, να κανονίσει δηλαδή τον εαυτό του σοφά και συνετά έτσι που να έχει εγκράτεια της κοιλιάς, αμετακίνητη παραμονή στην ησυχία και αδιάλειπτη σχολή και μελέτη του Θεού.
Από εδώ προέρχεται η υποταγή των αισθήσεων· από εδώ η νήψη του νου· από εδώ εξημερώνονται τα άγρια πάθη που κινούνται μέσα στο σώμα· από εδώ προέρχεται η πραότητα των λογισμών από εδώ οι διάφορες φωτεινές κινήσεις της διάνοιας· από εδώ η σπουδή προς τα ιερά έργα της αρετής· από εδώ τα υψηλά και λεπτά νοήματα· από εδώ τα άμετρα δάκρυα που χύνονται κάθε ώρα και η μνήμη του θανάτου· από εδώ η καθαρή σωφροσύνη, η οποία απέχει ολότελα από κάθε φαντασία που πειράζει τη διάνοια· από εδώ η οξυδέρκεια και η οξύτητα της γνώσεως όσων βρίσκονται μακριά· από εδώ πηγάζουν τα βαθύτερα μυστικά νοήματα, τα οποία εννοεί η διάνοια με τη δύναμη των θείων λόγων και οι εσώτερες κινήσεις που γίνονται μέσα στην ψυχή και η διαφορά και η διάκριση των πονηρών πνευμάτων από τις αγγελικές Δυνάμεις, και των αληθινών οράσεων από τις μάταιες φαντασίες.
Από εδώ ο φόβος των οδών που κρύβει το πέλαγος της διάνοιας, ο οποίος κόβει τη ραθυμία και την αμέλεια, και η φλόγα του ζήλου η οποία καταπατεί κάθε κίνδυνο και ξεπερνάει κάθε φόβο, και η θέρμη η οποία καταφρονεί και σβήνει από τη διάνοια κάθε επιθυμία και προξενεί λησμοσύνη κάθε μνήμης των προσκαίρων που περνούν μαζί με τα άλλα.
Και με λίγα λόγια, από εδώ προέρχεται η ελευθερία του ανθρώπου του αληθινού και η χαρά της ψυχής και η ανάσταση και η ανάπαυση στη βασιλεία των ουρανών μαζί με το Χριστό. Αν όμως κανείς δείξει αμέλεια για τα δύο αυτά, ας γνωρίζει ότι δε ζημιώνει μόνο τον εαυτό του απ’ όλα όσα είπαμε, αλλά κλονίζει και το θεμέλιο όλων των αρετών με την καταφρόνηση των δύο τούτων αρετών. Και όπως οι δύο αυτές αρετές μέσα στην ψυχή είναι αρχή και κεφαλή της θείας εργασίας, και θύρα και δρόμος προς τον Χριστό, αν τις φυλάει κανείς και επιμένει σ’ αυτές, έτσι και αν τις εγκαταλείψει και αποσκιρτήσει από αυτές, καταντά στα δύο αντίθετα, δηλαδή να γυρίζει εδώ κι εκεί και να γαστριμαργεί ανεπίτρεπτα».
Και αλλού λέει: «Εκείνοι οι οποίοι στην αρχή του μοναχικού βίου τους είναι ράθυμοι και χαύνοι, δειλιάζουν και ταράζονται όχι μόνον ακούγοντας αυτούς τους αγώνες, αλλά κι από ήχο φύλλων των δένδρων, και νικιούνται από μικρή ανάγκη και από το φόβο της πείνας και από ελαφριά ασθένεια και απαρνούνται την άσκηση και γυρίζουν πίσω.
Οι αληθινοί όμως και άξιοι αγωνιστές δε χορταίνουν μήτε τα χόρτα και τα λάχανα, ούτε, αν και ζουν από ρίζες ξερών χόρτων, καταδέχονται να φάνε τίποτε πριν από την κανονισμένη ώρα, αλλά και κοιμούνται στο έδαφος ενώ το σώμα έχει ατονία και τρέμει και τα μάτια τους θολώνουν από την υπερβολική εξάντληση του σώματος.
Και αν ακόμη από την αδυναμία πλησιάσουν το θάνατο, ούτε τότε υποχωρούν ώστε να νικηθούν και να πέσουν, λόγω της ρωμαλέας προαιρέσεώς τους. Γιατί ποθούν και επιθυμούν να βιάσουν τον εαυτό τους για την αγάπη του Θεού, και προτιμούν να κοπιάζουν για την αρετή παρά να έχουν την πρόσκαιρη ζωή και κάθε ανάπαυση που αυτή προσφέρει.
Και όταν τους επιτεθούν οι πειρασμοί, περισσότερο χαίρονται, γιατί με αυτούς τελειοποιούνται, δηλαδή γίνονται τέλειοι. Ούτε πάλι από τους μεγάλους κόπους που δοκιμάζουν κλονίζονται καθόλου στην αγάπη του Θεού, αλλά έως ότου φύγουν από τη ζωή είναι πρόθυμοι να δεχτούν με γενναιότητα τους πειρασμούς και δεν τους αποφεύγουν, γιατί με αυτούς γίνονται τέλειοι».
Αυτούς λοιπόν και τους ομοίους τους ακολουθώντας κι εμείς, αλλά και πειθαρχώντας σ’ Εκείνον που είπε: «Βάδιζε τη βασιλική οδό και μην παρεκκλίνεις δεξιά ή αριστερά»(Αρ. 20, 17), σου προβάλλομε έναν τύπο και κανόνα μεσότητας, ο οποίος περιλαμβάνει τον παρακάτω όρο.

Πώς πρέπει να τρέφεται ο αγωνιζόμενος τη Δευτέρα, την Τετάρτη και την Παρασκευή

31. Τρεις ημέρες την εβδομάδα, τη Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή, τρώγε πάντοτε το απόγευμα, δηλαδή μιά φορά την ημέρα. Να τρως έξι ουγγιές ψωμί, ξηρά τροφή με εγκράτεια, και νερό έως τρία ή τέσσερα ποτήρια αν θέλεις, ακολουθώντας τον 69ο κανόνα των Αγίων Αποστόλων που παραγγέλλει: «Αν ένας επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή αναγνώστης ή ψάλτης δε νηστεύει την αγία Τεσσαρακοστή του Πάσχα ή την Τετάρτη ή την Παρασκευή, να καθαιρείται, εκτός αν εμποδίζεται από σωματική ασθένεια. Αν είναι λαϊκός, να αφορίζεται». Η νηστεία της Δευτέρας βέβαια καθορίστηκε αργότερα από τους θείους Πατέρες.

Πώς πρέπει να τρέφεσαι την Τρίτη και την Πέμπτη

32. Την Τρίτη και την Πέμπτη τρώγε δύο φορές την ημέρα. Και στο γεύμα να τρως έξι ουγγιές ψωμί και φαγητό μαγειρευτό με εγκράτεια και λίγη ξηρά τροφή. Να πίνεις και κρασί νερωμένο, αν χρειάζεσαι, μέχρι τρία ή τέσσερα ποτήρια. Το βράδυ, τρεις ουγγιές ψωμί και λίγη ξηρά τροφή ή τίποτε φρούτα, και κρασί ανακατωμένο με νερό ένα ποτήρι ή το πολύ δύο, αν διψάς πολύ· γιατί πολύ βοηθεί η δίψα στα δάκρυα μαζί με την αγρυπνία, όπως λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Η δίψα και η αγρυπνία πίεσαν την καρδιά· και με την πίεση αυτή η καρδιά ανάβλυσε δάκρυα».
Και ο άγιος Ισαάκ: «Δίψασε για το Θεό, για να σε χορτάσει με την αγάπη Του». Αν όμως προτιμάς και αυτές τις δύο ημέρες να τρως μία φορά, θα πράξεις άριστα, αφού η νηστεία και η εγκράτεια είναι πρώτη και μητέρα και ρίζα και πηγή και θεμέλιο όλων των καλών. Λέει και κάποιος εθνικός: «Διάλεξε βίο άριστο, και η συνήθεια θα τον κάνει γλυκύ».
Και ο Μέγας Βασίλειος: «Όπου υπάρχει προαίρεση, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο».
Και άλλος θεοφόρος Πατέρας λέει: «Αρχή της καρποφορίας είναι το άνθος, και αρχή της πρακτικής η εγκράτεια».
Αλλά αυτά και τα παρακάτω ίσως φανούν δύσκολα σε μερικούς, ακόμη και αδύνατα. Εκείνος όμως που συλλογίζεται τον καρπό που προέρχεται από αυτά και έχει στο νου του τί μεγάλη δόξα γεννούν, θα τα κρίνει εύκολα και με τη βοήθεια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και με τη δική του επιμέλεια κατά το δυνατόν, θα διακηρύξει και με λόγια και με έργα ότι είναι ευκολότατα και θα επιβεβαιώσει την αλήθεια τους.
Λέει και ο άγιος Ισαάκ: «Ψωμί φτωχικό από τραπέζι αγνού ανθρώπου, εξαγνίζει από κάθε πάθος την ψυχή όποιου το τρώει. Από το τραπέζι εκείνων που νηστεύουν και αγρυπνούν και κοπιάζουν εν Κυρίω, πάρε για τον εαυτό σου φάρμακο ζωής και σήκωσε την ψυχή σου από τη νέκρωσή της· γιατί ο Αγαπημένος κάθεται ανάμεσά τους και αγιάζει τις τροφές, και την πικρία της κακοπάθειάς τους τη μεταβάλλει στην ανείπωτη γλυκύτητά Του, ενώ οι πνευματικοί και επουράνιοι υπηρέτες Του επισκιάζουν αυτούς και τις άγιες τροφές τους. Η ευωδία του νηστευτή είναι γλυκύτατη και η συνάντησή του ευφραίνει τις καρδιές εκείνων που έχουν διάκριση. Είναι αγαπητός στο Θεό ο τρόπος ζωής του εγκρατούς».

Πώς πρέπει να τρέφεσαι το Σάββατο. Για τις αγρυπνίες, και πώς πρέπει να τρως κατ’ αυτές

33. Κάθε Σάββατο, πλην του Μεγάλου, πρέπει να τρως δύο φορές, όπως ορίσαμε για την Τρίτη και την Πέμπτη. Τούτο για τη διάταξη των ιερών Κανόνων και επειδή πρέπει να κάνεις αγρυπνία όλες τις Κυριακές του χρόνου, εκτός από της Τυροφάγου ή αν υπάρχει κοντά αγρυπνία των μεγάλων δεσποτικών εορτών ή κανενός πολύ μεγάλου Αγίου, οπότε να κάνεις εκείνη και να αφήσεις την αγρυπνία της Κυριακής.
Είτε έτσι όμως είτε αλλιώς, να τρως δύο φορές τα Σάββατα. Είναι ωφέλιμο να βιάζεις πάντοτε τον εαυτό σου στην εργασία της νυκτερινής αγρυπνίας. Γι’ αυτό αν τύχει αγρυπνία μέσα στην εβδομάδα, είναι πάρα πολύ ωφέλιμο να κάνεις και την αγρυπνία της Κυριακής, και θα επακολουθήσει για σένα αμέσως μεγάλο κέρδος. Ή μάλλον, όπως λέει η Γραφή, έτσι θ’ ανατείλει πρώιμα το φως σου και θα φανεί γρήγορα μπροστά σου η υγεία σου(Ησ. 58, 8).
Ο άγιος Ισαάκ επίσης λέει: «Σε κάθε αγώνα κατά της αμαρτίας και της επιθυμίας η αρχή είναι ο κόπος της αγρυπνίας και της νηστείας, και μάλιστα για κείνον που πολεμά εναντίον της αμαρτίας που είναι μέσα μας. Και αυτό είναι το σημάδι του μίσους της αμαρτίας και της επιθυμίας της σ’ όσους παλεύουν σ’ αυτόν τον αόρατο πόλεμο. Όλες σχεδόν οι προσβολές των παθών αρχίζουν να ελαττώνονται με τη νηστεία.
Κοντά σ’ αυτήν, η νυκτερινή αγρυπνία βοηθά στην άσκηση. Εκείνος που σε όλη του τη ζωή αγαπά τη συντροφιά αυτού του ζεύγους, γίνεται φίλος της σωφροσύνης. Όπως αρχή όλων των κακών είναι η ικανοποίηση της κοιλιάς, καθώς και η αποχαύνωση από τον ύπνο η οποία ανάβει την επιθυμία της πορνείας, έτσι ο άγιος δρόμος του Θεού και το θεμέλιο κάθε αρετής είναι η νηστεία και η αγρυπνία και η εγρήγορση κατά τη λατρεία του Θεού».

Και πάλι: «Στην ψυχή που στιλβώθηκε με τη μνήμη του Θεού και την ακοίμητη αγρυπνία νύχτα και ημέρα, εκεί ο Κύριος για ασφάλειά της βάζει νεφέλη να τη σκεπάζει την ημέρα και πύρινο στύλο να τη φωτίζει τη νύχτα(Εξ. 13, 21-22) και φως θα λάμψει μέσα στο πυκνό σκοτάδι της».Ακόμη: «Διάλεξε για τον εαυτό σου εργασία τρυφής, τη συνεχή δηλαδή αγρυπνία τις νύχτες, με την οποία οι Πατέρες ξεντύθηκαν τον παλαιό άνθρωπο και αξιώθηκαν να ανακαινιστεί ο νους τους. Αυτές τις ώρες αισθάνεται η ψυχή την αθάνατη εκείνη ζωή· και με την αίσθηση αυτή αποβάλλει το σκότος των παθών και δέχεται το Άγιο Πνεύμα».Και πάλι: «Τίμησε την εργασία της αγρυπνίας για να βρει η ψυχή σου παρηγοριά. Μη νομίσεις, άνθρωπε, ότι σε όλη την πνευματική εργασία των μοναχών υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τη νυκτερινή αγρυπνία. Μοναχό που μένει στην αγρυπνία με διάκριση του νου του, μην τον νομίσεις ότι είναι από σάρκα· αυτό το έργο αληθινά χαρακτηρίζει τους Αγγέλους. Ψυχή που κοπιάζει στην αγγελική εργασία της αγρυπνίας, θ’ αποκτήσει μάτια χερουβικά που θα ατενίζουν διαρκώς και θα βλέπουν την επουράνια θεωρία».

Να περνάς τις αγρυπνίες σου με προσευχή, ψαλμωδία και ανάγνωση, καθαρά, αρρέμβαστα και με κατάνυξη, μόνος ή με αγαπητή και ομότροπη συνοδία. Ύστερα από κάθε αγρυπνία, να ενισχύεις λίγο το σώμα σου από τον κόπο με φαγητό και ποτό όπως στο δείπνο. Ήτοι, φάγε τρεις ουγγιές ψωμί και κάποιο ξερό προσφάγι, όσο χρειάζεσαι, πιες και κρασί με νερό τρία ποτήρια. Πρόσεξε μήπως σε ημέρα νηστείας που έχει αγρυπνία καταλύσεις λόγω της αγρυπνίας πριν από την ενάτη. Και το ένα δηλαδή πρέπει να κάνεις, αλλά και το άλλο να μην το αφήσεις(Ματθ. 23, 23). Γιατί την ενίσχυση του σώματος λογικά ορίστηκε να την κάνεις μετά την αγρυπνία.

Πώς πρέπει να τρως τις Κυριακές. Διάφορα άλλα ζητήματα. Επίσης περί κόπου και ταπεινώσεως

34. Τις Κυριακές όλες να τρως δύο φορές, όπως τα Σάββατα. Αυτός ο κανόνας να τηρείται ακριβώς, εκτός αν είσαι ασθενής. Βέβαια είναι και ημέρες που οι Πατέρες έχουν αφήσει ελεύθερες από νηστεία, από μακρά συνήθεια ή από νεώτερες αιτίες, είτε ιερές είτε όχι*. Αυτές λοιπόν τις ημέρες ούτε μόνο μιά φορά τρώμε, ούτε μόνο ξηροφαγία, αλλά τρώμε απ’ όλα τα χρήσιμα και επιτρεπόμενα, και χορταρικά, με εγκράτεια βέβαια και με την ορισμένη ποσότητα. Γιατί το άριστο είναι η εγκράτεια σε όλα.
Στις σωματικές ασθένειες όμως, όπως είπαμε, ας τρώμε χωρίς ντροπή απ’ όλα τα χρήσιμα και νόμιμα που δυναμώνουν το σώμα. Γιατί οι θείοι Πατέρες δίδαξαν να σκοτώνομε τα πάθη και όχι το σώμα. Επίσης είναι εύλογο, απ’ όλα όσα εγκρίνονται, δηλαδή απ’ όσα επιτρέπονται στους μοναχούς, να τρως λίγο, για να δοξάζεις και να ευχαριστείς το Θεό και να αποφεύγεις την υπερηφάνεια. Να αποστρέφεσαι τα περιττά.
Γιατί η έλλειψη των πραγμάτων, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ, διδάσκει τον άνθρωπο την εγκράτεια και χωρίς να θέλει· με την αφθονία και την ελευθερία σ’ αυτά δεν μπορούμε να κρατήσομε τον εαυτό μας. Μην αγαπήσεις τη σωματική ανάπαυση· γιατί, κατά τον άγιο Ισαάκ, η ψυχή που αγαπά το Θεό, βρίσκει την ανάπαυσή της μόνο στο Θεό. Καλύτερα, μαζί με τον κόπο και την κακοπάθεια, διάλεγε την ταπείνωση. Γιατί ο κόπος και η ταπείνωση, γράφει κάποιος Άγιος, κερδίζουν τον Ιησού.——–
*Αναφέρεται στις ημέρες ή και εβδομάδες μεγάλων εορτών (Χριστουγέννων, Πάσχα, Πεντηκοστής κλπ.) που λόγω της αντίστοιχης εορτής έχουν κατάλυση. Αλλά και στην εβδομάδα μετά την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, στην οποία έχει οριστεί κατάλυση για λόγους αντιαιρετικούς.

Πώς πρέπει να τρως και να πράττεις τις άγιες Τεσσαρακοστές και μάλιστα τη Μεγάλη

35. Όσον αφορά στη διατροφή, ίσως και τη ζωή σου όλη κατά τις άγιες Τεσσαρακοστές, νομίζομε περιττό να εξηγήσομε λεπτομερώς και ιδιαιτέρως.
Όπως έχει προσδιοριστεί να κάνεις όταν τηρείς την ενάτη, έτσι πρέπει να κάνεις και στις άγιες Τεσσαρακοστές, εκτός από τα Σάββατα και τις Κυριακές. Και αν είναι δυνατό, με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια και προσοχή, και μάλιστα την αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή, επειδή είναι η δεκάτη όλου του χρόνου και προσφέρει στους κατά Χριστόν Ιησού νικητές τα βραβεία των αγώνων κατά τη δεσποτική και θεία και λαμπροφόρο ημέρα της Αναστάσεως.

Η διάκριση. Η εργασία με μέτρο είναι ανεκτίμητη. Η υποταγή

36. Πλην όμως και αυτά τα παραπάνω και τα όμοια με αυτά, πρέπει να τα εφαρμόζεις με ακριβή διάκριση, για χάρη της αρμονικής και ειρηνικής συνυπάρξεως του σώματος και της ψυχής.
Όπως λέει η Γραφή: «Με σοφία οικοδομείται το σπίτι, με τη σύνεση προοδεύει και με την ορθή γνώση γεμίζουν οι αποθήκες του από κάθε καλό και πολύτιμο πλούτο»(Παροιμ. 24, 3-4).
Και ο θείος Θαλάσσιος γράφει: «Η ένδεια και η στέρηση που συνοδεύεται με λόγο και διάκριση, είναι η βασιλική οδός. Έτσι, η χωρίς διάκριση ταλαιπωρία ή η χωρίς λόγο συγκατάβαση είναι ασύμφορα, γιατί και τα δύο γίνονται αντίθετα στο λόγο».

Και ο όσιος Ισαάκ: «Στη χαλάρωση των μελών επακολουθεί η διάχυση και η σύγχυση των λογισμών. Την υπερβολική εργασία ακολουθεί η ακηδία, και αυτήν η διάχυση των λογισμών. Διαφέρει η πρώτη διάχυση από τη δεύτερη. Γιατί στην πρώτη ακολουθεί ο πόλεμος της πορνείας, ενώ στη δεύτερη, η εγκατάλειψη του ησυχαστηρίου και η μετακίνηση από τόπο σε τόπο. Η μετρημένη όμως και κοπιαστική εργασία είναι ανεκτίμητη. Η ελάττωσή της πληθαίνει την ηδονή, ενώ η υπερβολή, τη διάχυση».Και ο μέγας Μάξιμος γράφει: «Μην έχεις όλη σου την επιμέλεια στη σάρκα, αλλά όρισέ της την άσκηση που αντέχει, και στρέψε όλο το νου σου στο εσωτερικό σου. Γιατί η σωματική γύμναση λίγο ωφελεί, ενώ η ευσέβεια είναι ωφέλιμη σε όλα(Α΄ Τιμ. 4, 8)».Αν όμως η σάρκα τραβά τη ζυγαριά προς το μέρος της και τυραννεί και βαραίνει και σέρνει την ψυχή σε άτακτες και ψυχοφθόρες τάσεις και κινήσεις, όπως έχει γραφεί: «Η σάρκα επιθυμεί αντίθετα με το πνεύμα και το πνεύμα αντίθετα με τη σάρκα»(Γαλ. 5, 17), τότε εσύ βάλε της το χαλινάρι της εγκράτειας και νέκρωσέ την, μέχρις ότου γίνει ευπειθής και χωρίς να θέλει και υποταχθεί στο ανώτερο, στην ψυχή.

Έχε στο νου σου τα λόγια του μεγάλου Παύλου: «Όσο ο εξωτερικός άνθρωπος φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός ανανεώνεται μέρα τη μέρα»(Β΄ Κορ. 4, 16), και του αγίου Ισαάκ: «Άφησε καλύτερα να πεθάνεις στους αγώνες, παρά να ζεις με αμέλεια. Δεν είναι μάρτυρες μόνον εκείνοι που δέχτηκαν το θάνατο για την πίστη στο Χριστό, αλλά κι εκείνοι που πεθαίνουν για την τήρηση των εντολών Του. Και για μας είναι καλύτερο να πεθάνομε αγωνιζόμενοι, παρά να ζήσομε στην αμαρτία».

Και προπάντων να τα πράττεις όλα με τη γνώμη και την ερώτηση του κατά Θεόν πνευματικού σου πατέρα. Γιατί έτσι, με τη χάρη του Χριστού, και τα βαριά και ανηφορικά θα γίνουν ελαφρά και θα σου φανεί πως τρέχεις σε κατηφοριά. Αλλά ας ξαναγυρίσομε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε.

Πώς πρέπει ο αγωνιζόμενος να περνά το διάστημα μετά το γεύμα ως τη δύση τον ηλίου. Πρέπει να πιστεύομε πως ανάλογα με τον κόπο και το μέτρο της εργασίας μας, μας δίνονται τα θεία χαρίσματα

37. Αφού γευματίσεις όπως πρέπει σε αγωνιστή, και σύμφωνα με τον θείο Παύλο που παραγέλλει να τηρεί ο αγωνιζόμενος εγκράτεια σε όλα(Α΄ Κορ. 9, 25), να διαβάσεις καθιστός αρκετά, και κυρίως τα νηπτικά συγγράμματα των Πατέρων. Έπειτα κοιμήσου μία ώρα, αν είναι μεγάλες οι μέρες. Στη συνέχεια σήκω και απασχολήσου λίγο με το εργόχειρό σου, κρατώντας και την ευχή. Κατόπιν να κάνεις προσευχή όπως προείπαμε, να διαβάσεις, να μελετήσεις και να φροντίζεις να ταπεινωθείς και να έχεις τον εαυτό σου κάτω απ’ όλους τους ανθρώπους.


Γιατί λέει η Γραφή: «Όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, κι όποιος ταπεινώνεται θα υψωθεί»(Λουκ. 14, 11), και: «Όποιος νομίζει ότι στέκεται καλά, ας κοιτάξει μην πέσει»(Α΄ Κορ. 10, 12), και: «Ο Κύριος εναντιώνεται στους υπερήφανους, δίνει όμως τη χάρη Του στους ταπεινούς»(Ιακ. 4, 6), και: «Αρχή της υπερηφάνειας είναι να μη γνωρίζεις τον Κύριο»(Σ. Σειρ. 10, 12), και: «Άνθρωποι υπερήφανοι παρανομούσαν ασυγκράτητα»(Ψαλμ. 118, 51), και: «Μην υψηλοφρονείτε, αλλά να εξομοιώνεστε με τους ταπεινούς»(Ρωμ. 12, 16).

Και ο θείος Χρυσόστομος λέει: «Εκείνος είναι που γνωρίζει κατεξοχήν τον εαυτό του, όποιος νομίζει ότι δεν είναι τίποτε. Γιατί τίποτε άλλο δεν είναι τόσο αγαπητό στο Θεό, όσο το να λογαριάζεις τον εαυτό σου μαζί με τους τελευταίους».

Και ο άγιος Ισαάκ λέει: «Στους ταπεινόφρονες φανερώνονται τα μυστήρια. Όπου φυτρώνει η ταπείνωση, εκεί αναβλύζει η δόξα του Θεού. Μπροστά από τη χάρη τρέχει η ταπείνωση, μπροστά από την παιδαγωγική τιμωρία, η οίηση».

Και ο άγιος Βαρσανούφιος λέει: «Αν θέλεις πράγματι να σωθείς, άκουσε και πράξε· μην πατάς πιά τα πόδια σου στη γη και ανύψωσε το νου σου στον ουρανό, και τα εκεί να μελετάς νύχτα και ημέρα. Προσπάθησε να καταφρονηθείς όσο μπορείς· πάλεψε να δεις τον εαυτό σου κάτω από κάθε άνθρωπο. Αυτή είναι η αληθινή οδός, εκτός από αυτή άλλη δεν υπάρχει για εκείνον που θέλει να σωθεί με τη χάρη του Χριστού που τον δυναμώνει(Φιλιπ. 4, 13). Ας τρέχει εκείνος που θέλει, ας τρέχει, ας τρέχει για να πετύχει το σκοπό του. Δίνω τη μαρτυρία αυτή ενώπιον του ζώντος Θεού, ο οποίος ποθεί να χαρίσει ζωή αιώνια σε καθένα που θέλει».

Και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Δε νήστεψα, δεν αγρύπνησα, δεν κοιμήθηκα στο έδαφος, αλλά ταπεινώθηκα και ο Κύριος με έσωσε σύντομα(Ψαλμ. 114, 6)». Πριν από κάθε άλλο, να επιδιώκεις το «αψήφιστο», δηλαδή να μη σε λογαριάζει κανένας, όπως λέει ο άγιος Βαρσανούφιος: «Το να μην έχεις μέριμνα για κανένα πράγμα, σε κάνει να πλησιάσεις την πόλη. Το να σε αψηφήσει κάθε άνθρωπος, σε κάνει να κατοικήσεις την πόλη. Και το να πεθάνεις για κάθε άνθρωπο, σε κάνει να κληρονομήσεις την πόλη και τους θησαυρούς της. Αν θέλεις να σωθείς, φύλαξε το «αψήφιστο» και τρέχα γι’ αυτό που επιδιώκεις».

Κι αυτό το «αψήφιστο» πάλι, κατά τον όσιο Ιωάννη, μαθητή του αγίου Βαρσανουφίου, είναι το να μην εξισώνεις τον εαυτό σου με κανένα και να μην πεις για οποιοδήποτε καλό έργο ότι και εγώ το έκανα αυτό. Έπειτα κάθισε πάλι και προσευχήσου καθαρά και αρρέμβαστα, ώσπου να έρθει το βράδυ. Τότε ψάλε τον συνηθισμένο εσπερινό και κάνε απόλυση. Και να πιστεύεις ειλικρινά ότι ο Θεός μάς επιβραβεύει με την απονομή και την ανακήρυξη των δωρεών και των επάθλων και την παρηγοριά Του ανάλογα με τον κόπο και την οδύνη μας για την αρετή και κατά το μέτρο της εργασίας μας, σύμφωνα με τα λόγια του ιερού Ψαλμωδού: «Ανάλογα με το πλήθος των οδυνών μου, οι παρηγοριές Σου εύφραναν την ψυχή μου»(Ψαλμ. 93, 19).

Λέει και ο Σωτήρας: «Ελάτε κοντά μου όλοι όσοι κοπιάζετε και είστε φορτωμένοι, κι εγώ θα σας ξεκουράσω»(Ματθ. 11, 28).

Και ο μέγας Παύλος: «Αν πάσχομε μαζί με το Χριστό, μαζί Του και θα δοξαστούμε. Πιστεύω ότι δεν είναι αντάξια τα παθήματα της ζωής αυτής με τη δόξα που μέλλει να μας φανερωθεί»(Ρωμ. 8, 17-18).

Λέει και ο σοφός στα θεία Μάξιμος: «Αιτία της διανομής των θείων αγαθών είναι το μέτρο της πίστεως καθενός. Στο μέτρο δηλαδή που πιστεύομε, έχομε και την προθυμία να πράττομε. Εκείνος λοιπόν που πράττει τα καλά, κατά την αναλογία της πράξεώς του δείχνει το μέτρο της πίστεώς του, και δέχεται όσο πίστεψε το μέτρο της χάρης.

Εκείνος πάλι που δεν πράττει, ανάλογα με την απραξία δείχνει το μέτρο της απιστίας του, και δέχεται όσο απίστησε τη στέρηση της χάρης. Ο φθονερός λοιπόν πράττει κακώς που φθονεί τους άλλους για τα κατορθώματά τους, αφού σαφώς από αυτόν εξαρτάται και από κανέναν άλλο η επιλογή να πιστεύει και να πράττει και ανάλογα με την πίστη του να δεχτεί και τη χάρη».

Να ζητούμε ακόμη ολόψυχα να μείνομε πιστοί τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας, και μάλιστα τα τέλη της ζωής μας να είναι χριστιανά, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και να δώσομε καλή απολογία όταν σταθούμε στο φοβερό βήμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

Η καθαρή προσευχή είναι ανώτερη από κάθε εργασία

38. Κοντά σ’ αυτά, να γνωρίζεις αδελφέ και τούτο· κάθε μέθοδος και κάθε κανόνας, κι αν θέλεις, και κάθε διαφορετική πράξη, έχει οριστεί και κανονιστεί, επειδή δεν μπορούμε ακόμη εμείς να προσευχόμαστε μέσα στην καρδιά μας καθαρά και αρρέμβαστα. Όταν όμως το κατορθώσομε αυτό, με την εύνοια και τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τότε αφού εγκαταλείψομε τα πολλά και ποικίλα που διαιρούν, ενωνόμαστε με το Ένα και ενιαίο και ενωτικό κατά τρόπο άμεσο και πάνω από κάθε λόγο, όπως λέει ο ένδοξος Θεολόγος: «Ο Θεός που ενώνεται και γνωρίζεται στους ανθρώπους που έγιναν κι αυτοί θεοί κατά χάρη».
Αυτό είναι η ενυπόστατη έλλαμψη μέσα στην καρδιά από το Άγιο Πνεύμα, η οποία γεννιέται, όπως είπαμε, από την καθαρή και αρρέμβαστη καρδιακή προσευχή. Αυτό όμως είναι σπάνιο και μόλις ένας στους χίλιους καταξιώνεται με τη χάρη του Χριστού να προκόψει σ’ αυτή την κατάσταση.
Το να περάσει κανείς κι αυτή την κατάσταση και να αξιωθεί την πνευματική προσευχή και να επιτύχει την αποκάλυψη των μυστηρίων του μέλλοντος αιώνος, αυτό είναι κατόρθωμα πάρα πολύ λίγων που βρίσκονται ένας σε κάθε γενιά, με την εύνοια της χάρης, όπως γράφει ο άγιος Ισαάκ: «Όπως ανάμεσα σε μυριάδες ανθρώπων μόλις ένας βρίσκεται που εκπλήρωσε τις εντολές και τα νόμιμα ανελλιπώς σχεδόν κι έφτασε στην καθαρότητα της ψυχής, έτσι είναι ένας στους χίλιους που αξιώθηκε να φτάσει με μεγάλη προσοχή στην καθαρή προσευχή και να σπάσει αυτό το όριο και να επιτύχει εκείνο το μυστήριο.

Γιατί δεν είναι καθόλου πολλοί όσοι αξιώθηκαν την καθαρή προσευχή, αλλά λίγοι. Αυτός όμως που έφτασε στο μυστήριο εκείνο, το έπειτα και πέρα από την καθαρή προσευχή, μόλις βρίσκεται ένας σε κάθε γενιά με τη χάρη του Χριστού».Και παρακάτω: «Κι αν μόλις προσεύχεται κανείς με καθαρότητα, τί να πούμε για την πνευματική προσευχή; Κάθε πνευματική προσευχή έχει ελευθερωθεί από κάθε κίνηση. Και η προσευχή που κλίνει σε κάτι, είναι κατώτερη από την πνευματική».Γι’ αυτό και συ, αν θέλεις να αξιωθείς εν Χριστώ Ιησού αυτά τα καινούργια μυστήρια στο έργο και στην πράξη, δηλαδή με την ίδια την πείρα, σε κάθε καιρό και κάθε ώρα και εργασία σου βίαζε τον εαυτό σου να φτάσεις να προσεύχεσαι μέσα στην καρδιά σου καθαρά κι αρρέμβαστα.

Για να προκόψεις έτσι, από νήπιο που θηλάζει, σε άνδρα τέλειο με πλήρη πνευματική ωριμότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός(Εφ. 4, 13) και να επιτύχεις το μακαρισμό και την ανακήρυξή σου σε πιστό και φρόνιμο οικονόμο(Λουκ. 12, 42), γιατί διαχειρίζεσαι με κρίση τους λόγους σου(Ψαλμ. 111, 5-6), δηλαδή ενεργείς σύμφωνα με τη λογική.

Γι’ αυτό και δε θα κλονιστείς στον αιώνα, όπως γράφει γι’ αυτό ο άγιος Φιλήμων: «Αδελφέ, είτε νύχτα είτε ημέρα σε αξιώσει ο Θεός να προσευχηθείς απερίσπαστα με καθαρό νου, μην περιοριστείς στον κανόνα σου, αλλά με όση δύναμη έχεις να επεκτείνεσαι στην προσευχή και να αφοσιώνεσαι στο Θεό. Και Αυτός φωτίζει την καρδιά σου ποιά πνευματική εργασία να κάνεις». Και κάποιος από τους φωτισμένους με τη σοφία του Θεού Αγίους είπε: «Αν θέλεις να παραστέκεσαι με το σώμα σου σαν ασώματος μπροστά στο Θεό, απόκτησε προσευχή αδιάλειπτη, κρυμμένη μέσα στην καρδιά σου, και τότε γίνεται προ του θανάτου η ψυχή σου σαν άγγελος». Παρόμοια και ο άγιος Ισαάκ, όταν τον ερώτησε κάποιος ποιο είναι το γενικό περιεχόμενο όλων των κόπων αυτού του έργου, δηλαδή της ησυχίας, ώστε φτάνοντας το να μάθει ότι έφτασε την τελειότητα της ησυχίας, αποκρίθηκε: «Όταν αξιωθεί κανείς να επιτύχει τη μόνιμη προσευχή.

Γιατί όταν φτάσει κανείς σε αυτή την προσευχή, έφτασε στο τέλος όλων των αρετών και γίνεται στο εξής κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Αν δηλαδή κάποιος δε δέχθηκε πλήρως τη χάρη του Παρακλήτου, δεν μπορεί να ολοκληρώσει με άνεση τη μονιμότητα της προσευχής αυτής. Όταν σε κάποιον κατοικήσει το Πνεύμα, αυτός δεν παύει πλέον από την προσευχή, γιατί είναι το ίδιο το Πνεύμα που πάντοτε προσεύχεται.

Και τότε η προσευχή δεν κόβεται από την ψυχή του ούτε στον ύπνο ούτε στην εγρήγορση· αλλά και όταν τρώει και όταν πίνει και κοιμάται και ό,τι και να κάνει, ακόμη και μέσα στον βαθύ του ύπνο, οι ευωδίες και οι ατμοί της προσευχής αναδίδονται από την καρδιά του χωρίς κόπο. Και δε χωρίζεται ποτέ από αυτόν η προσευχή· όλες τις ώρες, ακόμη κι αν φαίνεται εξωτερικά ότι παύει, μέσα του εργάζεται μυστικά η προσευχή.

Και αυτή η σιωπή των καθαρών ονομάζεται προσευχή από κάποιον Άγιο. Επειδή οι λογισμοί των ανθρώπων αυτών είναι θείες κινήσεις, και οι κινήσεις της καθαρής καρδιάς και διάνοιας είναι φωνές πράες με τις οποίες ψάλλουν μυστικά στο Θεό». Και πολλοί άλλοι θεοφόροι Πατέρες, μυσταγωγημένοι με την πείρα από τη θεία χάρη, έγραψαν πάρα πολλά τέτοια θαυμάσια, τα οποία παραλείπομε για να μη μακραίνομε το λόγο.

Ο αριθμός των γονυκλισιών του εικοσιτετραώρου

39. Όσον αφορά στις γονυκλισίες, οι Πατέρες όρισαν τριακόσιες, τις οποίες οφείλομε να κάνομε κάθε εικοσιτετράωρο των πέντε ημερών της εβδομάδας. Γιατί το Σάββατο και την Κυριακή και σε άλλες καθιερωμένες ημέρες, και μάλιστα και εβδομάδες, για κάτι μυστικούς και απόρρητους λόγους, έχομε εντολή να σταματούμε τις γονυκλισίες. Υπάρχουν όμως κάποιοι που υπερβαίνουν και αυτόν τον αριθμό, ενώ μερικοί κάνουν και λιγότερες, ο καθένας κατά τη δύναμη και την προαίρεσή του. Και συ λοιπόν κάνε όσες μπορείς. Βέβαια είναι μακάριος, και μάλιστα πολλές φορές, εκείνος που βιάζει τον εαυτό του πάντοτε σε όλα τα έργα του Θεού. Γιατί η βασιλεία των ουρανών κερδίζεται με τη βία και την αρπάζουν αυτοί που βιάζουν τον εαυτό τους(Ματθ. 11, 12).

Η διανομή των θείων αγαθών δε γίνεται μόνο ανάλογα με τον αγώνα και την εργασία μας, αλλά και με την κατάσταση, τη δεκτικότητα, την πίστη και τη φυσική μας διάθεση

40. Ας ξέρομε λοιπόν και τούτο· ότι η διανομή των θείων δωρεών δεν γίνεται, όπως προείπαμε, ανάλογα μόνο με τον αγώνα και την εργασία μας, αλλά και ανάλογα με την έξη της πολιτείας μας και τη δεκτικότητά μας, αλλά και κατά την πίστη μας σ’ εκείνα που επιδιώκομε και τη φυσική μας διάθεση.
Και λέει ο άγιος Μάξιμος: «Ο νους είναι όργανο της σοφίας, ενώ το λογικό της γνώσεως. Η φυσική εσωτερική πληρότητα του νου και του λογικού είναι όργανο της πίστεως που συγκροτείται με τη σοφία και τη γνώση. Επίσης, όργανο του χαρίσματος των ιαμάτων είναι η φυσική φιλανθρωπία. Γιατί κάθε θεϊκό χάρισμα έχει μέσα μας το επιτήδειο και κατάλληλο δεκτικό του όργανο, ως δύναμη ή έξη ή διάθεση. Παράδειγμα, εκείνος που καθάρισε το νου του απ’ όλες τις αισθητές φαντασίες, δέχεται σοφία.
Εκείνος που έκανε το λογικό του κυρίαρχο των εμφύτων παθών, δηλαδή του θυμού και της επιθυμίας, δέχεται γνώση. Εκείνος που έχει στο νου και το λογικό του την ακλόνητη πεποίθηση στο Θεό, δέχεται την πίστη που μπορεί να κάνει τα πάντα. Κι εκείνος που κατόρθωσε τη φυσική φιλανθρωπία, αφού ξερίζωσε τελείως τη φιλαυτία του, δέχεται χαρίσματα ιαμάτων». Έτσι είναι αυτά.

Πρόσεξε ακόμη, να μη γνωρίζει κανείς την πνευματική σου εργασία, εκτός από το διδάσκαλο και οδηγό σου. Και να προσεύχεσαι για μας τους ανάξιους που λέμε αλλά δεν πράττομε το αγαθό, για να αξιωθούμε να κάνομε πρώτα εκείνα που αρέσουν στο Θεό και κατόπιν να λέμε στους άλλους και να τους συμβουλεύομε. Επειδή, κατά το λόγο του Κυρίου, όποιος τηρήσει τις εντολές και διδάξει τους άλλους, αυτός θα ονομαστεί μέγας(Ματθ. 5, 19).Εσένα πάλι, είθε ο παντοκράτωρ και πανεύσπλαχνος Κύριος να σε ενισχύσει και να σε βοηθήσει να ακούς με σύνεση αυτά που γράφομε και να τα πράττεις με πόθο. Γιατί δεν είναι δικαιωμένοι ενώπιον του Θεού όσοι άκουσαν το νόμο, αλλά όσοι τον φύλαξαν, όπως λέει ο θείος Παύλος(Ρωμ. 2, 13). Και είθε να σε κατευθύνει σε κάθε έργο αγαθό και σωτήριο και να σε χειραγωγήσει με τη βοήθεια του Πνεύματος στη νοερή και ιερή εργασία με τις ευχές των Αγίων. Αμήν.Επειδή όμως έχομε πει προηγουμένως λίγα περί πρακτικής διακρίσεως, είναι τώρα ευκαιρία να κάνομε σύντομα λόγο και για την καθολική και τελειότατη διάκριση, όσο μπορούμε, αφού η αρετή αυτή είναι μεγαλύτερη απ’ όλες τις αρετές, σύμφωνα με τους ένδοξους Πατέρες μας.

Η καθολική και τελειότατη διάκριση. Ποιος είναι αυτός που ζει παρά φύση και σαρκικά, ποιος ο κατά φύση και ψυχικά, και ποιος είναι που ζει υπέρ φύση και πνευματικά

41. Εκείνος που ζει και ενεργεί σαρκικά και παρά φύση, έχασε εντελώς την ικανότητα της διακρίσεως. Εκείνος που έκανε αποχή από τα κακά και έβαλε αρχή να πράττει το αγαθό, κατά το ρητό: «Απομακρύνσου από το κακό και πράξε το αγαθό»(Ψαλμ. 33, 15), αυτός, ως αρχάριος και πρόθυμος ν’ ακούσει διδασκαλία, αγγίζει λίγο κάποια αίσθηση διακρίσεως που αρμόζει σε αρχάριο.
Εκείνος που ζει κατά φύση και ψυχικά επειδή ενεργεί με τη σκέψη και ζει λογικά, ο οποίος και ονομάζεται μέσος, αυτός βλέπει και διακρίνει σύμφωνα με το δικό του μέτρο και εκείνα που αφορούν σ’ αυτόν και εκείνα που αφορούν στους ομοίους του.
Εκείνος που ζει υπέρ φύση και πνευματικά, αυτός, επειδή ξεπέρασε τα όρια του εμπαθούς και του αρχαρίου και του μέσου και πρόκοψε με τη χάρη του Χριστού στην τελειότητα, δηλαδή στον ενυπόστατο φωτισμό και την τελειότατη διάκριση, βλέπει και διακρίνει τον εαυτό του καθαρότατα, αλλά και όλους τους βλέπει και τους διακρίνει καθαρά, ενώ ο ίδιος, αν και είναι ορατός, δε βλέπεται από κανένα, ούτε διακρίνεται, ούτε βέβαια εξετάζεται, καθώς αληθινά είναι και λέγεται πνευματικός, όχι με χαρτί και μελάνι, αλλά με πράξη και θεία χάρη, όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Ο πνευματικός όλους τους εξετάζει, ο ίδιος όμως δεν εξετάζεται από κανένα»(Α΄ Κορ. 2, 15).

Συνέχεια για τη διάκριση με παράδειγμα

42. Από τους παραπάνω ο πρώτος —ο σαρκικός— μοιάζει μ’ εκείνον που βαδίζει σε βαθιά και άγρια νύχτα. Γι’ αυτό και επειδή περιπλανιέται σε βαθύ σκοτάδι, όχι μόνο τον εαυτό του δε βλέπει και δε διακρίνει, αλλά ούτε και πού περπατά και πού πηγαίνει, όπως λέει ο Σωτήρας: «Όποιος περπατεί στο σκοτάδι, δεν ξέρει που πηγαίνει»(Ιω. 12, 35).
Ο δεύτερος —ο αρχάριος—, σαν να βαδίζει σε νύχτα με καθαρό ουρανό που φωτίζεται από τα άστρα. Γι’ αυτό και φωτιζόμενος κάπως από τη λάμψη των αστεριών, βαδίζει σιγά – σιγά και σκοντάφτει σε πέτρες της αδιακρισίας και πέφτει. Αυτός λοιπόν βλέπει λίγο και τον εαυτό του και τον διακρίνει σαν μέσα στη σκιά, όπως λέει η Γραφή: «Ξύπνα εσύ που κοιμάσαι και αναστήσου από τους νεκρούς και θα σε φωτίσει ο Χριστός»(Εφ. 5, 14).

Ο τρίτος —ο μέσος—, σαν να βαδίζει σε γαλήνια νύχτα με πανσέληνο· καθώς λοιπόν τον φωτίζει η λάμψη της σελήνης, βαδίζει κάπως πιό σταθερά και πηγαίνει μπροστά. Βλέπει επίσης τον εαυτό του σαν σε καθρέφτη και διακρίνει εκείνους που βαδίζουν μαζί του, όπως έχει λεχθεί: «Καλά κάνετε και προσέχετε στο νόμο όπως σε λυχνάρι που φέγγει σε σκοτεινό τόπο, μέχρις ότου φωτίσει η μέρα και ανατείλει στις καρδιές σας ο αυγερινός»(Β΄ Πέτρ. 1, 19).
Ο τελευταίος —ο τέλειος και πνευματικός— είναι σαν να περπατά στο καθαρότατο καταμεσήμερο που καταφωτίζεται από τις δυνατές ηλιακές ακτίνες. Αυτός και τον εαυτό του βλέπει καθαρά με το ηλιακό φως και τον διακρίνει, και καταλαβαίνει τους περισσότερους, ή μάλλον όλους, κατά τον θείο Απόστολο(Α΄ Κορ. 2, 15).
Ακόμη βέβαια και όλα οσαδήποτε συναντά με οποιοδήποτε τρόπο· και ο ίδιος βαδίζει χωρίς να λαθεύει, κι εκείνους που τον ακολουθούν τους οδηγεί απρόσκοπτα προς το αληθινό φως και τη ζωή και την αλήθεια. Γι’ αυτούς έχει γραφεί: «Εσείς είστε το φως του κόσμου»(Ματθ. 5, 14).
Λέει και ο θείος Παύλος ότι «ο Θεός που είπε να λάμψει φως από το σκοτάδι, Αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας και μας φώτισε να γνωρίσομε τη δόξα του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού»(Β΄ Κορ. 4, 6).
Και ο μακάριος Δαβίδ λέει: «Έλαμψε πάνω μας το φως του προσώπου Σου, Κύριε»(Ψαλμ. 4, 7), και: «Με το δικό Σου φως θα δούμε φως»(Ψαλμ. 35, 10). Και ο Κύριος: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου· εκείνος που με ακολουθεί, δε θα περπατά μέσα στο σκοτάδι αλλά θα έχει το φως της ζωής»(Ιω. 8, 12).

Η μεταβολή και αλλοίωση του καθενός και η υπερβολική δόξα της ταπεινώσεως

43. Θέλομε να γνωρίζεις και τούτο, ότι κι εκείνοι που έφτασαν στην τελειότητα με την κάθαρση και το φωτισμό όσο μπόρεσαν (γιατί δεν υπάρχει τέλεια τελειότητα σ’ αυτόν τον ατελή αίώνα αλλά μάλλον «άτέλεστη τελειότητα»), να ξέρεις λοιπόν ότι και αυτοί δεν είναι πάντοτε αναλλοίωτοι, λόγω της φυσικής αδυναμίας και της οιήσεως που κάποτε εισχωρεί κρυφά.
Παθαίνουν δηλαδή και αλλοιώσεις και απάτες για δοκιμασία τους. Και τότε όμως δέχονται μεγαλύτερη βοήθεια από το Θεό. Ό,τι γίνεται αντίθετα μ’ αυτά, οι Πατέρες το ονομάζουν μερίδιο των λύκων. Γιατί το αμετάβλητο και το αναλλοίωτο είναι φυλαγμένα για τον μέλλοντα αιώνα. Στον παρόντα όμως αιώνα, άλλοτε είναι καιρός καθαρότητας, ειρήνης και θείας παρηγοριάς, κι άλλοτε συγχύσεως και ζάλης και σκυθρωπότητας.
Και αυτό πάλι ανάλογα με το μέτρο της πολιτείας και της προκοπής του καθενός και για λόγους που γνωρίζει μόνον ο Κύριος, αλλά βέβαια και για να έχομε από αυτό τεκμήριο για την αδυναμία μας. Γιατί λέει: «Μακάριος ο άνθρωπος που γνωρίζει την αδυναμία του»(Ιώβ 37, 7), και ο Παύλος: «Να μην έχομε πεποίθηση στον εαυτό μας, αλλά στο Θεό που ανασταίνει τους νεκρούς»(Β΄ Κορ. 1, 9). Κι έτσι πάντοτε να καταφεύγομε στο Θεό με ταπείνωση και μετάνοια και εξομολόγηση. Ο άγιος Ισαάκ λέει: «Πόσες φορές μερικοί δεν παραβαίνουν τις εντολές του Θεού και θεραπεύουν τις ψυχές τους με τη μετάνοια και η χάρη τους δέχεται! Γιατί σε όλη τη λογική φύση χωρίς εξαίρεση υπάρχει μεταβολή, όπως και κάθε άνθρωπος περνά διάφορες αλλοιώσεις κάθε ώρα, και από πολλά μπορεί να το αντιληφθεί αυτό ο διακριτικός. Αλλά περισσότερο θα του το διδάξουν αυτό οι δικές του καθημερινές δοκιμασίες, αν έχει νήψη.
Αν παρατηρήσει δηλαδή τον εαυτό του νοερά, θα μάθει πόση αλλοίωση στην πραότητα και την καλωσύνη δέχεται η διάνοιά του κάθε μέρα και πώς η ειρήνη της αυτή ξαφνικά μετατρέπεται σε θόλωση χωρίς να υπάρχει φανερή αιτία και πώς περιέρχεται σε μεγάλο και ανείπωτο κίνδυνο. Είναι αυτό, για το οποίο έγραψε με σαφήνεια και μεγάλη πρόνοια και επιμέλεια ο μακαριστός Μακάριος, για να θυμούνται και να διδάσκονται οι αδελφοί, ώστε να μην παρασυρθούν σε απόγνωση στον καιρό της αλλοιώσεως που προξενούν οι αντιξοότητες.

Γιατί σ’ εκείνους που στέκονται στην τάξη της καθαρότητας συμβαίνουν πάντοτε πτώσεις, όπως συμβαίνει το ψύχος στην ατμόσφαιρα, ακόμη και χωρίς να έχουν πέσει σε αμέλεια ή χαλάρωση· αλλά και όταν βαδίζουν σύμφωνα με την τάξη τους συμβαίνουν σ’ αυτούς πτώσεις που εναντιώνονται στο σκοπό της θελήσεώς τους». Και παρακάτω λέει: «Τι γίνεται λοιπόν τώρα; «Οι αλλοιώσεις —μάς λέει ο άγιος Μακάριος— γίνονται στον καθένα όπως το ψύχος στην ατμόσφαιρα».Κατανόησε καλά εκείνη τη φράση «στον καθένα», επειδή η φύση είναι μία· για να μη νομίσεις ότι μίλησε για τους υποδεέστερους και πολύ μικρούς και ότι οι τέλειοι είναι απαλλαγμένοι από αλλοιώσεις και στέκονται ακλόνητοι χωρίς εμπαθείς λογισμούς, όπως λένε οι αιρετικοί Ευχίτες, γι’ αυτό πρόσθεσε «στον καθένα». Και πώς γίνεται αυτό, Μακάριε; «Όπως —μας λέει— κάνει κρύο, και σε λίγο ζέστη και ύστερα ρίχνει χαλάζι και σε λίγο είναι καλός καιρός, έτσι γίνεται και στην άσκησή μας. Πόλεμος και έπειτα βοήθεια της χάρης.Και κάποτε η ψυχή βρίσκεται σε τρικυμία και σηκώνονται εναντίον της απειλητικά κύματα, και πάλι γίνεται αλλοίωση και η χάρη επισκέπτεται την καρδιά του και τη γεμίζει χαρά και ειρήνη από το Θεό και λογισμούς σώφρονες και ειρηνικούς». Αυτούς τους λογισμούς της σωφροσύνης τους επισημαίνει εδώ υπονοώντας ότι οι προηγούμενοι ήταν κτηνώδεις και ακάθαρτοι.

Και συμβουλεύει λέγοντας· » Αν ύστερα από αυτούς τους σώφρονες και αγαθούς λογισμούς ακολουθήσει επίθεση, να μη λυπηθούμε ούτε να απελπιστούμε. Και στην ώρα της αναπαύσεως που δίνει η χάρη να μην καυχηθούμε, αλλά στον καιρό της χαράς να περιμένομε τη θλίψη». Και προχωρώντας λέει· «Να γνωρίζεις ότι όλοι οι Άγιοι καταγίνονταν με αυτό το έργο. Όσο είμαστε σ’ αυτό τον κόσμο δεν παύει αυτά να τα ακολουθεί κρυφά και μεγάλη παρηγοριά για μας».

Γιατί κάθε μέρα και κάθε ώρα ζητείται από μας η δοκιμή της αγάπης μας προς το Θεό με την πάλη και τον αγώνα κατά των πειρασμών. Και λέγοντας πιο πριν (ο άγιος Μακάριος) «να μη λυπηθούμε», εννοεί να μην κυριευθούμε από ακηδία στον αγώνα. και συνεχίζει· «Έτσι γίνεται ευθύς ο δρόμος μας. Κι όποιος θέλει να τα αποφύγει αυτά και να λοξοδρομήσει, θα γίνει μερίδιο των λύκων.» Πόσο αξιοθαύμαστος είναι αυτός ο Άγιος! Πώς με λίγα λόγια επικύρωσε την αλήθεια αυτή και την απέδειξε πως είναι γεμάτη σύνεση, διώχνοντας τελείως το δισταγμό από το λογισμό του αναγνώστη!

Εκείνος, λέει, που αποφεύγει αυτά και γίνεται μερίδιο των λύκων, θέλει να βαδίζει έξω από το δρόμο. Έβαλε τούτο στο νου του και θέλει να περπατά σε δικό του μονοπάτι, όχι πατημένο από τους Πατέρες». Και ο άγιος Ισαάκ λέει πιό κάτω: «Η ταπείνωση και χωρίς έργα συγχωρεί πολλά αμαρτήματα. Αντίθετα, τα έργα χωρίς ταπείνωση είναι ανώφελα». Και παρακάτω: «Όπως είναι το αλάτι στην τροφή, έτσι είναι η ταπείνωση σε κάθε αρετή.

Αυτή μπορεί να συντρίψει τη δύναμη πολλών αμαρτημάτων. Είναι λοιπόν ανάγκη για χάρη της να λυπούμαστε ακατάπαυστα στο νου μας με ταπείνωση και με τη λύπη που δίνει η διάκριση. Και αν την αποκτήσομε, μας κάνει υιούς του Θεού και χωρίς έργα αγαθά μας παρουσιάζει στο Θεό. Γιατί χωρίς την ταπείνωση είναι μάταια όλα μας τα έργα και όλες οι αρετές και όλες οι πνευματικές εργασίες. Την αλλοίωση λοιπόν της διάνοιας θέλει ο Θεός· γιατί στη διάνοια βελτιωνόμαστε. Αυτή είναι μόνη της αρκετή να σταθεί χωρίς άλλη βοήθεια ενώπιον του Θεού και να παρακαλεί για χάρη μας».

Ακόμη λέει: «Είπε κάποιος Άγιος· όταν σού έρθει ο λογισμός της υπερηφάνειας και λέει να θυμηθείς τις αρετές σου, πες: «Γέρο, βλέπε την πορνεία σου»».

Η μετάνοια, η καθαρότητα και η τελειότητα

44. «Η τελειότητα κάθε δρόμου, κάθε αρετής, λέει ο άγιος Ισαάκ, αποτελείται από τα εξής τρία: από τη μετάνοια, την καθαρότητα και την τελειότητα. Τι είναι η μετάνοια; Είναι να αφήσει κανείς τα προηγούμενα αμαρτήματά του και να λυπάται γι’ αυτά. Και τι είναι η καθαρότητα με λίγα λόγια; Είναι καρδιά σπλαχνική για όλη τη δημιουργία. Και τι είναι η τελειότητα; Είναι το βάθος της ταπεινώσεως, που σημαίνει να εγκαταλείψει κανείς όλα τα ορατά, δηλαδή τα αισθητά, και όλα τα αόρατα, δηλαδή τα νοητά, και να μη φροντίζει διόλου γι’ αυτά.
Επίσης, μετάνοια είναι η εκούσια διπλή νέκρωση απ’ όλα. Και «καρδιά σπλαχνική» σημαίνει να καίγεται η καρδιά από αγάπη για όλη την κτίση, δηλαδή για τους ανθρώπους και τα όρνεα και τα ζώα και τους δαίμονες και κάθε δημιούργημα».

Και πάλι: «Όσο είμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο και ζούμε με τη σάρκα, κι αν ακόμη ανυψωθούμε ως τους ουρανούς, δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τα έργα και το μόχθο και να είμαστε αμέριμνοι. Αυτό είναι η τελειότητα, και συγχώρησέ με. Το πέρα από αυτό είναι φροντίδα, δηλαδή δεν έχει νόημα».

Και ο άγιος Μάξιμος λέει: «Ο βίος της αρετής προκαλεί απάθεια της προαιρέσεως, όχι όμως και της φύσεως. Με την απάθεια της προαιρέσεως έρχεται στο νου η χάρη της θείας ηδονής».
Και πάλι: «Εκείνος που έλαβε πείρα της λύπης και της ηδονής του σώματος μπορεί να ονομαστεί δοκιμασμένος, επειδή έλαβε πείρα των ευχάριστων και δυσάρεστων καταστάσεων που αναφέρονται στη σάρκα. Τέλειος είναι εκείνος που κατανίκησε την ηδονή και την οδύνη της σάρκας με τη δύναμη του λογικού. Και ολοκληρωμένος, εκείνος που διατήρησε αμετάβλητες με τη σφοδρότητα του θείου πόθου τις έξεις της πράξεως και της θεωρίας».
Γι’ αυτό και μεγαλύτερη απ’ όλες τις αρετές έχει οριστεί ότι είναι η διάκριση, επειδή, εκείνοι που θα την αποκτήσουν από ευμένεια του Θεού, μπορούν με το φωτισμό του θείου φωτός να διακρίνουν με ακρίβεια τα θεία και τα ανθρώπινα πράγματα και τα μυστικά και απόκρυφα θεάματα. Ας είναι. Τώρα έφτασε η ώρα ώστε σύντομα και όσο μπορούμε, να διαπραγματευθούμε, όπως υποσχεθήκαμε, και την αρχή της ιερής και θεοποιού ησυχίας, πιό φανερά κατά κάποιο τρόπο. Ο Θεός ας προπορευθεί και σ’ αυτά που θα πούμε τώρα.

Οι πέντε εργασίες της πρώτης και κατά κάποιο τρόπο προκαταρκτικής ησυχίας των αρχαρίων, δηλαδή η προσευχή, η ψαλμωδία, η ανάγνωση, η μελέτη και το εργόχειρο

45. Ο αρχάριος ησυχαστής οφείλει να περνά το εικοσιτετράωρο με πέντε εργασίες, με τις οποίες λατρεύεται ο Θεός. Με προσευχή, δηλαδή με τη μνήμη του Κυρίου Ιησού Χριστού που εισάγεται συνεχώς, όπως είπαμε, με την αναπνοή ήρεμα μέσα στην καρδιά και βγαίνει πάλι με τον ίδιο τρόπο, με κλειστά τα χείλη, χωρίς καμία άλλη οποιαδήποτε σκέψη ή φαντασία, πράγμα που κατορθώνεται με περιεκτική εγκράτεια φαγητού και ύπνου και των άλλων αισθήσεων μέσα στο κελί με ειλικρινή ταπείνωση· με ψαλμωδία· με ανάγνωση από το ιερό Ψαλτήρι, τον Απόστολο και τα άγια Ευαγγέλια, καθώς και τα συγγράμματα των θεοφόρων και αγίων Πατέρων, και μάλιστα τα κεφάλαια περί προσευχής και νήψεως, όπως και τα λοιπά ένθεα λόγια του Πνεύματος· με μνήμη των αμαρτημάτων που φέρνει πόνο στην καρδιά και με μελέτη της κρίσεως του Θεού ή του θανάτου ή της κολάσεως ή της απολαύσεως και των παρομοίων και με λίγο εργόχειρο για φίμωτρο της ακηδίας.

Και να ξαναγυρίζει πάλι στην προσευχή, όσο κι αν αυτό απαιτεί προσπάθεια, μέχρις ότου συνηθίσει ο νους ν’ αποθέτει εύκολα τον ρεμβασμό του με την αποκλειστική μελέτη του Κυρίου Ιησού Χριστού και την αδιάκοπη μνήμη Του και τη συνεχή στροφή και σταθερή ρίζωση στον εσωτερικό θάλαμο(Ματθ. 6, 6), δηλαδή τον κρυφό χώρο της καρδιάς. Και όπως γράφει ο άγιος Ισαάκ: «Αγωνίσου να εισέλθεις στο θάλαμο που βρίσκεται μέσα σου, και θα δεις τον ουράνιο θάλαμο. Γιατί και αυτός και εκείνος είναι ένας, και από μιά είσοδο βλέπεις και τους δύο».
Και ο άγιος Μακάριος: «Η καρδιά είναι ο ηγεμόνας όλης της υπάρξεως. Και όταν κυριαρχήσει η χάρη στα μέρη της καρδιάς, τότε βασιλεύει πάνω σε όλους τους λογισμούς και σε όλα τα μέλη. Γιατί εκεί είναι ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής. Εκεί λοιπόν πρέπει να προσέχομε αν έγραψε η χάρη τους νόμους του Παναγίου Πνεύματος. Που εκεί; Στο ηγεμονικό όργανο, στο θρόνο της χάρης, όπου είναι ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής, δηλαδή στην καρδιά».

Από πού πρέπει να κάνουν αρχή εκείνοι που θέλουν να ησυχάσουν ορθά, και ποιά είναι η αρχή και η αύξηση και η προκοπή και η τελείωση

46. Η πρώτη και κατά κάποιο τρόπο προκαταρκτική εργασία των αρχαρίων μοναχών που επιθυμούν να ησυχάσουν ορθά, είναι η εξής. Αρχίζουν από το φόβο του Θεού, την κατά δύναμη εκπλήρωση όλων των θεοποιών εντολών, την αμεριμνία για εύλογα ή για παράλογα πράγματα, και προπάντων την πίστη, την πλήρη αποφυγή των αμαρτιών και τη γνήσια κλίση προς το Θεό, όπως είπαμε.
Και αυξάνουν με ακαταίσχυντη ελπίδα, προχωρώντας στην πλήρη ωριμότητα που μέτρο της είναι ο Χριστος(Εφ. 4, 13), με τον ολικό και εξαίρετο θείο έρωτα, ο οποίος προέρχεται από την καθαρή και αρρέμβαστη καρδιακή προσευχή και τελειοποιείται με την ακίνητη και ατάραχη πνευματική προσευχή και με μόνη την άμεση έκσταση και αρπαγή προς μόνο το Θεό και την ένωση με Αυτόν, τον Άκρο Επιθυμητό, η οποία πηγάζει από την τέλεια αγάπη.
Αυτό είναι η χωρίς πλάνη προκοπή και ανύψωση προς τη θεωρία μέσω της πράξεως, την οποία έπαθε ο θεοπάτωρ Δαβίδ και αλλοιωμένος με τη μακάρια εκείνη αλλοίωση αναφώνησε: «Εγώ είπα κατά την έκστασή μου· κάθε άνθρωπος είναι ύπαρξη ψεύτικη»(Ψαλμ. 115, 2). και κάποιος από τους Δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης λέει*: «Μάτι δεν τα είδε και αυτί δεν τα άκουσε και άνθρωπος δεν τα διανοήθηκε αυτά που ετοίμασε ο Θεός για όσους τον αγαπούν».
Και συμπληρώνοντάς το ο μέγας Παύλος, καταλήγει λέγοντας: «Σ’ εμάς όμως τα φανέρωσε ο Θεός με το Πνεύμα Του· γιατί το Πνεύμα ερευνά τα πάντα, ακόμη και τα βάθη του Θεού»(Α΄ Κορ. 2, 9-10).
*Το χωρίο αυτό δεν υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη, παρ’ όλο που και ο Απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. 2, 9) το παραθέτει ως αγιογραφικό. Ο ιερός Χρυσόστομος δίνει δυο πιθανές εξηγήσεις (βλ. Ζ’ ομιλία εις την Α’ προς Κορινθίους, 3).

Η τάξη της ησυχίας των αρχαρίων

47. Ο αρχάριος λοιπόν, όπως προείπαμε, πρέπει να μη βγαίνει συχνά από το κελί του και να απέχει από τη συναναστροφή και τη θεωρία όλων, εκτός όταν είναι μεγάλη ανάγκη, και τότε με προσοχή και προφύλαξη και σπανίως, όπως λέει ο θείος Ισαάκ: «Για κάθε πράγμα να κρατήσεις στο νου σου ότι η βοήθεια που έχεις από την προφύλαξη είναι καλύτερη από την βοήθεια των έργων». Γιατί όχι μόνο στους αρχαρίους, αλλά και σ’ εκείνους που ήδη προοδεύουν, αυτά προξενούν διασκορπισμό και στροφή προς τα έξω, όπως λέει πάλι ο άγιος Ισαάκ ότι η ανάπαυση βλάπτει μόνο τους νέους, ενώ η χαλάρωση και τους νέους και τους γέροντες.

Και η ησυχία νεκρώνει τις έξω αισθήσεις και διεγείρει τις εσωτερικές κινήσεις, ενώ η αναστροφή έξω από το κελί κάνει τα αντίθετα· διεγείρει δηλαδή τις έξω αισθήσεις και νεκρώνει τις εσωτερικές κινήσεις.

Με αυτά ο άγιος Ισαάκ υποδηλώνει την πράξη και την καλή οδό της ησυχίας. Ο δε Ιωάννης της Κλίμακος χαρακτηρίζει ως εξής εκείνον που βαδίζει και πράττει καλά στο δρόμο της ησυχίας: «Ησυχαστής είναι εκείνος που αγωνίζεται να περιορίζει το ασώματο (το νου) μέσα στο σωματικό οίκο —πράγμα παραδοξότατο.

Ησυχαστής είναι εκείνος που είπε· «Εγώ κοιμάμαι και η καρδιά μου ξαγρυπνά»(Άσμα 5, 2). Να κλείνεις τη θύρα του κελιού σου στο σώμα σου, τη θύρα της γλώσσας στο λόγο σου και την εσωτερική πύλη στα πονηρά πνεύματα».

Η καρδιακή προσευχή που γίνεται με προσοχή και νήψη, και πώς ενεργείται

48. Στην προσευχή, που γίνεται, όπως είπαμε, με προσοχή και νήψη μέσα στην καρδιά χωρίς οποιαδήποτε άλλη σκέψη και φαντασία, ο νους με το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού» ανυψώνεται τελείως άυλα και αλάλητα προς τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, ενώ με το «ελέησόν με» ξαναγυρίζει και κινείται προς τον εαυτό του, γιατί δεν ανέχεται να μην προσεύχεται για τον εαυτό του. Όταν όμως προκόψει στην αγάπη με την πείρα, με το ένα αποκλειστικά ανυψώνεται προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, αφού έλαβε βέβαιη πληροφορία για το δεύτερο.

Πώς παρέδωσαν οι θείοι Πατέρες να λέμε την προσευχή με διάφορους τρόπους, και ποιά είναι η προσευχή

49. Οι θείοι Πατέρες δεν παρέδωσαν όλοι πάντοτε ολόκληρη την προσευχή, αλλά άλλος ολόκληρη, άλλος τη μισή, άλλος ένα μερος και άλλος διαφορετικά, ανάλογα ίσως με τη δύναμη και την κατάσταση του προσευχομένου.

Ο θείος Χρυσόστομος την παραδίδει ολόκληρη λέγοντας: «Σάς παρακαλώ, αδελφοί, ποτέ να μην καταπατήσετε ή να καταφρονήσετε τον κανόνα της προσευχής· γιατί άκουσα κάποιους πατέρες να λένε κάποτε: «Ποιος είναι ο μοναχός, αν καταπατήσει ή καταφρονήσει τον κανόνα του;». Μάλλον οφείλει, είτε τρώει είτε πίνει είτε κάθεται είτε εκτελεί διακόνημα είτε περπατά είτε κάτι άλλο κάνει, να κράζει αδιάλειπτα το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», ώστε η μνήμη αυτή του ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να ερεθίσει σε πόλεμο τον εχθρό.


Γιατί η ψυχή που βιάζει τον εαυτό της θα τα βρει όλα, είτε πονηρά είτε αγαθά, με τη μνήμη. Πρώτα θα δει μέσα στην καρδιά του το κακό, και τότε θα βρει τα αγαθά. Γιατί η μνήμη είναι που θα ξεσηκώσει τον δράκοντα και η μνήμη θα τον ταπεινώσει· η μνήμη θα ελέγξει την αμαρτία που κατοικεί μέσα μας(Ρωμ. 7, 17) και η μνήμη θα τον αφανίσει και θα κινήσει όλη τη δύναμη του εχθρού μέσα στην καρδιά· και η μνήμη θα τη νικήσει και θα την ξεριζώσει σιγά-σιγά.

Έτσι το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού κατεβαίνοντας στο βάθος της καρδιάς, θα ταπεινώσει τον δράκοντα που εξουσιάζει τα μέρη της καρδιάς και θα σώσει και θα ζωοποιήσει την ψυχή. Κράτησε λοιπόν αδιάλειπτα το όνομα του Κυρίου Ιησού, για να καταπιεί η καρδιά τον Κύριο και ο Κύριος την καρδιά και να γίνουν τα δύο ένα. Το έργο όμως αυτό δεν είναι ζήτημα μιας ημέρας ή δύο, αλλά πολλού χρόνου και καιρού.

Γιατί χρειάζεται πολύς αγώνας και χρόνος για να εξοριστεί ο εχθρός και να κατοικήσει μέσα ο Χριστός». Και πάλι λέει: «Πρέπει να ασφαλίζομε και να ηνιοχούμε και να χαλιναγωγούμε το νου και να αναχαιτίζομε κάθε λογισμό και κάθε ενέργεια του πονηρού με την επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Και όπου στέκεται το σώμα, εκεί να είναι και ο νους, για να μη βρίσκεται τίποτε μεταξύ του Θεού και της καρδιάς σαν μεσότοιχος ή φραγμός που να σκοτίζει την καρδιά και να χωρίζει το νου από το Θεό.

Κι αν καμιά φορά αρπάξει κάτι το νου, δεν πρέπει αυτός να χρονοτριβεί στους λογισμούς, για να μη του καταλογιστεί η συγκατάθεση στους λογισμούς σαν πράξη την ημέρα της κρίσεως ενώπιον του Κυρίου όταν θα κρίνει ο Θεός τα μυστικά των ανθρώπων(Ρωμ. 2, 16). Απαλλαγείτε λοιπόν για πάντα από τους περισπασμούς και μείνετε κοντά στον Κύριο το Θεό μας μεχρις ότου μας σπλαχνιστεί(Ψαλμ. 122, 2)· και μη ζητάτε τίποτε άλλο παρά μόνο το έλεος από τον ένδοξο Κύριο.

Ζητώντας όμως το έλεος, να το ζητάτε με ταπεινή και αξιολύπητη καρδιά· και φωνάζετε από το πρωί μέχρι το βράδυ, κι αν είναι δυνατό και όλη τη νύχτα, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Και βιάσετε το νου σας σ’ αυτό το έργο μεχρι θανάτου. Γιατί αυτό το έργο χρειάζεται μεγάλη βία, επειδή είναι στενή η πύλη και όλο δυσκολίες ο δρόμος που οδηγεί στη ζωή(Ματθ. 7, 14) και μπαίνουν σ’ αυτή όσοι βιάζουν τον εαυτό τους, αφού «η βασιλεία των ουρανών κερδίζεται απ΄ όσους βιάζουν τον εαυτό τους»(Ματθ. 11, 12).

Σας παρακαλώ, λοιπόν, μη χωρίζετε τις καρδιές σας από το Θεό, αλλά να μένετε κοντά Του και να τις φυλάγετε μαζί με τη μνήμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού πάντοτε, έως ότου φυτευτεί το όνομα του Κυρίου μέσα στην καρδιά σας κι αυτή πιά να μη σκέφτεται τίποτε άλλο, για να δοξαστεί ο Χριστός μέσα σας».

Πριν από το Χρυσόστομο βέβαια, ο μέγας Παύλος αναφέρει το τμήμα «Κύριε Ιησού», γράφοντας: «Αν ομολογήσεις με το στόμα σου Κύριο τον Ιησού και πιστέψεις με την καρδιά σου ότι ο Θεός τον ανέστησε εκ νεκρών, θα σωθείς. Γιατί όποιος πιστεύει με την καρδιά του οδηγείται στη δικαίωση, κι όποιος ομολογεί με το στόμα του οδηγείται στη σωτηρία»(Ρωμ. 10, 9-10). Και πάλι: «Κανείς δεν μπορεί να πει «Κύριε Ιησού» παρά μόνο με Άγιο Πνεύμα»(Α΄ Κορ. 12, 3).

Προσθέτει το «με Άγιο Πνεύμα» εννοώντας «όταν η καρδιά δεχτεί την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος» με την οποία και προσεύχεται. Τούτο είναι γνώρισμα εκείνων που πρόκοψαν και αξιώθηκαν να δεχτούν με αίσθηση το Χριστό να κατοικεί μέσα τους. Σύμφωνα με αυτά λέει και ο άγιος Διάδοχος: «Απαιτεί οπωσδήποτε από εμάς ο νους, όταν του φράξομε με τη μνήμη του Θεού όλες τις διεξόδους, να του αναθέσομε κάποιο έργο που να ικανοποιεί την ενεργητικότητά του. Πρέπει λοιπόν να του δίνομε για πλήρη εργασία το «Κύριε Ιησού». Γιατί κανείς δεν μπορεί να πει «Κύριε Ιησού» παρά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.

Πρέπει όμως ο νους να μελετά αδιάκοπα τα λόγια αυτά μέσα στα βάθη του, για να μην ξεφεύγει σε διάφορες φαντασίες. Όσοι μελετούν ακατάπαυστα αυτό το ένδοξο και πολυπόθητο όνομα στο βάθος της καρδιάς τους, αυτοί μπορούν να βλέπουν κάποτε και το φως του νου τους. Και τούτο επειδή, όταν το όνομα αυτό κρατείται από τη διάνοια με πολλή φροντίδα, κατακαίει όλη την ακαθαρσία που σκεπάζει την ψυχή· κι αυτό η ψυχή το αισθάνεται έντονα, γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει(Εβρ. 12, 29).

Και με αυτό ο Κύριος προσκαλεί την ψυχή σε μεγάλη αγάπη της δόξας Του. Γιατί όταν πολυκαιρίζει μέσα μας το ένδοξο και πολυπόθητο αυτό όνομα με τη μνήμη του νου, μας φέρνει τη συνήθεια με τη θέρμη της καρδιάς να αγαπούμε την αγαθότητά Του, αφού δεν υπάρχει πλέον κανένα εμπόδιο. Αυτό είναι το πολύτιμο μαργαριτάρι(Ματθ. 13, 46), το οποίο μπορεί ν’ αποκτήσει κανείς αφού πουλήσει όλη την περιουσία του, και να έχει ανέκφραστη χαρά που το βρήκε».

Ο άγιος Ησύχιος πάλι, συνιστώντας το «Χριστέ Ιησού», γράφει: «Η ψυχή που θα πετάξει ψηλά στον αέρα διά του θανάτου, στις πύλες του ουρανού, έχοντας μαζί της ως υπερασπιστή τον Ιησού, ούτε εκεί θα ντραπεί τους εχθρούς της, αλλά με παρρησία, όπως τώρα, θα μιλήσει μπροστά στις ουράνιες πύλες προς αυτούς· μόνο να μην αποκάμει μέχρι την ώρα του θανάτου να φωνάζει προς τον Χριστόν Ιησού μέρα και νύχτα.

Και Αυτός θα της αποδώσει γρήγορα το δίκαιό της, σύμφωνα με την αληθινή και θεία υπόσχεση που έδωσε μιλώντας για τον άδικο δικαστη(Λουκ. 18, 1-8). Σας βεβαιώνω, θα της αποδώσει το δίκαιό της και στην παρούσα ζωή και μετά την έξοδό της από το σώμα». Ο Ιωάννης της Κλίμακος αναφέρει μόνο το «Ιησού», λέγοντας: «Με το όνομα του Ιησού μαστίγωνε τους εχθρούς· γιατί δεν υπάρχει ισχυρότερο όπλο στον ουρανό και στη γη» —και δεν προσθέτει καμιά άλλη λέξη. Και πάλι λέει: «Ας προσκολληθεί η αναπνοή σου στη μνήμη του Ιησού και τότε θα αντιληφθείς την ωφέλεια της ησυχίας».

Τα λόγια της ιερής και θεοποιού προσευχής έχουν μυσταγωγηθεί πνευματικά όχι μόνο από τους αγίους Πατέρες που αναφέραμε, αλλά και από αυτούς τους κορυφαίους Αποστόλους Πέτρο, Παύλο και Ιωάννη

50. Τα λόγια αυτά της ιερής προσευχής θα τα βρει κανείς μυσταγωγημένα όχι μόνο από τους θεοφόρους Πατέρες που αναφέραμε και τους ομοίους τους, αλλά πρίν από αυτούς, και από τους ίδιους τους πρώτους και κορυφαίους Αποστόλους Πέτρο, Παύλο και Ιωάννη.

Ο πρώτος, όπως προείπαμε, λέει: «Κανείς δεν μπορεί να πει Κύριο τον Ιησού παρά μόνο με Άγιο Πνεύμα»(Α΄ Κορ. 12, 30. Ο δεύτερος: «Η χάρη και η αλήθεια ήρθε μέσω του Ιησού Χριστού»(Ιω. 1, 17) και: «Κάθε πνεύμα που ομολογεί πως ο Ιησούς Χριστός ήρθε με ανθρώπινη σάρκα, προέρχεται από το Θεό»(Α΄ Ιω. 4, 2). Ο τρίτος, ο πρόκριτος των μαθητών του Χριστού, στην ερώτηση του Σωτήρα και Διδασκάλου προς τους Αποστόλους· «ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είμαι», έκανε τη μακαριότατη ομολογία: «Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος»(Ματθ. 16, 16).


Γι’ αυτό οι μετά τους Αποστόλους ένδοξοι παιδαγωγοί μας, και περισσότερο εκείνοι που έζησαν τον άγαμο και ερημικό και ήσυχο βίο, τις φράσεις αυτές που προαναγγέλθηκαν σποραδικά και τμηματικά από τους τρεις αυτούς μεγάλους στύλους της αγίας Εκκλησίας, τις πήραν ως θεϊκά λόγια, θεσπισμένα με αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος και μαρτυρημένα από τρεις πολύ αξιόπιστους μάρτυρες· και ξέρομε ότι με την κατάθεση τριών μαρτύρων βεβαιώνεται κάθε λόγος(Δευτ. 19, 15· Β΄ Κορ. 13, 1).

Πήραν λοιπόν τα λόγια αυτά οι ουρανόφρονες Πατέρες, κι αφού τα ένωσαν άριστα και τα συνάρμοσαν σε ένα με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος που κατοικούσε μέσα τους, τα ονόμασαν μνημείο προσευχής και τα παρέδωσαν στους μεταγενέστερους, για να την κρατούν και να την τηρούν με όμοιο τρόπο. Πρόσεξε τώρα και τη σειρά και τη διάταξη των λέξεων, πόσο εξαίσια είναι και πόση ουράνια σοφία περιέχει.

Ο Παύλος δηλαδή, όπως προαναφέραμε, λέει «Κύριον Ιησού», ο Ιωάννης «Ιησού Χριστό», ο Πέτρος «Χριστό, Υιό του Θεού»· σαν να ακολουθούν ο ένας τον άλλο από κοντά με τη συμφωνία και το σύνδεσμο των θεουργικών αυτών λέξεων. Γιατί θα διαπιστώσεις ότι ο καθένας από τους τρεις αυτούς, το τέλος του προηγουμένου το παίρνει ως αρχή και έτσι συνεχίζει. Το ίδιο θα παρατηρήσεις και με την προσθήκη της λέξεως «Πνεύμα». Αφού δηλαδή ο μακάριος Παύλος είπε: «Κανείς δεν μπορεί να πει Κύριο τον Ιησού παρά με Άγιο Πνεύμα»(Α΄ Κορ. 12, 3), τη λέξη που έχει στο τέλος, δηλαδή «Πνεύμα», την κάνει αρχή του ο βροντόφωνος Ιωάννης, λέγοντας: «Κάθε πνεύμα που ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήρθε με σάρκα, προέρχεται από το Θεό»(Α΄ Ιω. 4, 2).

Και αυτά μας τα έγραψαν όχι μόνοι τους και από τον εαυτό τους, αλλά κινούμενοι από το χέρι του Παναγίου Πνεύματος. Γιατί και η μέσω αποκαλύψεως ομολογία του θείου Πέτρου έγινε με ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, αφού η Γραφή λέει: «Όλα τα ενεργεί το ένα και το αυτό Πνεύμα, που μοιράζει τα χαρίσματα στον καθένα όπως θέλει»(Α΄ Κορ. 12, 11).

Κι έτσι λοιπόν το τρίπλοκο και άρρηκτο σχοινί της θεοποιού αυτής προσευχής, το πολύ σοφά κι επιστημονικά πλεγμένο και συρραμένο και συναρμολογημένο, φτάνει μέχρι σ’ εμάς και τηρείται με τον ίδιο τρόπο.

Την προσθήκη όμως της λέξεως «ελέησόν με» την έκαναν και την καθόρισαν οι μετέπειτα θείοι Πατέρες στα σωτήρια αυτά λόγια της προσευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού», και περισσότερο για κείνους που είναι πιο νηπιώδεις στην αρετή, δηλαδή για τους αρχάριους και ατελείς. Γιατί εκείνοι που έχουν προχωρήσει κι έγιναν τέλειοι κατά Χριστόν, αρκούνται και σε μία μόνο από τις ιερές αυτές λέξεις «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού», αλλά κάποτε και μόνο στην ονομασία «Ιησού», και την ενστερνίζονται και την αποδέχονται ως ολοκληρωμένη εργασία προσευχής, επειδή με αυτό γεμίζουν από ανέκφραστη ηδονή και γλυκύτητα που ξεπερνά κάθε νου και κάθε όραση και ακοή.

Κι έτσι λοιπόν οι τρισμακάριοι, βγαίνουν έξω από τη σάρκα και τον κόσμο, κρατούν κλειστές τις αισθήσεις και, κατακυριευμένοι από θείο έρωτα σε μία μακάρια βακχική μέθη από τη θεία δωρεά και χάρη που κατοικεί μέσα τους, καθαίρονται και φωτίζονται και φτάνουν στην τελειότητα, επειδή από τώρα βλέπουν αμυδρά, όπως μέσα σε καθρέφτη, σαν πρόγευση, την υπερφυσική και άναρχη και άκτιστη χάρη της υπερουσίου Θεότητας.

Αρκούνται στη μνήμη και τη μελέτη, όπως είπαμε, μίας από τις παραπάνω ονομασίες του Θεανθρώπου Λόγου, και με αυτήν αξιώνονται από το Πνεύμα και υψώνονται σε αλάλητες αρπαγές και γνώσεις και αποκαλύψεις.

Για να πληροφορηθούμε με ενάργεια και να βεβαιωθούμε με κάθε σαφήνεια γι’ αυτά, ο γλυκύτατος Κύριός μας Ιησούς Χριστός ο Υιός του Θεού, του οποίου οι λόγοι, όπως είπε, είναι πνεύμα και είναι ζωή(Ιω. 6, 63), κήρυξε μεγαλόφωνα ότι «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε»(Ιω. 15, 5), και: «Αν ζητήσετε κάτι στο όνομά μου, εγώ θα το κάνω»(Ιω. 14, 14), και πάλι: «Ό,τι ζητήσετε στο όνομά μου, εγώ θα το κάνω»(Ιω. 14, 13) και τα λοιπά, σύμφωνα με όσα μας έχουν παραδοθεί.

Οι αρχάριοι μπορούν να προσεύχονται άλλοτε με ολόκληρη την προσευχή, άλλοτε με ένα μέρος της, πάντοτε όμως μέσα στην καρδιά, και να μην αλλάζουν συνεχώς τα λόγια της προσευχής

51. Οι αρχάριοι μπορούν να προσεύχονται άλλοτε με ολόκληρη την προσευχή κι άλλοτε με ένα μέρος της, πλην όμως αυτό θα γίνεται μέσα στην καρδιά και ακατάπαυστα. Γιατί, κατά τον άγιο Διάδοχο, «εκείνος που διατρίβει πάντοτε μέσα στην καρδιά του, απομακρύνεται οπωσδήποτε από όσα θεωρούνται ωραία στη ζωή. Γιατί καθώς ζει πνευματικά, δεν μπορεί να γνωρίζει τις επιθυμίες της σάρκας(Γαλ. 5, 16).


Ο άνθρωπος αυτός περιφέρεται λοιπόν μέσα στο φρούριο των αρετών έχοντας τις ίδιες τις αρετές ως θυρωρούς να φυλάγουν την πόλη της αγνότητας· γι’ αυτό και μένουν άπρακτες οι εναντίον του μηχανές των δαιμόνων». Και ο άγιος Ισαάκ γράφει: «Του ανθρώπου που στρέφεται κάθε ώρα στην ψυχή του, ευφραίνεται η καρδιά με τις αποκαλύψεις. Κι εκείνος που συνάγει τη θεωρία του μέσα του, βλέπει εκεί τη λάμψη του Πνεύματος. Όποιος αποστράφηκε κάθε περιπλάνηση του νου, αυτός βλέπει τον Κύριό του μέσα στην καρδιά του».

Όμως, μην αλλάζεις συνεχώς τα λόγια της προσευχής, για να μη συνηθίσει ο νους από τη συνεχή εναλλαγή και μεταφορά των λέξεων σε κάποια αστασία και μετατόπιση και μείνει αρρίζωτος και άκαρπος, όπως τα δένδρα που μετακινούνται και μεταφυτεύονται συνεχώς.

Για να καρποφορήσει η προσευχή μέσα στην καρδιά, χρειάζεται καιρός πολύς και αγώνας και βία. Και γενικά, κάθε αγαθό κατορθώνεται με μεγάλο κόπο και πολύν καιρό

52. Το να προσεύχεται κανείς αδιάλειπτα μέσα στην καρδιά, επίσης και τα πέρα από αυτό, δεν κατορθώνονται απλώς και ως έτυχε και με σύντομο και μικρό κόπο· μ’ όλο που κι αυτό μπορείς να το συναντήσεις σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις κατά απόρρητη θεία οικονομία. Αλλά για να κατορθωθεί αυτό χρειάζεται και μακρό χρονικό διάστημα και κόπο και αγώνα σωματικό και ψυχικό και βία πολλή και εντατική.
Γιατί ανάλογα με το μερίδιο της δωρεάς και της χάρης που ελπίζομε να μετάσχομε, πρέπει να καταβάλομε και τους αγώνες γι’ αυτήν και να προσθέσομε επιπλέον ώρες. Και αυτή, σύμφωνα με τους διδασκάλους των θείων, είναι το να εξοριστεί από τα μέρη της καρδιάς ο εχθρός και να κατοικήσει σ’ αυτήν φανερά ο Χριστός. Λέει σχετικά ο άγιος Ισαάκ: «Εκείνος που θέλει να δει τον Κύριο, επινοεί τρόπους να καθαρίσει την καρδιά του με την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. Κι έτσι μέσα στη λαμπρότητα της διάνοιάς του θα βλέπει κάθε στιγμή τον Κύριο».
Και ο άγιος Βαρσανούφιος: «Αν η εσωτερική εργασία μαζί με τη χάρη του Θεού δε βοηθήσει τον άνθρωπο, μάταια κοπιάζει με την εξωτερική. Η εσωτερική εργασία με πόνο καρδιάς φέρνει την καθαρότητα κι η καθαρότητα την αληθινή ησυχία της καρδιάς· η ησυχία αυτή φέρνει την ταπείνωση, κι η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο κατοικητήριο του Θεού. Από την κατοίκηση αυτή εξορίζονται τα πάθη και οι δαίμονες και γίνεται έτσι ο άνθρωπος ναός Θεού γεμάτος από αγιασμό, γεμάτος φωτισμό, καθαρότητα και χάρη.
Μακάριος λοιπόν εκείνος που βλέπει σαν μέσα σε καθρέφτη στα άδυτα της καρδιάς του τον Κύριο και ξεχύνει εμπρός στην αγαθότητά Του με κλαυθμό τη δέησή του». Και ο όσιος Ιωάννης ο Καρπάθιος: «Χρειάζεται πολύς αγώνας και χρόνος στις προσευχές για να βρούμε στην ολότελα απαλλαγμένη από ενοχλήσεις κατάσταση της διάνοιας έναν άλλο καρδιακό ουρανό, όπου κατοικεί ο Χριστός, όπως λέει ο Απόστολος· «Ή δεν καταλάβατε ότι ο Ιησούς Χριστός κατοικεί μέσα σας; Εκτός βέβαια αν είστε αδόκιμοι»(Β΄ Κορ. 13, 50».Και ο μέγας Χρυσόστομος λέει: «Παράμενε αδιάλειπτα στο όνομα του Κυρίου Ιησού, για να καταπιεί η καρδιά σου τον Κύριο και ο Κύριος την καρδιά σου και να γίνουν τα δύο ένα. Αλλά το έργο αυτό δεν είναι ζήτημα μιας ημέρας ή δύο, αλλά πολλού χρόνου και καιρού. Γιατί χρειάζεται πολύς αγώνας και χρόνος για να εξοριστεί ο εχθρός και να κατοικήσει μέσα ο Χριστός». Αυτά αρκούν· ο λόγος ας επιστρέψει στα προκείμενα με τη σειρά.

Η μη καθαρή καρδιακή προσευχή, και πώς φτανει κανείς στην καθαρή και αρρέμβαστη προσευχή

53. Από την επιμονή στη μέθοδο που αναφέραμε της καρδιακής και αρρέμβαστης προσευχής, έστω κι αν η προσευχή είναι ίσως όχι τελείως καθαρή και αρρέμβαστη καθώς εμποδίζεται από τις εμπαθείς μνήμες και τους λογισμούς, φτάνει ο αγωνιζόμενος στην έξη να προσεύχεται αβίαστα, αρρέμβαστα, καθαρά και αληθινά.

Δηλαδή με το να παραμένει ο νους μέσα στην καρδιά και όχι να εισάγεται σ’ αυτήν με τη βία και χωρίς όρεξη μέσω της εισπνοής και να ξεφεύγει αμέσως, αλλά να παραμενει πάντοτε εκεί και να προσεύχεται έτσι αέναα. Γιατί λέει ο άγιος Ησύχιος: «Εκείνος που δεν έχει προσευχή καθαρή από λογισμούς, δεν έχει όπλο στον πόλεμο.
Προσευχή εννοώ εκείνη που γίνεται αέναα στα άδυτα της καρδιάς, για να μαστιγώνεται και να φλογίζεται με την επίκληση του Ιησού Χριστού αυτός που μας πολεμά κρυφά». Και πάλι: «Μακάριος εκείνος που έχει τόσο προσκολληθεί στην ευχή του Ιησού με τη διάνοιά του και τον φωνάζει ακατάπαυστα μέσα στην καρδιά, όπως είναι ενωμένος ο αέρας με τα σώματά μας ή η φλόγα με το κερί.
Ο ήλιος περνώντας πάνω από τη γη κάνει την ημέρα. Και το άγιο και σεβάσμιο όνομα του Κυρίου Ιησού, όταν λάμπει συνεχώς μέσα στη διάνοια, θα γεννήσει αναρίθμητες έννοιες λαμπρές σαν τον ήλιο».

H αρρέμβαστη και καθαρή καρδιακή προσευχή και η θέρμη που δημιουργείται από αυτή

54. Με τα προηγούμενα φάνηκε τι είναι και ονομάζεται καθαρή και αρρέμβαστη καρδιακή προσευχή, από την οποία γεννιέται κάποια θέρμη μέσα στην καρδιά, κατά το: «Θερμάνθηκε μέσα μου η καρδιά μου και από τη μελέτη μου θ’ ανάψει μέσα μου φωτιά»(Ψαλμ. 38,4).

Φωτιά, την οποία ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήρθε να βάλει στα χωράφια των καρδιών μας, τα πριν γεμάτα αγκάθια από τα πάθη και τώρα με τη χάρη του Θεού γεμάτα από Πνεύμα, όπως λέει ο ίδιος: «Ήρθα να βάλω φωτιά στη γη και τι θέλω αν έχει κιόλας ανάψει!»(Λουκ. 12, 49).


Αυτή η φωτιά θέρμανε τότε και φλόγισε τον Κλεόπα και το σύντροφό του και τους έκανε να λένε μεταξύ τους σε έκσταση: «Δε φλογιζόταν μέσα μας η καρδιά μας καθώς περπατούμε;»(Λουκ. 24, 32). Γράφει και ο μέγας Ιωάννης ο Δαμασκηνός σε κάποιο από τα τροπάριά του προς την υπέραγνη Θεοτόκο: «Με ωθεί να υμνολογήσω τον πόθο της Παρθένου η φωτιά της καρδιάς μου».

Γράφει και ο άγιος Ισαάκ: «Από τη βίαιη εργασία των αρετών γεννιέται η υπερβολική θέρμη, η οποία πυρπολεί την καρδιά από τις φλογερές ενθυμήσεις που περιστρέφονται παράδοξα στη διάνοια. Αυτή η εργασία και η προσοχή λεπτύνουν το νου με τη θέρμη τους και του παρέχουν την ικανότητα να βλέπει.

Από τη θέρμη αυτή που προξενείται από τη χάρη της θεωρίας γεννιέται η ανάβλυση των δακρύων. Από τα ασταμάτητα δάκρυα δέχεται η ψυχή την ειρήνη των λογισμών. Από την ειρήνη των λογισμών υψώνεται στην καθαρότητα του νου. Και με την καθαρότητα του νου ο άνθρωπος φτάνει να βλέπει τα μυστήρια του Θεού. «Ύστερα από αυτά φτάνει ο νους να δει αποκαλύψεις και σημεία, όπως είδε ο προφήτης Ιεζεκιήλ».

Και αλλού πάλι λέει: «Τα δάκρυα και τα χτυπήματα της κεφαλής που γίνονται κατά την προσευχή του αγωνιστή και το κύλισμα στο έδαφος με θερμότητα, ξυπνούνε τη θέρμη της γλυκύτητάς τους μέσα στην καρδιά, η οποία με επαινούμενη έκσταση πετά προς το Θεό και φωνάζει· «Δίψασε η ψυχή μου εσένα, τον Θεό τον ισχυρό, τον ζώντα. Πότε θα φτάσω και θα παρουσιαστώ μπροστά Σου, Κύριε;»(Ψαλμ. 41, 3)».

Και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Έπεσε φωτιά στην καρδιά και ανέστησε την προσευχή. Κι όταν αυτή αναστήθηκε και αναλήφθηκε στον ουρανό, έγινε κατάβαση φωτιάς στο ανώγαιο της ψυχής». Και αλλού λέει: «Ποιος άραγε είναι ο πιστός και φρόνιμος μοναχός, ο οποίος φύλαξε άσβηστη τη θέρμη του, και μέχρι το θάνατό του κάθε μέρα δεν έπαψε να προσθέτει φωτιά στη φωτιά, και θέρμη στη θέρμη, και πόθο στον πόθο, και επιμέλεια στην επιμέλεια;».

Και ο άγιος Ηλίας ο Έκδικος λέει: «Όταν η ψυχή εγκαταλείψει τα εξωτερικά και ενωθεί με την προσευχή, τότε η προσευχή την περικυκλώνει σαν φλόγα και την πυρακτώνει ολόκληρη όπως η φωτιά το σίδερο. Και η ψυχή παραμένει βέβαια η ίδια, αλλά δεν επιτρέπει άγγιγμα, όπως το πυρακτωμένο σίδερο δεν μπορεί κανείς να το αγγίσει».

Ακόμη λέει: «Μακάριος εκείνος που αξιώθηκε να φτάσει σε τέτοια μέτρα σ’ αυτή τη ζωή, και είδε το κατά φύση πήλινο σώμα του, με τη χάρη πύρινο».

Η θέρμη παράγεται από διάφορες αιτίες. Η κυριότερη είναι εκείνη που παράγεται από την καθαρή καρδιακή προσευχή

55. Να γνωρίζεις ότι η θέρμη αυτή παράγεται και υπάρχει μέσα μας από διάφορες αιτίες και με πολλούς τρόπους. Αυτό γίνεται φανερό από τις διάφορες γνώμες των Αγίων που εκθέσαμε, αλλά, – διστάζομε να το πούμε -, και από αυτή την πείρα μας. Κυριότερη κατά κάποιο τρόπο είναι η θέρμη που προέρχεται από την καθαρή καρδιακή προσευχή, και προχωρεί συνεχώς μαζί της και αυξάνει και καταπαύει στον ενυπόστατο φωτισμό, δηλαδή κάνει πραγματικά φωτισμένο, κατά τους Πατέρες, τον άνθρωπο που βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση.

Ποιο είναι το εργο που ακολουθεί την καρδιακή θέρμη

56. Αυτή λοιπόν η θέρμη στη συνέχεια εξουδετερώνει όσα εμπόδιζαν πρωτύτερα την προσευχή να γίνεται τελείως καθαρή. Γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά, φωτιά που κατακαιει( την κακία των δαιμόνων και των παθών μας. Λέει και ο άγιος Διάδοχος: «Όταν η καρδιά, μ’ ένα πόνο που καιει, δέχεται τα τοξεύματα των δαιμόνων, ώστε να νομίζει ο πολεμούμενος ότι είναι πραγματικά βέλη, τότε η ψυχή μισεί με πόνο τα πάθη, καθώς βρίσκεται στην αρχή της καθάρσεως. Γιατί άν δε νιώσει έντονο άλγος για την αναίδεια της αμαρτίας, δε θα μπορέσει να χαρεί πλούσια με τη χρηστοτητα της αρετης.
Εκείνος λοιπόν που θέλει να καθαρίσει την καρδιά του, άς την πυρώνει συνέχεια με τη μνήμη του Ιησού Χριστού(Εβρ. 12, 29), αυτό μόνο έχοντας μελέτη και έργο ακατάπαυστο. Γιατί εκείνοι που θέλουν ν’ αποβάλουν τη σαπίλα, δεν πρέπει άλλοτε να προσεύχονται κι άλλοτε όχι, αλλά ν’ ασχολούνται πάντοτε με την προσευχή και τη φύλαξη του νου, ακόμη και όταν βρίσκονται έξω από τους ιερούς ναούς.
Όπως εκείνος που θέλει να καθαρίσει το χρυσάφι, αν έστω και για λίγο αφήσει να χαμηλώσει η φωτιά στο χωνευτήρι, προκαλεί πάλι τη σκλήρυνση στο χρυσάφι που καθαρίζει, έτσι κι εκείνος που άλλοτε θυμάται το Θεό κι άλλοτε όχι, εκείνο που νομίζει ότι αποκτά με την προσευχή, το χάνει με την αργία. Ιδίωμα του ανθρώπου που αγαπά την αρετή είναι να αφανίζει πάντοτε με τη μνήμη του Θεού το γήινο φρόνημα της καρδιάς, κι έτσι να κατατρώγεται λίγο-λίγο το κακό από τη φωτιά της μνήμης του αγαθού και η ψυχή να επανέλθει με περισσότερη δόξα στη φυσική της λαμπρότητα».
Έτσι λοιπόν παραμένοντας ο νους δίχως εμπόδια μέσα στην καρδιά, προσεύχεται καθαρά και απλανώς, σύμφωνα με τον Άγιο που λέει: «Τότε είναι αληθινή και απλανής η προσευχή, όταν ο νους φυλάγει την καρδιά όταν προσεύχεται». Γράφει και ο άγιος Ησύχιος: «Πράγματι αληθινός μοναχός είναι εκείνος που κατορθώνει τη νήψη. Κι έχει αληθινα νήψη, εκείνος που είναι μοναχός κατά την καρδιά».

Ο πόθος και έρωτας που γεννιέται από τη θέρμη, την προσοχή και την προσευχή

57. Μέσα σ’ αυτή τη θέρμη και την προσεκτική προσευχή, δηλαδή την καθαρή προσευχή, γεννιέται ο πόθος και ο θείος έρωτας και η αγάπη μέσα στην καρδιά προς τον πάντοτε μνημονευόμενο Κύριο Ιησού Χριστό, όπως έχει γραφεί: «Νεανίδες με αγάπησαν, με έλκυσαν»(Άσμα 1, 3-4), και: «Εγώ είμαι πληγωμένη από την αγάπη»(Άσμα 2, 50. Ο άγιος Μάξιμος λέει: «Όλες οι αρετές βοηθούν το νου στο θείο έρωτα, περισσότερο όμως απ΄ όλες η καθαρή προσευχή. Επειδή με αυτήν ο νους φτερώνεται και πετά προς το Θεό και βγαίνει έξω απ΄ όλα».

Τα καρδιακά δάκρυα. Ο θείος πόθος και έρωτας

58. Από τέτοια καρδιά κυλούν και άφθονα δάκρυα που καθαίρουν και γλυκαίνουν εκείνον που αξιώθηκε από αγάπη να τα αποκτήσει, χωρίς να φθείρουν και να ξηραίνουν. Καθαίρουν τα δάκρυα που προέρχονται από το φόβο του Θεού, ενώ γλυκαίνουν τα δάκρυα του θείου έρωτα, με το σφοδρό και ακατάσχετο πόθο και έρωτα του μνημονευομένου Κυρίου Ιησού Χριστού.
Και τότε γεμάτη από ενθουσιασμό η καρδιά κράζει: «Με έθελξες με το πόθο Σου, Χριστέ, και με αλλοίωσες με το θείο έρωτά Σου», και: «Σωτήρα μου, είσαι όλος γλυκασμός, όλος είσαι επιθυμία, όλος λαχτάρα αχόρταστη, είσαι όλος κάλλος απερίγραπτο».

Και κραυγάζει μαζί με τον χριστοκήρυκα Παύλο: «Μας διακατέχει η αγάπη του Χριστού»(Β΄ Κορ. 5, 14) και: «Ποιος μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Θλίψη ή δυσκολία ή διωγμός ή γύμνια ή κίνδυνος ή απειλή σφαγής;»(Ρωμ. 8, 35) και: «Είμαι πεπεισμένος ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε Άγγελοι, ούτε αρχές, ούτε εξουσίες, ούτε δυναμεις, ούτε παρόντα, ούτε μέλλοντα, ούτε επιτυχίες, ούτε ταπεινώσεις, ούτε κανένα άλλο δημιούργημα μπορούν να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού που φανερώθηκε δια μέσου του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας»(Ρωμ. 8, 38-39).

Παραίνεση να μη ζητούμε τα υπέρμετρα. Προτροπή για συνεχή μνήμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μέσα στην καρδιά μας

59. Για να αξιωθεί κανείς αυτά και όλα όσα ακολουθούν —τα οποία δεν είναι καιρός τώρα να τα πούμε, γιατί λέει: «Μη ζητάς πράγματα πριν από τον καιρό τους» και: «Το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει καλά», και, κατά τον άγιο Μάρκο, «δε συμφέρει προτού εργαστείς τα πρώτα να μάθεις τα δεύτερα· γιατί η γνώση φέρνει έπαρση λόγω της αργίας, ενώ η αγάπη οικοδομεί επειδή υπομένει τα πάντα(Α΄ Κορ. 8, 2 κ΄ 13, 7)» – , για να τα αξιωθεί λοιπόν, πρέπει να σπεύδει και να αγωνίζεται πάντοτε, όπως έχομε πει, να περιφέρει συνεχώς τη μνήμη του Κυρίου Ιησού Χριστού μέσα στο βάθος της καρδιάς και όχι εξωτερικά και επιφανειακά, όπως λέει γι’ αυτό ο ίδιος μακάριος Μάρκος: «Αν δεν ανοιχτεί με καθολική νοερή ελπίδα ο εσώτατος και απόκρυφος και αληθινός χώρος της καρδιάς μας, δεν είναι δυνατό να αναγνωρίσομε με βεβαιότητα αυτόν που κατοικεί μέσα, ούτε να γνωρίζομε αν έγιναν δεκτές ή όχι οι λογικές θυσίες μας».

Ο θερμός ζήλος και η θεία εμφάνεια μέσα μας και ο ενυπόστατος φωτισμός της χάρης

60. Έτσι λοιπόν κανείς θα ξεφύγει εύκολα όχι μόνο από τα πονηρά έργα, αλλά και από τους εμπαθείς λογισμούς και τις άπρεπες φαντασίες, όπως λέει η Γραφή: «Να πορεύεστε πνευματικά και δε θα εκτελέσετε επιθυμία της σάρκας»(Γαλ. 5, 16)· ή μάλλον, θα βγει τελείως έξω από κάθε λογισμό και κάθε φαντασία, επειδή κατακαίει και αφανίζει με το θερμό ζήλο του για την αρετή κάθε πονηρή πράξη που πρωτύτερα ενεργούσε αισθητά ή νοητά μέσα του, μαζί με τους αρχηγούς τους χαιρέκακους δαίμονες.
Όπως λέει ο άγιος Ισαάκ: «Είναι φοβερός στους δαίμονες και ποθητός στο Θεό και τους Αγγέλους Του εκείνος που με θερμό ζήλο ξεριζώνει τα αγκάθια που φυτεύει μέσα του ο εχθρός. Για την προκοπή του θα μπορέσει να πληροφορηθεί από εδώ την αγάπη του Θεού προς αυτόν και τη σαφή εμφάνεια και ενοίκηση σ’ αυτόν του ενυπόστατου και θειότατου φωτισμού της χάρης. Και αν θέλεις να σου πω, με μεγάλη χαρά θα ξαναγυρίσει στην αρχική ευγένεια και πνευματική υιοθεσία που τελεσιουργήθηκε σ’ εμάς με τη χάρη του βαπτίσματος».
Και πάλι λέει ο άγιος Ισαάκ: «Αυτή είναι η Ιερουσαλήμ και η βασιλεία του Θεού που είναι κρυμμένη μέσα μας σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου(Λουκ. 17, 21). Αυτή η χώρα είναι νεφέλη της δόξας του Θεού, στην οποία μόνο όσοι είναι καθαροί στην καρδιά θα μπουν για να δουν το πρόσωπο του Κυρίου τους(Ματθ. 5, 8)». Μόνο να μη ζητά ο ίδιος εμφάνεια του Θεού, για να μη δεχτεί το σατανά που είναι αληθινά σκότος, μα υποκρίνεται ότι είναι φως.

Ενέργεια θεία και ενέργεια δαιμονική

61. Όταν ο νους βλέπει φως χωρίς να το ζητά, ας μην το παραδέχεται, αλλά ούτε και να το αποκρούει, όπως λέει ο όσιος Μάρκος: «Υπάρχει ενέργεια της χάρης που την αγνοεί ο νήπιος πνευματικά, και υπάρχει και ενέργεια της κακίας που μοιάζει με την αλήθεια. Είναι καλό αυτά να μην τα παρατηρούμε, για να μην πέσομε σε πλάνη, ούτε να τα αναθεματίζομε, μην τυχόν και είναι αληθινά, αλλά για όλα να προσφεύγομε με ελπίδα στο Θεό, γιατί Αυτός γνωρίζει τη χρησιμότητα και του ενός και του άλλου». Σε τέτοιες περιπτώσεις να ερωτά εκείνον που έχει τη χάρη και τη δύναμη από το Θεό, να τον διδάξει και να διακρίνει το καθένα.

Ο φωτισμένος και απλανής διδάσκαλος

62. Και αν μεν βρει αυτόν που θα τον διδάξει, όχι μόνο από όσα γνωρίζει από τη θεία Γραφή, αλλά και απ΄ όσο ο ίδιος δέχθηκε μακάρια το θείο φωτισμό, τότε να ευχαριστεί το Θεό. Αν όμως όχι, τότε καλύτερα να μην παραδεχθεί το φως που είδε, αλλά να καταφύγει με ταπείνωση στο Θεό, θεωρώντας και αποκαλώντας τον εαυτό του με ειλικρινή καρδιά ανάξιο γι’ αυτή την τιμή και τη θεωρία, όπως είναι βέβαια κι αυτό που λέμε εδώ και όσα προείπαμε και όσα θα πουμε και όσα μυηθήκαμε με τη χάρη του Χριστού από στόματα που δεν ψεύδονται και που κινούνται και λαλούν από το Άγιο Πνεύμα, όπως επίσης και από τις θεόπνευστες Γραφές και από τη λίγη πείρα μας.

Ο αληθινός και ο ψευδής φωτισμός, ήγουν το θείο φως και το φως από τον πονηρό

63. Σε μερικά συγγράμματά τους οι ένδοξοι Πατέρες μας υποδηλώνουν αμυδρά τα σημάδια του απλανούς φωτισμού και του φωτισμού της πλάνης. Για παράδειγμα, έτσι έκανε ο μακάριος Παύλος ο Λατρηνός, απαντώντας σε σχετική ερώτηση μαθητή του, ότι το φως της διαβολικής δυνάμεως είναι πυροειδές και γεμάτο καπνό και όμοιο με την αισθητή φωτιά· κι όταν το δει μετριοπαθής και καθαρμένη ψυχή, αισθάνεται αηδία και το συχαίνεται.

Το φως όμως του αγαθού είναι αγαθό, χαριέστατο και καθαρό, κι όταν έρθει, αγιάζει την ψυχή και τη γεμίζει φως και χαρά και ιλαρότητα, την καταπραΰνει και την κάνει φιλάνθρωπη. Και άλλοι είπαν ομοίως. Πλην όμως, επειδή τα προλεχθέντα τα άκουσα με προφορική διδασκαλία, έτσι κι εσύ θ’ ακούσεις γι’ αυτό, όταν έρθει ο καιρός του. Γιατί τώρα δεν είναι ακόμα.

Η απρεπής και η ευπρεπής φαντασία, και πώς πρέπει να τις αντιμετωπίζομε

64. Επειδή λίγο παραπάνω είπαμε για τη φαντασία, και μάλιστα για φαντασία απρεπή, νομίζομε χρησιμότατο να πούμε λίγα λόγια και γι’ αυτή ή μάλλον για κάθε φαντασία, όσο μας είναι δυνατό. Γιατί πολύ αντιστέκεται η καταραμένη στην καθαρή και καρδιακή προσευχή και στην ενιαία και απλανή εργασία του νου. Γι’ αυτό και οι θείοι Πατέρες μιλούν με πολλούς τρόπους περί αυτής και εναντίον αυτής.
Αυτή λοιπόν την ποικιλόμορφη σαν το μυθολογικό Δαίδαλο και πολυκέφαλη σαν τη Λερναία Ύδρα φαντασία, οι Άγιοι τη θεωρούν και την ονομάζουν γέφυρα των δαιμόνων. Γιατί μέσω αυτής περνούν οι κακούργοι και μιαροί δαίμονες, έρχονται σε κάποια επικοινωνία και σμίγουν με την ψυχή και την κάνουν κυψέλη κηφήνων και κατοικία εννοιών ακάρπων και εμπαθών.

Πρέπει λοιπόν να αποβάλεις εντελώς τη φαντασία, εκτός αν ποτέ, για λόγους μετανοίας και συντριβής και πένθους και ταπεινοφροσύνης, και πριν από αυτά για λόγους μελέτης και θεωρίας των όντων, ή ακόμη και εξαιτίας κάποιας απρεπούς φαντασίας, θέλεις να μεταχειριστείς και να αντιπαρατάξεις την ευπρεπή φαντασία.

Και αφού βάλεις τη μία φαντασία να συμπλακεί και να πολεμήσει με την άλλη, και κάνεις την αισχρή και αναίσχυντη φαντασία να ρίξει τα όπλα και να ηττηθεί κατά κράτος, να αναδειχθείς έτσι νικητής. Αν λοιπόν ενεργείς έτσι, δε θα μείνεις με τη ζημία μόνο της απρεπούς φαντασίας, αλλά θα γίνεις και αίτιος κέρδους στον εαυτό σου, ως άνθρωπος που διευθύνει τα του εαυτού του με αλάθευτη κρίση, επειδή εξουδετερώνεις την απρεπή φαντασία με την ευπρεπή και πλήττεις καίρια ή και φονεύεις τους εχθρούς με τα δικά τους όπλα, όπως παλιά ο θείος Δαβίδ τον Γολιάθ(Α΄ Βασ. 17, 51).

Όχι μόνο η απρεπής φαντασία, αλλά και η ευπρεπής είναι απορριπτέα από τους Αγίους στην καθαρή προσευχή και στην απλή και ενιαία εργασία του νου

65. Τα παραπάνω είναι άθλος όσων είναι ακόμη νήπιοι στην αρετή, δηλαδή των αρχαρίων. Γιατί οι προχωρημένοι απορρίπτουν τελείως και την απρεπή και την ευπρεπή φαντασία και την αχρηστεύουν, αποτεφρώνοντας και διαλύοντάς την σαν το κερί που λιώνει μπροστά στη φωτιά.

Και αυτό, για να επιτύχουν την καθαρή προσευχή και την απομάκρυνση και απογύμνωση του νου τους από όλα τα πράγματα και τις εντυπώσεις, με σκοπό την απλή προσέγγισή του προς το Θεό και, αν θέλεις, και της προσλήψεώς του από Αυτόν και της ασχημάτιστης και ενιαίας ενώσεως με Αυτόν.

Γιατί λέει ο άγιος Ησύχιος: «Κάθε λογισμός είναι φαντασία μέσα στο νου κάποιου αισθητού πράγματος. Επειδή ο Ασσύριος (ο διάβολος) είναι νους, δεν μπορεί να μας εξαπατά με άλλον τρόπο, παρά με το να μεταχειρίζεται τα αισθητά και συνήθη σ’ εμάς».

Και ο άγιος Διάδοχος: «Επειδή κάθε λογισμός μπαίνει μέσα στην καρδιά δια μέσου της φαντασίας κάποιων αισθητών, το μακάριο φως της θεότητας τη φωτίζει όταν αυτή απομακρυνθεί τελείως από όλα και αποβάλει κάθε μορφή και σχήμα τους. Γιατί η λαμπρότητα της θεότητας φανερώνεται στον καθαρό νου, όταν αυτός στερηθεί από κάθε νόημα».

Και ο μέγας Βασίλειος: «Όπως ο Κύριος δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς(Πράξ. 7, 48), έτσι δεν κατοικεί ούτε σε κάποιες απεικονίσεις και πλάσματα του νου. Γιατί αυτά παρεμβάλλονται και κλείνουν σαν τείχος την κίβδηλη ψυχή, που δεν μπορεί να ατενίζει καθαρά προς την αλήθεια, αλλά εξακολουθεί να βλέπει θαμπά σαν σε καθρέφτη(Α΄ Κορ. 13, 12)».

Και ο θείος Ευάγριος: «Ο Θεός λέγεται ότι κάθεται εκεί, όπου τον γνωρίζουν. Γι’ αυτό και ο καθαρός νους λέγεται θρόνος του Θεού. Το νόημα λοιπόν του Θεού δε βρίσκεται στα νοήματα που μορφοποιούν το νου, αλλά στα νοήματα που δεν τον μορφοποιούν. Γι’ αυτό πρέπει ο προσευχόμενος ν’ αποξενώνεται ολότελα από τα νοήματα που μορφοποιούν το νου. Και διαφορετικά θα μορφοποιηθεί ο νους όταν θεωρεί άλλο νου, διαφορετικά θα διατεθεί όταν θεωρεί την αιτία του. Από αυτό μαθαίνομε πως η πνευματική γνώση απομακρύνει το νου από τα νοήματα που τον μορφοποιούν, και διατηρώντας τον αδιαμόρφωτο τον προσάγει στο Θεό».

Και ο άγιος Μάξιμος, στα σχόλιά του στον μέγα Διονύσιο Αρεοπαγίτη, λέει: «Άλλο είναι η φαντασία και άλλο είναι η νόηση, δηλαδή το νόημα· γιατί προέρχονται από δύο διάφορες δυνάμεις και διαφέρουν ως προς την κίνηση. Η νόηση είναι ενέργεια και δημιουργία, ενώ η φαντασία είναι πάθος και εικόνα που αναγγέλλει κάποιο αισθητό πράγμα ή οφείλεται σε κάποιο αισθητό. Και η αίσθηση αντιλαμβάνεται τα όντα με άμεση διαμόρφωσή της, ενώ ο νους εφάπτεται, δηλαδή αντιλαμβάνεται τα όντα με άλλο τρόπο και όχι όπως η αίσθηση. Στο σώμα λοιπόν και στο πνεύμα, όπου βρίσκονται οι αισθήσεις, όπως είπαμε, παρατηρείται η παθητική και η διαμορφωτική κίνηση· ενώ την κριτική και την αντιληπτική πρέπει να τις αποδώσομε στην ψυχή και στο νου, και κοντά στην αντιληπτική κίνηση της ψυχής πρέπει να βάλομε και τη φανταστική. Η τελευταία διαιρείται σε τρεις κατηγορίες. Πρώτη είναι η εικονιστική, η οποία δηλαδή εικονίζει και κάνει αισθητά όσα συνέλαβε η αντίληψη. Δεύτερη είναι η ανατυπωτική, η οποία ανασυνθέτει από τα παλιά απομεινάρια των προηγουμένων χωρίς να στηρίζει πουθενά τις εικόνες της, κι αυτή κυρίως λέγεται φανταστική. Τρίτη είναι εκείνη στην οποία συγκροτείται κάθε ηδονή και κάθε φαντασία υποτιθέμενου καλού ή κακού που συνοδεύεται με λύπη». Άρα λοιπόν, καμία φαντασία, όπως είπαμε, δεν έχει θέση στο Θεό, γιατί ο Θεός είναι γενικά πάνω από την έννοια όλων και τα υπερβαίνει.

Και πάλι ο μέγας Βασίλειος λέει: «Ο νους που δε διασκορπίζεται προς τα έξω, ούτε διαχέεται με τα αισθητήρια στον κόσμο, επανέρχεται στον εαυτό του και μέσω του εαυτού του ανεβαίνει στην έννοια περί του Θεού. Και καθώς περιλάμπεται από εκείνο το κάλλος, λησμονεί και αυτή τη φύση». Ξέροντας αυτά λοιπόν κι εσύ, να σπεύδεις κάθε στιγμή, με τη βοήθεια του Θεού, να προσεύχεσαι χωρίς φαντασία, χωρίς σχήματα, χωρίς διαμορφώσεις, με όλον ολότελα το νου καθαρό και ψυχή καθαρή και με όλους τους τρόπους.

Ο άγιος Μάξιμος λέει τα εξής.

Η καθαρότητα και η τελειότητα του νου, της ψυχής και της καρδιάς

Ο καθαρός νούς

66. Νους καθαρός είναι εκείνος που απομακρύνθηκε από την άγνοια και καταφωτίζεται από το θείο φως.
Η καθαρή ψυχή
Ψυχή καθαρή είναι εκείνη που ελευθερώθηκε από τα πάθη και ευφραίνεται ακατάπαυστα με τη θεία αγάπη.
Η καθαρή καρδία
Καρδιά καθαρή είναι εκείνη που παρουσίασε στο Θεό τελείως ασχημάτιστη και αδιαμόρφωτη τη μνήμη και έτοιμη να σφραγιστεί μόνο με τα δικά Του σημεία, με τα οποία συμβαίνει να φανερώνεται ο Θεός. Κοντά σ’ αυτά βάζομε και τα επόμενα.
Ο Τέλειος νούς
Νους τέλειος είναι εκείνος ο οποίος με την αληθινή πίστη του γνώρισε πάνω από κάθε γνώση, με τρόπο υπεράγνωστο, τον Υπεράγνωστο, και είδε καθολικά τα δημιουργήματά Του, και έλαβε από το Θεό την περιεκτική γνώση περί Προνοίας και Κρίσεως των δημιουργημάτων Του· εννοώ βέβαια όσο αυτό είναι δυνατό σε ανθρώπους.
Η τέλεια ψυχή
Ψυχή τέλεια είναι εκείνη που η παθητική δύναμή της έχει κλίνει ολότελα προς το Θεό.
Η τέλεια καρδιά
Καρδιά τέλεια λέγεται ίσως εκείνη που δεν έχει με κανένα τρόπο καμία φυσική κίνηση προς ο,τιδήποτε· στην οποία έρχεται ο Θεός και, σαν σε πίνακα καλά καθαρισμένο από την άκρα απλότητα, γράφει τους δικούς Του νόμους.
Ο καθαρός νούς

Επίσης, κατά τον άγιο Διάδοχο, μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να καθαρίσει το νου. Και ο Ιωάννης της Κλίμακος λέει ότι μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να σταματήσει το νου. Ο άγιος Νείλος λέει: «Όποιος θέλει να δει την κατάσταση του νου του, ας στερήσει τον εαυτό του απ΄ όλα τα νοήματα, και τότε θα τον δει όμοιο με σάπφειρο ή με ουράνιο χρώμα». Και πάλι: «Κατάσταση του νου είναι ένα ύψος νοητό, όμοιο με ουράνιο χρώμα, στο οποίο έρχεται κατά την ώρα της προσευχής το φως της Αγίας Τριάδος». Και ο άγιος Ισαάκ: «Όταν ο νους ξεντύνεται τον παλαιό άνθρωπο και ντύνεται τον καινούργιο άνθρωπο της χάρης(Κολ. 3, 9-10), τότε θα δει την καθαρότητά του όμοια με το επουράνιο χρώμα, το οποίο ονομάστηκε τόπος Θεού(Εξ. 24, 10) από τους άρχοντες του Ισραήλ, όταν φανερώθηκε σ’ αυτούς στο όρος Σινά». Όταν λοιπόν κάνεις όπως προείπαμε, δηλαδή όταν προσεύχεσαι καθαρά, χωρίς φαντασίες και χωρίς σχήματα, θα βρεθείς να βαδίζεις στα ίχνη των Αγίων. Διαφορετικά θα είσαι φαντασιαστής και όχι ησυχαστής, και αντί σταφύλια θα τρυγήσεις αγκάθια —ο μη γένοιτο.Πώς φαντάζονταν οι Προφήτες

67. Αν μερικοί νομίζουν ότι οι οράσεις και τα σχήματα και οι αποκαλύψεις των Προφητών έγιναν με τη φαντασία και τη φυσική τάξη, αυτοί ας γνωρίζουν ότι βρίσκονται μακριά από την αλήθεια. Οι Προφήτες, όπως και οι τωρινοί μύστες των θείων, δεν έβλεπαν ούτε φαντάζονταν κατά τη φυσική τάξη και φαντασία όσα έβλεπαν και φαντάζονταν, αλλά ο νους τους δεχόταν τις εντυπώσεις και τις φαντασίες κατά τρόπο θείο και υπερφυσικό με την ανέκφραστη δύναμη και χάρη του Αγίου Πνεύματος, όπως λέει ο μέγας Βασίλειος: «Με κάποια ανέκφραστη δύναμη εντυπώνεται η φαντασία του νου εκείνων που τον έχουν καθαρό και απερίσπαστο, και ακούνε σαν ηχώ μέσα τους το λόγο του Θεού».

Και πάλι: «Οι Προφήτες έβλεπαν καθώς δέχονταν στο νου τους τους τύπους από το πνεύμα». Και ο Θεολόγος Γρηγόριος: «Το Πνεύμα το Άγιο ενεργούσε πρώτα στις αγγελικές και ουράνιες δυνάμεις. Έπειτα ενεργούσε στους Πατέρες και τους Προφήτες, από τους οποίους άλλοι φαντάστηκαν το Θεό ή τον γνώρισαν, ενώ άλλοι προγνώρισαν το μέλλον, καθώς το πνεύμα άφηνε τ’ αποτυπώματά Του στο νου τους, κι έτσι είχαν τα μέλλοντα σαν παρόντα».

Συνέχεια για τις φαντασίες και τις πολλές και ποικίλες θεωρίες

68. Μερικοί αμφιβάλλουν ακόμη, επειδή δέχονται τις φαντασίες και τις πολλές και ποικίλες θεωρίες, και μας εναντιώνονται νομίζοντας ότι τάχα ακολουθούν τους Αγίους. Κι αυτό γιατί ο Θεολόγος Γρηγόριος λέει ότι ο Θεός μόνο με το νου σκιαγραφείται, όχι από την ουσία Του αλλά από τις ιδιότητές Του, με τη συνένωση διαφόρων φαντασιών σε μία εικόνα της αλήθειας· και ο θείος Μάξιμος, ότι δεν μπορεί ο νους να φτάσει στην απάθεια από μόνη την πράξη, αν δεν έχει διαδοχικά πολλές και ποικίλες θεωρίες· και άλλοι Άγιοι διακηρύττουν τα ίδια με αυτούς.
Αυτοί λοιπόν ας γνωρίζουν ότι οι Άγιοι εκείνοι δεν τα είπαν αυτά αναφερόμενοι στην «κατά παραδοχήν» πνευματική εργασία και χάρη, δηλαδή στη γνώση και την εποπτεία του Θεού, η οποία ενώνει με σαφή πείρα τον άνθρωπο με το Θεό, αλλά αναφέρονταν στην «κατ’ επιβολήν» θεωρία, δηλαδή στη θεωρία που συλλέγεται από τη σοφία και την αναλογία και την αρμονία των όντων και πλησιάζει αμυδρά την έννοια περί Θεού και που μπορούν πολλοί ή μάλλον όλοι γενικά να τη χρησιμοποιούν και να τη διανοούνται. Αυτό θα το καταλάβει καθαρά όποιος εξετάσει με προσοχή τα παραπάνω αποσπάσματα των Αγίων ή άλλα παρόμοια.

Όπως είναι γραμμένο, από το μέγεθος και την ομορφιά των κτισμάτων κατανοείται ανάλογα ο Δημιουργός(Σ. Σολ. 13, 5)· όχι όμως από την κοσμική και εθνική, φλύαρη και μάταιη τεχνική μάθηση. Γιατί αυτή, σαν άσεμνη δούλη που καμαρώνει με υπερηφάνεια για την επιστημονική και σοφιστική και επιδεικτική ικανότητά της και δε μαθητεύει στην ευαγγελική πίστη και ταπείνωση και στην αληθινή συγκατάθεση στα θεία, έχει εξοστρακιστεί μακριά από τα ιερά πρόθυρα.Εμείς όμως τώρα μιλάμε για την τέλεια και ενυπόστατη έλλαμψη, όπως ήταν εκείνη την οποία «έπαθαν» με τρόπο άρρητο οι πρόκριτοι των Αποστόλων που ανέβηκαν μαζί με τον Ιησού στο όρος Θαβώρ, δεχόμενοι την καλή και πράγματι μακάρια αλλοίωση από το δεξί χέρι του Υψίστου(Ψαλμ. 76, 11), και αξιώθηκαν να δουν την αόρατη βασιλεία και θεότητα με τα αισθητά μάτια τους, τα οποία μεταποιήθηκαν προς το θειότερο, έγιναν δηλαδή πνευματικά με τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος.Όσο απέχει η ανατολή από τη δύση και ο ουρανός από τη γη, και όσο ανώτερη είναι η ψυχή από το σώμα, τόσο απέχει η «κατά παραδοχήν» εργασία και χάρη από την «κατ’ επιβολήν». Γιατί η «κατ’ επιβολήν», όπως είπαμε, προχωρεί εξωτερικά, συλλέγοντας από την κανονική κίνηση, τάξη και συνάθροιση των όντων διάφορες φαντασίες που τις συνενώνει σε μια εικόνα της αλήθειας κι έτσι υψώνεται με πίστη στο Θεό.

Η «κατά παραδοχήν» γίνεται κατά τρόπο άμεσο και υποστατικό από τον ίδιο το Θεό μέσα στην καρδιά, ενίοτε και έξω, και τότε μεταδίδει και στο σώμα φανερά υπέρ έννοιαν τη θεία έλλαμψη και το θειότατο φωτισμό της. Αυτό συμβαίνει επειδή η καρδιά πάσχει υπερφυσικά, κατά το σοφότατο Μάξιμο, αλλά δεν ενεργεί η ίδια την αγέννητη θέωση.

Γιατί λέει ο Άγιος αυτός: «Ονομάζω αγέννητη θέωση την κατ’ είδος υποστατική έλλαμψη της θεότητας· αυτή δεν έχει γέννηση, αλλά ακατανόητη φανέρωση στους αξίους».

Στα παραπάνω συμφωνεί και ο μέγας Διονύσιος λέγοντας: «Πρέπει να γνωρίζομε ότι ο νους μας έχει τη δύναμη να νοεί, με την οποία βλέπει τα νοητά. Έχει επίσης τη δυνατότητα της ενώσεως, η οποία υπερβαίνει τη φύση του νου, και μέσω αυτής ενώνεται με τα πάνω και πέρα από αυτόν».

Και ο όσιος Ισαάκ: «Έχομε δύο ψυχικά μάτια, όπως λένε οι Πατέρες, δεν είναι όμως ίδια η χρησιμότητα της θεωρίας από το καθένα. Με το ένα μάτι βλέπομε τα κρυμμένα μέσα στις φύσεις των όντων, δηλαδή τη δύναμη του Θεού, τη σοφία Του και την πρόνοιά Του για μας, την οποία αντιλαμβανόμαστε από την αγιότητα με την οποία μας κυβερνά. Με το άλλο μάτι θεωρούμε τη δόξα της αγίας Του φύσεως, όταν ευδοκήσει ο Θεός να μας εισαγάγει στα πνευματικά μυστήρια».

Και ο θείος Διάδοχος: «Τα θεία χαρίσματα είναι όλα του ενός Αγίου Πνεύματος, και η σοφία και η γνώση, καθώς και όλα τα άλλα. Το καθένα όμως έχει δική του ενέργεια. Γι’ αυτό σε άλλον δίνεται σοφία, σε άλλον γνώση από το ίδιο Πνεύμα, όπως μαρτυρεί ο Απόστολος(Α΄ Κορ. 2, 8). Η γνώση ενώνει με την ίδια την πείρα τον άνθρωπο με το Θεό, χωρίς όμως να κινεί την ψυχή σε λόγους περί των όντων· γι’ αυτό και μερικοί που ασκούν το μοναχικό βίο, φωτίζονται από τη γνώση με νοερή αίσθηση, αλλά η ψυχή τους δεν κινείται σε θείους λόγους. Η σοφία όμως, όταν δοθεί με φόβο σε κάποιον μαζί με τη γνώση —πράγμα σπάνιο—, φανερώνει τις ίδιες τις ενέργειες της γνώσεως· γιατί η γνώση συνηθίζει να φωτίζει με την ενέργεια, ενώ η σοφία με το λόγο. Τη γνώση την προξενεί η προσευχή και η πολλή ησυχία με τέλεια αμεριμνία, ενώ τη σοφία την προξενεί η μελέτη των λόγων του Θεού που γίνεται χωρίς κενοδοξία, και προπάντων η χάρη του Θεού».

Και ο άγιος Μάξιμος λέει στα Σχόλια: «Το πηγάδι του Ιακώβ(Ιω. 4, 5-14) είναι η Γραφή. Το νερό είναι η γνώση που περιέχεται στη Γραφή. Το βάθος του πηγαδιού είναι η δυσκολοερμήνευτη θεωρία των γραφικών αινιγμάτων. Το δοχείο για την άντληση είναι η μάθηση του θείου λόγου μέσω αναγνώσεως, την οποία δεν είχε ο Κύριος, αφού είναι Αυτολόγος και δεν παρέχει σ’ όσους πιστεύουν τη γνώση που προέρχεται από μάθηση και μελέτη, αλλά δωρίζει στους αξίους την αέναη και παντοτινή σοφία που πηγάζει από την αέναη πνευματική χάρη.

Γιατί το δοχείο για την άντληση, δηλαδή η μάθηση, παίρνει ένα ελάχιστο μέρος της γνώσεως και αφήνει το όλον, που δεν το συλλαμβάνει κανένας λόγος· ενώ η κατά χάρη γνώση έχει το σύνολο —και μάλιστα χωρίς μελέτη— της δυνατής στους ανθρώπους σοφίας, η οποία αναβλύζει κατά διαφόρους τρόπους, ανάλογα με τις ανάγκες».

Και πάλι ο άγιος Διάδοχος λέει: «Ο νους μας τις πιό πολλές φορές στην προσευχή δυσανασχετεί, γιατί η αρετή της προσευχής του επιβάλλει να συγκεντρώνεται και να περιορίζεται πολύ· ενώ στη θεολογία δίνει με χαρά τον εαυτό του, γιατί είναι πλατιά και απεριόριστα τα αντικείμενα των θείων θεωριών. Για να μην ανοίγομε λοιπόν στο νου μας το δρόμο να θέλει να λέει πολλά και να πετά υπέρμετρα από χαρά, ας σχολάζομε κυρίως στην προσευχή, την ψαλμωδία και την ανάγνωση των αγίων Γραφών.

Αλλά να μην παραβλέπομε και τις διδασκαλίες των λογίων ανδρών, των οποίων η πίστη φανερώνεται από τους λόγους τους. Με τον τρόπο αυτό θα εμποδίσομε το νου να αναμιγνύει δικά του λόγια μαζί με τα λόγια της χάρης ή να πέσει σε κενοδοξία παρασυρμένος από την πολλή χαρά και την πολυλογία.

Αλλά και στον καιρό της θεωρίας θα τον προφυλάξομε από κάθε φαντασία και όλες σχεδόν τις έννοιές του θα κάνομε να συνοδεύονται από δάκρυα. Γιατί όταν ο νους αναπαύεται κατά τον καιρό της ησυχίας και καταγλυκαίνεται, και μάλιστα από το γλυκασμό της προσευχής, όχι μόνο ξεφεύγει τους κινδύνους που αναφέραμε, αλλά και ανανεώνεται όλο και περισσότερο στο να κινείται με δύναμη και χωρίς κόπο στις θείες θεωρίες· εκτός του ότι προοδεύει στη γνώση της διακρίσεως με μεγάλη ταπείνωση. Πλην όμως πρέπει να γνωρίζομε ότι υπάρχει και προσευχή που ξεπερνά κάθε πλάτος· αυτή όμως είναι μόνο για εκείνους που με κάθε πνευματική αίσθηση και πληροφορία είναι γεμάτοι από την αγία χάρη».

Άκουσες; Υπάρχει λέει προσευχή που ξεπερνάει κάθε πλάτος, η οποία είναι για εκείνους που είναι γεμάτοι από το θειότατο φωτισμό της χάρης με κάθε αίσθηση και πληροφορία, δηλαδή μέσα στην καρδιά με τρόπο υπερφυσικό και ενυπόστατο. Αυτήν ο άγιος Ισαάκ την ονομάζει μνήμη ασφράγιστη, δηλαδή ασχημάτιστη, άμορφη και απλή. Και άλλοι άγιοι Πατέρες της δίνουν άλλα ονόματα.

Οι πέντε δυνάμεις της ψυχής. Οι φαντασίες που είναι οικείες της ψυχής και του νου. Πρέπει ν’ αποφεύγομε τελείως τη φαντασία και τα σχήματα και τις αποτυπώσεις και τις διαμορφώσεις στην καθαρή προσευχή και στην απλή και ενιαία εργασία του νου

69. Η ψυχή, όπως είπαμε, έχει το να φαντάζεται όχι μόνο από τους δαίμονες, αλλά και η ίδια από τη φύση της, αφού έχει πέντε δυνάμεις, το νου, τη διάνοια, τη δόξα (γνώμη), τη φαντασία και την αίσθηση, όπως και το σώμα έχει τις πέντε αισθήσεις όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση και αφή. Έτσι η φαντασία είναι μία από τις αισθήσεις της ψυχής, όπως είπαμε, με την οποία και φαντάζεται η ψυχή.

Η ψυχή λοιπόν, αν θέλει να οικονομεί και να διευκρινίζει ορθά τα του εαυτού της, πρέπει να αγωνίζεται ν’ αναπτερώνει και ν’ ανυψώνει ολικά προς το Θεό εκείνες τις δυνάμεις της που την ενώνουν περισσότερο με το Θεό, και στον παρόντα αιώνα και στον μέλλοντα· για τις άλλες απλώς να φροντίζει και να τις μεταχειρίζεται και να πράττει όπως χρειάζεται. Ας έξετάσομε λοιπόν τι λένε οι Πατέρες και τι είναι εύλογο γι’ αυτά.

Λέει ο άγιος Μάξιμος: «Επειδή η ψυχή είναι λογική και νοερή για τον εαυτό της, δηλαδή για την ουσία της, είναι οπωσδήποτε και αυθυπόστατη. Και αν έχει δική της υπόσταση, θα ενεργήσει κατά τη φύση της και όταν είναι μόνη και μαζί με το σώμα, θα νοεί δηλαδή κατά τη φύση της και θα λογίζεται και δε θα παύει ποτέ να μεταχειρίζεται τις νοερές δυνάμεις που έχει ως φυσικά προσόντα. Γιατί τα φυσικά προσόντα που έχει με οποιοδήποτε τρόπο κάποιο ον, όσο αυτό είναι και υπάρχει, είναι αναφαίρετα.

Η ψυχή λοιπόν, επειδή υπάρχει και υφίσταται πάντοτε αφότου έγινε —γιατί τέτοια τη δημιούργησε ο Θεός—, πάντοτε νοεί και λογίζεται και γνωρίζει· και καθ’ εαυτήν και όταν είναι μαζί με σώμα, για τον εαυτό της και από τη φύση της. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος που να μπορεί ν’ αποξενώσει την ψυχή από τα προσόντα που έχει από τη φύση της και όχι για χάρη του σώματος, όταν θα χωριστεί από αυτό».

Γνωρίζομε καλά και διδασκόμαστε από τους Αγίους ότι ο νους και η διάνοια και κατά τον παρόντα αιώνα και κατά τον μέλλοντα κινούνται γύρω από το Θεό και συνεργάζονται, ενώ οι άλλες δυνάμεις μόνο κατά τον παρόντα αιώνα, επειδή προσιδιάζουν σ’ αυτόν. Η ψυχή λοιπόν, σαν έμπειρος κυβερνήτης που έχει από τη φύση της την εξουσία των δυνάμεών της, πρέπει να επιλέξει να ενεργεί όχι μόνο για το παρόν, αλλά για το μέλλον κυρίως, και να σπεύδει με κάθε τρόπο ν’ ανυψώνει και να κινεί και να συνάπτει το νου και τη διάνοια προς το Θεό στον καιρό της καθαρής προσευχής και της νοερής και ενιαίας και απλής πνευματικής εργασίας· ενώ από τη φαντασία και τις άλλες δυνάμεις να χωρίζει τελείως το νου.

Γιατί, κατά τον άγιο Νείλο, «κατάσταση προσευχής είναι μία απαθής έξη, η οποία μ’ έναν ακρότατο έρωτα αρπάζει σε νοητό ύψος τον φιλόσοφο και πνευματικό νου». Γιατί όταν κάνει έτσι η ψυχή, θα φυλάξει το πολύτιμο αξίωμα που της αρμόζει.

Περισσότερα για το νου

70. Επίσης πρέπει και ο ίδιος ο νους, ως αμερής και απλή και αυτοτελής ουσία που είναι, καθαρή και φωτοειδής, να προσέχει και να φυλάει τον εαυτό του αμέτοχο και χωρισμένο από τη φαντασία. Γιατί έχει και αυτός από τον εαυτό του τη φυσική δύναμη γι’ αυτό, όπως και για να περιστρέφεται, να επανέρχεται και να κινείται ακράτητα προς τον εαυτό του.
Τούτο είναι η «στάση» του νου, η οποία γίνεται σ’ αυτόν από τη θεία χάρη, σύμφωνα με τον Ιωάννη της Κλίμακος που λέει: «Μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να σταματήσει το νου». Γιατί ο νους, αν και ως δύναμη της ψυχής κινείται και κατά κάποιο τρόπο εξουσιάζεται από αυτή, είναι ωστόσο και ονομάζεται οφθαλμός της ψυχής, παρ’ όλο που, όπως είπαμε, είναι προικισμένος και με κάποια δική του δύναμη φυσική, απλή και αυτοτελή. Γι’ αυτό και όταν ο νους βρίσκεται σε φυσικές σχέσεις με την ψυχή και τις δυνάμεις της, τότε είναι και δυνάμει νους και τότε καλείται «ψυχικός άνθρωπος».
Όταν όμως αναλάβει τη δική του φυσική και απλή αξία και λαμπρότητα της ουσίας του, την αμερή και αυτοτελή και αυτεξούσια, όταν δηλαδή ελευθερωθεί από τις σωματικές και ψυχικές φυσικές σχέσεις και κινήσεις και αξιωθεί, από δυνάμει νους που είναι, να γίνει «ενεργεία νους», όταν δηλαδή προκόψει και φτάσει στον υπέρ τη φύση «πνευματικό άνθρωπο», τότε πλέον επανέρχεται αταλάντευτα πάντοτε στον εαυτό του και μέσω του εαυτού του ανεβαίνει ακράτητος και ελεύθερος απ΄ όλα στην ασχημάτιστη και άμορφη και απλή έννοια του Θεού, όπως λέει ο μέγας Βασίλειος: «Ο νους που δε διασκορπίζεται προς τα έξω, ούτε διαχέεται με τα αισθητήρια προς τον κόσμο, επιστρέφει στον εαυτό του, και μέσω του εαυτού του ανεβαίνει στην έννοια του Θεού· και καθώς περιλάμπεται και καταφωτίζεται από το κάλλος εκείνο, λησμονεί και αυτή την ανθρώπινη φύση».

Και τότε ο νους ξαναπαίρνει το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση και το διατηρεί σώο, επειδή είναι νους· και μέσω του εαυτού του χωρίς άλλη μεσολάβηση ενώνεται νοερά και συναναστρέφεται με τον θείο νου, δηλαδή με το Θεό. Αυτή είναι η κυκλική κίνηση, δηλαδή η επάνοδος και στροφή και ένωση του νου προς τον εαυτό του και διά μέσου του εαυτού του προς το Θεό, χωρίς κίνδυνο πλάνης και σφάλματος, επειδή είναι ένωση ακατάσχετη και άμεση που υπερβαίνει κάθε νόηση και είναι όραση που υπερβαίνει κάθε όραση.Λέει και ο μέγας Διονύσιος: «Μία κίνηση της ψυχής είναι η κυκλική, δηλαδή η είσοδός της στον εαυτό της από τα έξω και η ενιαία συσπείρωση των νοερών δυνάμεών της όπως σε κύκλο. Αυτό της χαρίζει το να μην περιπλανιέται, και από τα πολλά εξωτερικά την ξαναγυρίζει και τη συγκεντρώνει στον εαυτό της· κατόπιν, αφού γίνει ενιαία, την ενώνει με τις δυνάμεις της που είναι ενιαία ενωμένες, κι έτσι τη χειραγωγεί στο Καλό και Αγαθό, που είναι πάνω απ΄ όλα τα όντα και ένα και το ίδιο και άναρχο και ατελεύτητο.Άλλη κίνηση της ψυχής είναι η ελικοειδής· κατ’ αυτήν η ψυχή ελλάμπεται τις θείες γνώσεις κατά τρόπο οικείο προς αυτήν, όχι νοερά και ενιαία, αλλά λογικά και αποδεικτικά, και με σύνθετες και μεταβατικές ενέργειες. Η τρίτη κίνηση της ψυχής είναι η «κατ’ ευθείαν», όταν αυτή δεν εισέρχεται στον εαυτό της και δεν κινείται με ενική νοερότητα, όπως κάνει στην κυκλική κίνηση, αλλά προχωρεί προς τα γύρω της εξωτερικά· κι από αυτά, σαν από κάποια σύμβολα ποικίλα και πολλά, ανυψώνεται στις απλές και ενωμένες θεωρίες».

Και ο άγιος Μάξιμος: «Όταν ο νους λάβει την άμεση ένωση με το Θεό, τότε η φυσική δύναμη του νου να νοεί και να νοείται μένει αργή τελείως. Όταν λοιπόν λύσει τη δύναμη αυτή και νοήσει κάποιο από τα δημιουργήματα, χωρίζει τον εαυτό του από το Θεό, γιατί διακόπτει την ένωση αυτή που υπερβαίνει κάθε νόηση. Όσο είναι με αυτή ενωμένος με το Θεό, μεταθέτει από τον εαυτό του το νόμο της φύσεως σαν αμετακίνητο βουνό, επειδή ξεπέρασε τη φύση κι έγινε κατά μετοχή θεός».

Και πάλι λέει: «Ο καθαρός νους με την ένωσή του με την Αιτία των όντων έρχεται σε μιά σχέση που υπερβαίνει κάθε νόηση, παύοντας την πολυποίκιλη φυσική κίνηση και σχέση του προς όλα όσα δεν είναι Θεός και φτάνοντας στην άρρητη κατάληξη όπου, με τρόπο που ξεπερνά τη γνώση, κρατά μόνο την υπέρ νόηση παμμακάριστη σιγή, την οποία δεν μπορεί διόλου να φανερώσει λόγος ή νόηση, αλλά μόνο η πείρα της μετοχής εκείνων που αξιώθηκαν να την απολαύσουν πέρα από τη νόηση. Σημάδι της ευδιάγνωστο και σε όλους καταφάνερο είναι η συνειδητή και τέλεια αναισθησία και διάσταση της ψυχής προς τον παρόντα αιώνα.

Όταν λοιπόν ο νους δε βοηθείται από την ψυχή στο να κινείται πάντοτε προς το Θεό, ούτε ο ίδιος πραγματώνει και ενεργεί το δικό του έργο, δηλαδή να επιστρέφει στον εαυτό του κι έτσι ν’ ανεβαίνει ελεύθερα στην έννοια του Θεού, ή μάλλον όταν δεν καρπώνεται τούτο και από τα δύο, αλλά ενώνεται με τη φαντασία, τότε πλέον και ποικίλλεται και βρίσκεται μακριά από το Θεό».

Ακόμη λίγα για την καθαρή προσευχή

71. Λέει ο άγιος Νείλος: « Ν’ αγωνίζεσαι να κρατήσεις το νου σου, στον καιρό της προσευχής, κωφό και άλαλο, και έτσι θα μπορέσεις να προσευχηθείς». Επίσης λέει: «Εγώ λέω κάτι δικό μου, που το έχω πει και σε νεωτέρους. Μακάριος ο νους, ο οποίος κατά τον καιρό της προσευχής απέκτησε τέλεια αμορφία».
Και ο άγιος Φιλόθεος λέει: «Είναι πολύ σπάνιο να βρεις ανθρώπους που το λογιστικό τους τελεί σε ησυχία. Αυτό συμβαίνει μόνο σ’ εκείνους που με τον τρόπο αυτό μηχανεύονται να κρατούν πάντοτε μέσα τους τη θεία χαρά και παρηγοριά».

Και ο μέγας Βασίλειος: «Προσευχή καλή είναι αυτή που προξενεί στην ψυχή εναργή την έννοια του Θεού· και αυτό είναι κατοίκηση του Θεού μέσα μας(Β΄ Κορ. 6, 16), το να έχει κανείς με τη μνήμη εγκατεστημένο μέσα του το Θεό, όταν δηλαδή δε διακόπτεται η συνέχεια της μνήμης από γήινες φροντίδες, ούτε ταράζεται ο νους από αναπάντεχα πάθη, αλλά αποφεύγοντάς τα όλα ο φιλόθεος άνθρωπος αναχωρεί στο Θεό».

Άλλο είναι η απάθεια του νου και άλλο η αληθινή προσευχή, η οποία είναι και μεγαλύτερο

72. Πρέπει να γνωρίζομε λοιπόν και τούτο· ότι, σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο, δεν μπορεί ο νους να φτάσει στην απάθεια από μόνη την πρακτική, αν δεν έχει διαδοχικά πολλές και ποικίλες θεωρίες. Αλλά πάλι, σύμφωνα με τον θειότατο Νείλο, είναι δυνατό και στην απάθεια να φτάσει κανείς και να μην προσεύχεται αληθινά, αλλά να ποικίλλεται ο νους του και να είναι μακριά από το Θεό.
Λέει συγκεκριμένα αυτός ο Άγιος: «Και αν ακόμη ο νους ξεπεράσει τη σωματική θεωρία, δεν είδε ακόμη τέλεια τον τόπο του Θεού. Γιατί μπορεί να βρίσκεται στη γνώση των νοημάτων και να ποικίλλεται σύμφωνα με αυτήν».
Επίσης: «Όποιος έφτασε στην απάθεια, δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι πλέον προσεύχεται αληθινά. Γιατί μπορεί να στέκεται στα ψιλά νοήματα των πραγμάτων και να περισπάται από τις εικόνες τους και να απέχει μακριά από το Θεό».

Και πάλι: «Όταν δεν χρονοτριβεί ο νους στα ψιλά νοήματα των πραγμάτων, δε σημαίνει ότι έφτασε κιόλας τον τόπο της προσευχής. Επειδή μπορεί να μένει στη θεωρία των πραγμάτων και να λεπτολογεί τους λόγους τους· τα οποία, αν και είναι γυμνά λόγια, αφού είναι θεωρίες πραγμάτων, αφήνουν ωστόσο το αποτύπωμά τους στο νου και τον αποτραβούν μακριά από το Θεό».Λέει και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Εκείνοι των οποίων ο νους έχει μάθει να προσεύχεται αληθινά, είναι που κυρίως μιλούν στον Κύριο κατά πρόσωπο(Εξ. 33, 11), όπως μιλάνε οι φίλοι του βασιλιά στο αυτί του». Από αυτά και άλλα παρόμοια μπορείς να εννοήσεις με ακρίβεια τη διαφορά και το αδύνατο της συγκρίσεως των δύο πνευματικών εργασιών, της «κατά παραδοχήν» και της «κατ’ επιβολήν». Γιατί αυτής έργο είναι οι μελέτες και οι πολλές και ποικίλες θεωρίες, ενώ εργασία της πρώτης, η αληθινή προσευχή. Ακόμη, θα εννοήσεις ότι άλλο είναι η απάθεια του νου και άλλο η αληθινή προσευχή, και ότι εκείνος που έχει την αληθινή προσευχή, κατά τους Αγίους, έχει οπωσδήποτε και το νου απαθή. Όχι όμως ότι και εκείνος που έχει μόνο το νου απαθή, μπόρεσε να αποκτήσει και την αληθινή προσευχή. Αυτά λοιπόν έτσι είναι.Ας επιστρέψει τώρα ο λόγος στο θέμα μας. Επειδή λοιπόν όχι μόνο αυτά που είπαμε παραπάνω, αλλά και η ίδια η μνήμη των αγαθών και των αντιθέτων συνηθίζει κατά κάποιο τρόπο να αφήνει αμέσως τα αποτυπώματά τους στο νου και να τον οδηγεί στη φαντασία, πρέπει να μιλήσομε λίγο και γι’ αυτό.

Συνέχεια για τη φαντασία και για εντυπώσεις στο νου και για τα σημάδια της πλάνης και της αλήθειας

73. Αν ησυχάζεις και θέλεις να είσαι μόνος με μόνο το Θεό, μην παραδεχτείς ποτέ ό,τι και να δεις, αισθητό ή νοερό, μέσα σου ή από έξω, ακόμη και αν είναι η όψη τάχα του Χριστού ή μορφή Αγγέλου ή Αγίου ή ένα φωτεινό αποτύπωμα που σχηματίζεται ως φαντασία στο νου, αλλά να μείνεις δύσπιστος και επιφυλακτικός σ’ αυτό, ακόμη κι αν πρόκειται για κάτι αγαθό, προτού ρωτήσεις εκείνους που έχουν πείρα, καθώς είπαμε. Αυτό είναι πάρα πολύ ωφέλιμο και πάρα πολύ αγαπητό στο Θεό και ευπρόσδεκτο από Αυτόν.
Να κρατάς πάντοτε το νου σου χωρίς χρώμα, χωρίς μορφή, χωρίς εικόνες, χωρίς σχήματα, χωρίς ποιοτικές ή ποσοτικές έννοιες, και μόνο τα λόγια της προσευχής να προσέχεις και να μελετάς και να σκέφτεσαι μέσα στην καρδιακή κίνηση, σύμφωνα με τον Ιωάννη της Κλίμακος που λέει: «Αρχή της προσευχής είναι να αποκρούει ο νους εκ προοιμίου με τη μονολόγιστη προσευχή την προσβολή των λογισμών.
Μεσότητά της είναι να παραμένει η διάνοια σ’ εκείνα που λέει και μόνο. Και τέλος της προσευχής είναι η αρπαγή προς τον Κύριο».

Και ο άγιος Νείλος λέει: «Η ανώτερη προσευχή είναι των τελείων, η οποία είναι μία αρπαγή του νου και τέλεια έκσταση από τα αισθητά, οπότε το πνεύμα με αλάλητους στεναγμούς πλησιάζει ικετευτικά το Θεό(Ρωμ. 8, 26) που βλέπει τη διάθεση της καρδιάς ν’ ανοίγει σαν γραμμένο βιβλίο και με άφωνα ψηφία να του παρουσιάζει την επιθυμία της. Έτσι αρπάχθηκε και ο Παύλος μέχρι τον τρίτο ουρανό, μη γνωρίζοντας αν είναι με το σώμα ή χωρίς το σώμα(Β΄ Κορ. 12, 2). Έτσι και ο Πέτρος είδε την οπτασία της οθόνης όταν ανέβηκε στο δώμα να προσευχηθεί(Πράξ. 10, 11-16).Δεύτερη προσευχή, κατώτερη από την πρώτη, είναι όταν λέει κανείς τα λόγια της προσευχής και ο νους παρακολουθεί με κατάνυξη και με συναίσθηση σε Ποιόν απευθύνει τη δέησή του. Προσευχή όμως που διασπάται και συμφύρεται με σωματικές φροντίδες, βρίσκεται μακριά από το να είναι πραγματική προσευχή».Εσύ λοιπόν να τηρείς αυτά και να μην παραδέχεσαι τα άλλα, ώσπου να ειρηνεύσουν τα πάθη και να συμβουλευτείς, όπως προείπαμε, εκείνους που έχουν πείρα. Αυτά που είπαμε παραπάνω και τα παρόμοια με αυτά είναι με λίγα λόγια τα σημάδια της πλάνης. Πρόσεξε τώρα και τα σημάδια της αλήθειας.

Τα σημάδια της αλήθειας και του αγαθού και ζωοποιού Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η χρηστότητα, η αγαθότητα, η πίστη, η πραότητα, η εγκράτεια, τα οποία απαριθμεί ο θείος Παύλος αποκαλώντας τα καρπούς του Αγίου Πνεύματος(Γαλ. 5, 22).

Και πάλι ο ίδιος λέει: «Να πορεύεστε ως τέκνα του φωτός· γιατί ο καρπός του Πνεύματος διακρίνεται από πλήρη αγαθότητα και δικαιοσύνη και αλήθεια»(Εφ. 5, 8-9), ενώ η πλάνη έχει όλα τα αντίθετα. Και κάποιος σοφός στα θεία που ερωτήθηκε, λέει τα εξής: «Για τον απλανή δρόμο της σωτηρίας που με ρώτησες, αγαπητέ, να ξέρεις ότι είναι πολλοί δρόμοι που οδηγούν στη ζωή και πολλοί που οδηγούν στο θάνατο.

Ένας δρόμος που οδηγεί στη ζωή είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού. Μέσα σ’ αυτές τις εντολές θα βρεις κάθε μορφή αρετής, ιδιαίτερα αυτές τις τρεις· ταπείνωση, αγάπη και έλεος. Χωρίς αυτές κανείς δε θα δει τον Κύριο. Αυτά τα τρία ακαταμάχητα όπλα κατά του διαβόλου, εννοώ την ταπείνωση, την αγάπη και το έλεος, μας τα χάρισε η Αγία Τριάδα, τα οποία μήτε να τα αντικρίσει δεν μπορεί όλος ο εσμός των δαιμόνων.

Γιατί οι δαίμονες δεν έχουν ούτε ίχνος ταπεινώσεως, αφού εξαιτίας της υπερηφάνειάς τους έγιναν ζοφεροί και ετοιμάστηκε γι’ αυτούς το αιώνιο πυρ(Ματθ. 25, 41). Πού βρίσκεται σ’ αυτούς σκιά έστω αγάπης ή ελέους, που έχουν άσπονδη έχθρα εναντίον του ανθρωπίνου γένους και δεν παύουν να το πολεμούν ακατάπαυστα; Με αυτά λοιπόν τα όπλα ας θωρακιστούμε, που όποιος τα έχει είναι ανίκητος από τους εχθρούς».

Και παρακάτω λέει: «Αυτό το τρίπλοκο σχοινί, το οποίο ύφανε και έπλεξε η Αγία Τριάδα, το βλέπομε να είναι και τρία και ένα. Τρία μεν στα ονόματα, κι αν θέλεις και στις υποστάσεις, ένα δε κατά τη δύναμη και την ενέργεια και την εγγύτητα και κλίση και οικειότητα προς το Θεό. Γι’ αυτές τις τρεις αρετές είπε ο Κύριος ότι «ο ζυγός μου είναι αγαθός και το φορτίο μου ελαφρό»(Ματθ. 11, 30), και ο αγαπημένος Μαθητής ότι «οι εντολές Του δεν είναι βαριές»(Α΄ Ιω. 5, 3)».

Και πιό κάτω: «Γι’ αυτό η ψυχή που έγινε ένα με το Θεό για την καθαρότητα του βίου και την τήρηση των εντολών και τα τρία αυτά όπλα, τα οποία είναι ο ίδιος ο Θεός, ντύθηκε τον ίδιο το Θεό. Κι έγινε θέσει θεός με την ταπείνωση, το έλεος και την αγάπη· και αφού ξεπέρασε την υλική δυάδα και ανέβηκε πάνω από τη συγκεφαλαίωση του νόμου, εννοώ την αγάπη(Ρωμ. 13, 10), ενώθηκε με την υπερούσια και ζωαρχική Τριάδα, συναντώντας Την με τρόπο άμεσο και παίρνοντας φως από το φως Της και νιώθοντας χαρά αδιάκοπη και αιώνια». Αλλά φτάνουν αυτά.

Όπως λοιπόν αναφέραμε μερικά από τα γνωρίσματα και τους καρπούς της πλάνης και της αλήθειας, από τους οποίους καρπούς, κατά τον θείο Παύλο, θα μπορέσομε κάπως να καταλάβομε τι πνεύμα έχουν εκείνοι που ενεργούνται από αυτούς, έτσι είναι εύλογο και πρέπει να πούμε λίγα, με γνώμες των Πατέρων, και για την παρηγοριά που δίνει η καθεμιά τους, δηλαδή για τη θεία και αληθινή χάρη και για την επίπλαστη και δαιμονική. Λέει λοιπόν σχετικά ο θείος Διάδοχος τα εξής.

Η θεία και η επίπλαστη παρηγοριά

74. «Όταν ο νους μας αρχίσει να αισθάνεται την παρηγοριά του Αγίου Πνεύματος, τότε και ο σατανάς έρχεται μέσα στη νυκτερινή ησυχία, όταν κανείς έρθει σε ελαφρότατο ύπνο, και με κάποια αίσθηση που φαίνεται γλυκιά, παρηγορεί την ψυχή. Αν λοιπόν ο νους βρεθεί να κρατεί θερμά τη μνήμη του αγίου ονόματος του Κυρίου Ιησού και μεταχειρίζεται σαν όπλο κατά της απάτης το άγιο και ένδοξο αυτό όνομα, εγκαταλείπει ο πλάνος τη δολοπλοκία του, αλλά σηκώνει φανερό πόλεμο κατά της ψυχής. Από αυτό ο νους μαθαίνει με ακρίβεια την απάτη του πονηρού και αυξάνει περισσότερο την πείρα του στη διάκριση».
Και πάλι: «Η παρηγορία που δίνει το πνεύμα, έρχεται όταν το σώμα είναι ξύπνιο ή και όταν πρόκειται να παραδοθεί σε ελαφρό ύπνο, όταν κανείς με τη θερμή μνήμη του Θεού είναι σαν κολλημένος στην αγάπη Του. Η παρηγορία όμως από τη σατανική πλάνη έρχεται όταν, καθώς είπα, ο αγωνιστής βρίσκεται σε λεπτό ύπνο έχοντας μέτρια μνήμη του Θεού.

Η πρώτη, επειδή προέρχεται από το Θεό, θέλει να παρηγορεί φανερά τους αγωνιστές της ευσέβειας με πολλή χαρά της ψυχής, αυξάνοντας την αγάπη. Η αντίθετη, επειδή συνηθίζει να αναρριπίζει την ψυχή με κάποιον άνεμο πλάνης, επιχειρεί με τον ύπνο του σώματος να εξαπατήσει την πείρα της αισθήσεως του υγιούς νου, όταν μάλιστα είναι χλιαρός στη μνήμη του Θεού.Αν λοιπόν, όπως είπα, βρεθεί ο νους σε κατάσταση της συνεχούς μνήμης του Κυρίου Ιησού Χριστού, διασκορπίζει την φαινομενικά γλυκιά εκείνη αύρα του εχθρού και με χαρά προχωρεί στον εναντίον του πόλεμο, έχοντας ως δεύτερο και κατάλληλο όπλο, μετά τη χάρη, και την πείρα που απέκτησε».Και συνεχίζει ο άγιος Διάδοχος: «Αν η ψυχή, χωρίς καμία αμφιβολία ή φαντασία, ανάβει στην αγάπη του Θεού, παρασύροντας με κάποιο τρόπο και το σώμα στο βάθος της ανέκφραστης εκείνης θείας αγάπης, είτε αυτό είναι ξύπνιο είτε όταν, με τον τρόπο που προείπα, έρχεται σε ύπνο όπου ενεργεί η θεία χάρη, και δε σκέφτεται τίποτε άλλο παρά μόνο το αντικείμενο της αγάπης, δηλαδή το Θεό, ας γνωρίζει ότι η τέτοια αγάπη είναι ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

Καθώς ευφραίνεται ολόκληρη η ψυχή από την ανείπωτη εκείνη γλυκύτητα, τίποτε άλλο δεν μπορεί τότε να σκεφτεί, γιατί χαίρεται με αμείωτη χαρά. Αν όμως, μέσα σ’ αυτή τη θεία ενέργεια, ο νους αισθανθεί και την παραμικρή αμφιβολία ή ακάθαρτη σκέψη, αν και κάνει χρήση του αγίου ονόματος για άμυνα του κακού και όχι μάλλον από αγάπη μόνο του Θεού, τότε πρέπει να εννοήσει ότι η παρηγορία εκείνη προέρχεται από τον απατεώνα διάβολο και είναι χαρά επιφανειακή.

Αυτή η χαρά είναι άτακτη και άγευστη και προξενείται από τον εχθρό που θέλει να νοθεύσει την ψυχή. Γιατί όταν δει το νου να καυχιέται για την πείρα της αισθήσεώς του, τότε, όπως προείπα, προσκαλεί με αγαθοφανείς παρηγορίες την ψυχή. Έτσι αυτή παρασύρεται από τη χαύνη και κάθυγρη αυτή γλυκύτητα και δεν καταλαβαίνει την ένωση του πονηρού πνεύματος μαζί της. Από αυτό γνωρίζομε το πνεύμα της αλήθειας από το πνεύμα της πλάνης.

Είναι όμως αδύνατο να γευθεί κανείς με αίσθηση ψυχής τη θεία αγαθότητα ή να λάβει αισθητή πείρα της κακίας των δαιμόνων, αν δεν γνωρίσει με βεβαιότητα ότι η χάρη έχει κατοικήσει στο βάθος του νου του, ενώ τα πονηρά πνεύματα βρίσκονται γύρω από τα μέλη της καρδιάς. Αυτό δε θέλουν ποτέ οι δαίμονες να το πιστέψουν οι άνθρωποι, για να μην οπλίζεται έτσι ο νους τους εναντίον τους με τη μνήμη του Θεού».

Έχεις λοιπόν αρκετά και γι’ αυτό το ζήτημα και αρκέσου σ’ αυτά. Γιατί, όπως λέει η παροιμία, πέρα από τα Γάδειρα δεν μπορεί κανείς να περάσει· και όταν βρεις μέλι, φάγε λίγο, μήπως παρατρώγοντας κάνεις εμετό(Παροιμ. 25, 16).

Η θεία ηδονή που πηγάζει από την καρδιά

75. Είναι καταλληλη ευκαιρία να πούμε: Ποιος μπορεί να περιγράψει τη γλυκύτητα του μελιού σ’ εκείνους που δεν το έχουν γευθεί ποτέ; Και ασύγκριτα πολύ περισσότερο, ποιος θα περιγράψει τη θεία ηδονή και την υπερφυσική και ζωήρρυτη ευφροσύνη που πηγάζει από την καρδιακή καθαρή και αληθινή προσευχή και που αναβρύζει αέναα; Όπως λέει ο Θεάνθρωπος Ιησούς: «Εκείνος που θα πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, δε θα διψάσει στον αιώνα, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του πηγή νερού που θα αναβλύζει ζωή αιώνια»(Ιω. 4, 14)· και πάλι: «Αν κανείς διψά, ας έρχεται σ’ εμένα και ας πίνει.
Από τα βάθη εκείνου που πιστεύει σ’ εμένα, όπως είπε η Γραφή, θα ξεχυθούν ποταμοί ζωντανού νερού»· τούτο το είπε —προσθέτει ο επιστήθιος Μαθητής— για το Πνεύμα που θα έπαιρναν όσοι θα πίστευαν σ’ Αυτόν(Ιω. 7, 37-39). Και ο μέγας Παύλος λέει: «Έστειλε ο Θεός το Πνεύμα του Υιού Του στις καρδιές μας να κράζει· Αββά, Πατέρα!»(Γαλ. 4, 6).

Η πνευματική αυτή ηδονή είναι και πολυώνυμη και ανώνυμη

76. Αυτή λοιπόν η πνευματική ηδονή έχει ονομαστεί μυστικά υπερφυσική και ζωήρρυτη και ενυπόστατη έλλαμψη, υπέρφωτος γνόφος, ασύλληπτο κάλλος, το ακρότατο από τα επιθυμητά, εποψία και θεοπτία και θέωση· όμως και μετα την οποιαδήποτε έκφρασή της παραμένει ανέκφραστη, και μετά που θα γνωριστεί παραμένει άγνωστη, και μετά που θα νοηθεί, ανεπινόητη.
Και λέει ο μέγας Διονύσιος: «Σ’ αυτόν τον υπέρφωτο γνόφο παρακαλούμε κι εμείς να βρεθούμε, και να δούμε και να γνωρίσομε με αβλεψία και αγνωσία Εκείνον που υπερβαίνει κάθε όραση και κάθε γνώση, ακριβώς με το να μη δούμε και να μη γνωρίσομε. Γιατί τούτο είναι να δει κανείς πράγματι και να γνωρίσει. Και να υμνήσομε υπερούσια τον Υπερούσιο, με την αποκοπή απ΄ όλα τα όντα».
Λέει ακόμη: «Ο θείος γνόφος είναι το απρόσιτο φως, στο οποίο λέγεται ότι κατοικεί ο Θεός(Α΄ Τιμ. 6, 16)· και είναι αόρατο λόγω της υπερβολικής φωτεινότητάς του. Και το ίδιο είναι και απρόσιτο, λόγω της υπερβολής της υπερούσιας φωτοχυσίας. Σ’ αυτό το φως έρχεται καθένας που αξιώνεται να δει και να γνωρίσει το Θεό, ακριβώς με το να μη δει και να μη γνωρίσει, φτάνοντας αληθινα σ’ Αυτόν που είναι πάνω από όραση και γνώση, γνωρίζοντας τούτο μόνο, ότι είναι μετά απ΄ όλα τα αισθητά και τα νοητά».
Και ο μέγας Βασίλειος λέει: «Οι αστραπές του θείου κάλλους είναι εντελώς ανέκφραστες και απερίγραπτες. Δεν τις φτάνει ο λόγος, δεν τις χωράει η ακοή. Κι αν αναφέρεις τη λάμψη του αυγερινού, και τη λαμπρότητα της σελήνης, κι αν πεις του ηλίου το φως, όλα είναι πολύ φτωχά για να δώσουν κάποια ιδέα εκείνης της λαμπρότητας, και σε σύγκριση με το αληθινό φως υστερούν περισσότερο απ΄ όσο η βαθιά νύχτα και το πυκνό σκοτάδι από το καθαρότατο μεσημέρι. Αυτό το κάλλος σωματικά μάτια δεν μπορούν να το δουν· μόνο με την ψυχή και τη διάνοια γίνεται αντιληπτό. Και σε όσους Αγίους έλαμψε, τους άφησε το αφόρητο κεντρί του θείου πόθου.

Δυσφορώντας αυτοί για την εδώ ζωή, έλεγαν· «Αλοίμονο! η ξενητειά μου κράτησε πολύ!»(Ψαλμ. 119, 5), και· «Η ψυχή μου δίψασε το Θεό, τον ισχυρό και ζώντα. Πότε θα έρθω και θα σταθώ μπροστά στο πρόσωπο του Θεού μου;»(Ψαλμ. 41, 3), και· «Είναι πολύ καλύτερο να πεθάνω και να είμαι μαζί με το Χριστό»(Φιλιπ. 1, 23), κα· «Τώρα άφησε το δούλο Σου, Κύριε, να πεθάνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες»(Λουκ. 2, 29), γιατί θεωρούσαν φυλακή αυτή τη ζωή. Κι επειδή δε χόρταιναν τη θεωρία του θείου κάλλους, παρακαλούσαν να συμπαρατείνεται η θεωρία της λαμπρότητας του Κυρίου σε όλη την αιώνια ζωή».Και ο Θεολόγος Γρηγόριος: «Όπου φόβος, εκεί και τήρηση των εντολών. Όπου τήρηση των εντολών, εκεί και κάθαρση της σάρκας από το νέφος που κάθεται μπροστά στην ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά τη θεία λαμπρότητα. Όπου κάθαρση, εκεί και έλλαμψη· και η έλλαμψη είναι εκπλήρωση του πόθου εκείνων που επιθυμούν τα μέγιστα, ή το μέγιστο, ή το πάνω από το μέγα».Και ο θείος Γρηγόριος Νύσσης: «Αν ξεπλύνεις με την επιμέλεια του βίου σου την ακαθαρσία που επικάθησε στην καρδιά σου, θα λάμψει πάλι όπως και πρώτα το θεοειδές της κάλλος, όπως γίνεται στο σίδερο. Όταν δηλαδή με την ακόνη βγει η σκουριά, τότε το σίδερο που ήταν πρωτύτερα μαύρο, βγάζει λάμψεις και ακτίνες γιαλίζοντας αντίκρυ στον ήλιο. Έτσι και με τον εσωτερικό άνθρωπο, τον οποίο ο Κύριος ονομάζει καρδιά· όταν αποξέσει τη φαρμακερή ακαθαρσία, η οποία φάνηκε πάνω στη μορφή του από τη μούχλα του πονηρού, τότε θα ξαναπάρει την ομοιότητα με το Αρχέτυπο και θα είναι αγαθός. Γιατί στο Αγαθό ακολουθεί οπωσδήποτε όμοιο αγαθό». Και ο άγιος Νείλος: «Μακάριος όποιος έφτασε στην άγνοια, η οποία είναι αχώριστη από την προσευχή».

Και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Το αβυσσαλέο πένθος είδε την παρηγορία, ενώ η καθαρότητα της καρδιάς δέχθηκε έλλαμψη. Η έλλαμψη είναι μία ανέκφραστη ενέργεια, η οποία βλέπεται χωρίς να βλέπεται και νοείται χωρίς να γνωρίζεται».

Γι’ αυτό και είναι τρισμακάριοι εκείνοι οι οποίοι, όπως τότε η Μαρία(Λουκ. 10, 42), προτίμησαν την αγαθή αυτή μερίδα και πολιτεία, την πνευματική και αναφαίρετη, και αξιώθηκαν αυτή τη θεοειδή ευτυχία, ώστε μπορούν με μεγάλη και εκστατική χαρά, μαζί με τον θείο Παύλο, να ενθουσιάζονται ολοφάνερα και να αναφωνούν: «Όταν ο σωτήρας μας Θεός φανέρωσε την αγαθότητα και τη φιλανθρωπία Του, μάς έσωσε όχι για τα καλά έργα που κάναμε εμείς, αλλά γιατί μας ευσπλαχνίστηκε.

Μας έσωσε με το βάπτισμα της αναγεννήσεως και της ανανεώσεως που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα, που το σκόρπισε πλούσια επάνω μας δια του Ιησού Χριστού του Σωτήρα μας, για να δικαιωθούμε με τη δική Του χάρη και να κληρονομήσομε την αιώνια ζωή όπως ελπίζομε»(Τίτ. 3, 4-7).

Και πάλι: «Ο Θεός που μας έχρισε και μας σφράγισε και έδωσε τον αρραβώνα του Πνεύματος στις καρδιές μας»(Β΄ Κορ. 1, 21-22) και: «Έχομε το θησαυρό τούτο μέσα σε πήλινα δοχεία, τα σώματά μας, για να αποδεικνύεται ότι η υπερβολική δύναμη δεν είναι δική μας αλλά του Θεού»(Β΄ Κορ. 4, 7). Αυτά σχετικά μ’ εκείνους. Είθε κι εμείς με τις δεήσεις εκείνων, που γίνονται δεκτές από το Θεό, να γίνομε κατά ένα μέρος όμοιοι μ’ αυτούς, με το έλεος και τη χάρη του Θεού.

Όποιος θέλει να ησυχάσει στην εντέλεια, πρέπει οπωσδήποτε να είναι πράος στην καρδιά

77. Εσύ, τέκνον, είναι καιρός τώρα πριν από τ’ άλλα και μαζί με τ’ άλλα να μάθεις ότι, εκείνος που θέλει να μάθει να τοξεύει καλά, δεν τεντώνει το τόξο χωρίς να βάλει μπροστά του σημάδι· έτσι κι εκείνος που θέλει να μάθει να ησυχάζει, ας έχει σαν σημάδι το να είναι πάντοτε πράος στην καρδιά.

Λέει ο άγιος Ισίδωρος: «Για την κατόρθωση της αρετής δεν αρκεί η άσκηση, αλλά χρειάζεται και η μετριοπάθεια, κατά την άσκηση. Γιατί αν διεξάγομε αγώνα πραότητας και τον εμποδίζομε με την ταραχώδη γνώμη μας, αυτό δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ενώ θέλομε να σωθούμε, δε θέλομε να κάνομε εκείνα που χρειάζονται για τη σωτηρία μας».
Και πριν από αυτόν, ο θειότατος Δαβίδ είπε: «Θα οδηγήσει τους πράους στη διάκριση, θα διδάξει στους πράους τους δρόμους Του»(Ψαλμ. 24, 9). Και ο Σειράχ: «Στους πράους αποκαλύπτονται τα μυστήρια».
Και ο γλυκύτατος Ιησούς: «Μάθετε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά και θα βρουν ανάπαυση οι ψυχές σας»(Ματθ. 11, 29), και: «Σε ποιόν θα ρίξω το βλέμμα μου, παρά στον πράο και ήσυχο που τρέμει τα λόγια μου;»(Ησ. 66, 2), και: «Μακάριοι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη»(Ματθ. 5, 5), δηλαδή την καρδιά που θα καρποφορεί με τη βοήθεια της χάρης τριάντα και εξήντα και εκατό φορές περισσότερο(Μαρκ. 4, 20), σύμφωνα με τις τάξεις των αρχαρίων, των μέσων και των τελείων. Ο πράος δεν προκαλεί ταραχή για τίποτε ούτε ταράζεται, εκτός αν ο λόγος είναι για την ευσέβεια.

Πώς θα κατορθώσομε την πραότητα. Τα τρία μέρη της ψυχής, το θυμικό, το επιθυμητικό και το λογιστικό

78. Τούτο θα το κατορθώσεις εύκολα, όταν τα αποφεύγεις όλα και ταυτόχρονα παρακινείς την ψυχή σου στην αγάπη, όταν κρατάς τις περισσότερες φορές σιωπή, τρως με μέτρο και πάντοτε προσεύχεσαι, όπως είπαν οι Πατέρες: «Στο θυμικό μέρος της ψυχής βάλε το χαλινό της αγάπης, το επιθυμητικό μάρανέ το με την εγκράτεια και στο λογιστικό της ψυχής δώσε φτερά με την προσευχή· κι έτσι το φως του νου δε σκοτεινιάζει ποτέ». «Χαλινός του θυμού είναι η σιωπή που γίνεται στην ώρα της· της άλογης επιθυμίας, η μετρημένη τροφή· του δυσκολοκράτητου λογισμού, η μονολόγιστη προσευχή».

Και πάλι: «Τρεις αρετές υπάρχουν, οι οποίες παρέχουν πάντοτε στο νου φως· να μη γνωρίζει κανείς την κακία του άλλου, να υπομένει ατάραχα τις θλίψεις που έρχονται και να κάνει καλό σ’ εκείνους που του κάνουν κακό. Οι τρεις αυτές αρετές γεννούν άλλες τρεις, μεγαλύτερες από αυτές· η άγνοια της κακίας του άλλου γεννά την αγάπη, η χωρίς ταραχή υπομονή στις θλίψεις γεννά την πραότητα, και η ευεργετικότητα σ’ εκείνους που του κάνουν κακό φέρνει την ειρήνη».

Και πάλι: «Τρεις γενικότερες ηθικές καταστάσεις υπάρχουν στους μοναχούς. Η πρώτη είναι να μην αμαρτάνει κανείς διόλου με την πράξη· η δεύτερη, να μην πολυκαιρίζουν στην ψυχή οι εμπαθείς λογισμοί· η τρίτη, να βλέπει κανείς κατά διάνοια χωρίς πάθος τις μορφές των γυναικών και εκείνων που τον λύπησαν».

Πρέπει κανείς να μετανοεί γρήγορα για όσα παραπτώματα του συμβαίνονν, κι έτσι να προφυλάγεται σοφά για το μέλλον

79. Αν συμβεί να κλονιστείς σε κάτι ή να γλιστρήσεις σε κάποιο παράπτωμα ξεφεύγοντας από το πρέπον, πρέπει να συμφιλιώνεσαι αμέσως μ’ εκείνον που σε λύπησε ή τον λύπησες, και να μετανοείς με την ψυχή σου. Επίσης να πενθείς και να κλαις και να κατηγορείς πολύ τον εαυτό σου.
Κι έτσι να προσέχεις στο εξής και να προφυλάγεσαι με πολλή σοφία, όπως διδάσκει ο Κύριος Ιησούς: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο κι εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε το δώρο σου μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα συμφιλιώσου με τον αδελφό σου· και τότε έλα και πρόσφερε το δώρο σου»(Ματθ. 5, 23-24).

Και ο Απόστολος Παύλος: «Κάθε δυσαρέσκεια και θυμός και οργή και κραυγή και ύβρη μακριά από σας, καθώς και κάθε κακία. να είστε μεταξύ σας εύσπλαχνοι, να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο, καθώς και ο Θεός δια μέσου του Χριστού σάς συγχώρησε»(Εφ. 4, 31-32), και: «Όταν οργίζεστε, μη φτάνετε ως την αμαρτία. να μη σας βρίσκει η δύση του ηλίου ακόμη οργισμένους»(Εφ. 4, 26), και: «Μην επιζητείτε, αγαπητοί, να εκδικείστε, αλλά δώσετε τόπο στην οργή του Θεού»(Ρωμ. 12, 19), και: «Να μη σε νικά το κακό, αλλά να νικάς το κακό με το αγαθό»(Ρωμ. 12, 21). Αυτά ειπώθηκαν σχετικά με τη συμφιλίωση με τους άλλους.

Το ολίσθημα και η μετάνοια

80. Για το ολίσθημα τώρα, λέει ο άγιος Ισαάκ: «Να μη λυπηθούμε όταν γλιστρήσομε σε κάτι, αλλά όταν επιμείνομε σ’ αυτό. Γιατί το ολίσθημα συμβαίνει πολλές φορές και στους τέλειους· το να επιμείνει όμως κανείς σ’ αυτό είναι τέλεια νέκρωση. Τη λύπη για τα ολισθήματά μας η θεία χάρη μάς τη μετρά σαν καθαρή εργασία. Όποιος ξαναπέφτει σε ολίσθημα ελπίζοντας στη μετάνοια, αυτός βαδίζει απέναντι του Θεού με πανουργία. Σ’ αυτόν έρχεται αιφνίδια ο θάνατος και δεν προφταίνει να ολοκληρώσει τα έργα της αρετής, όπως το ήλπιζε».

Λέει επίσης: «Πρέπει διαρκώς να γνωρίζομε ότι και στις εικοσιτέσσερις ώρες της νύχτας και της ημέρας έχομε ανάγκη από τη μετάνοια. Η έννοια της μετάνοιας, όπως μάθαμε από τα ίδια τα πράγματα, είναι αδιάκοπη δέηση προς το Θεό με προσευχή γεμάτη κατάνυξη για την άφεση των προηγουμένων αμαρτημάτων και λύπη για να προφυλαχτούμε από μελλοντικά».
Και πάλι: «Η μετάνοια είναι χάρη που δόθηκε στους ανθρώπους μετά τη χάρη του βαπτίσματος. Η μετάνοια είναι δεύτερη αναγέννηση από το Θεό, και του αρραβώνα εκείνου που λάβαμε με την πίστη, περιμένομε το χάρισμα με τη μετάνοια. Μετάνοια είναι η θύρα του ελέους, η ανοιχτή σ’ εκείνους που την αναζητούν από τη θύρα αυτή εισερχόμαστε προς το θείο έλεος. Και έξω από αυτή την είσοδο δε θα βρούμε έλεος, γιατί όλοι αμάρτησαν, κατά τη θεία Γραφή(Ρωμ. 3, 23-24), και δικαιώνονται δωρεάν με τη χάρη του Θεού. Η μετάνοια είναι η δεύτερη χάρη και γεννιέται στην καρδιά από την πίστη και το φόβο. Ο φόβος είναι η πατρική ράβδος του Θεού που μας κυβερνά ώσπου να φτάσομε στον πνευματικό παράδεισο· κι όταν φτασομε εκεί, μας αφήνει και γυρίζει πίσω. Παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού, μέσα στην οποία περιέχεται η τρυφή που υπόσχονται όλοι οι μακαρισμοί».
Και παρακάτω: «Καθώς δεν είναι δυνατό να περάσει κανείς τη θάλασσα τη μεγάλη χωρίς πλοίο, έτσι δεν μπορεί κανείς χωρίς φόβο να περάσει προς την αγάπη. Τη βρωμερή θάλασσα των παθών που είναι ανάμεσα σ’ εμάς και στο νοητό παράδεισο, μόνο με το πλοίο της μετάνοιας μπορούμε να την περάσομε, το οποίο έχει τους κωπηλάτες του φόβου. Αν αυτοί οι κωπηλάτες του φόβου δεν κατευθύνουν το πλοίο της μετάνοιας με την οποία διαπλέομε τη θάλασσα του κόσμου τούτου πηγαίνοντας προς το Θεό, τότε καταποντιζόμαστε στη βρωμερή θάλασσα».

Η μετάνοια, ο φόβος, η αγάπη, το πένθος, τα δάκρυα και η αυτομεμψία

81. Και εξακολουθεί ο άγιος Ισαάκ: «Η μετάνοια είναι το πλοίο· ο φόβος είναι ο κυβερνήτης του· η αγάπη είναι το θεϊκό λιμάνι. Ο φόβος λοιπόν μας επιβιβάζει στο πλοίο της μετάνοιας, μας περνά από τη βρωμερή θάλασσα του βίου και μας οδηγεί προς το θεϊκό λιμάνι που είναι η αγάπη, όπου φτάνουν όλοι όσοι κοπιάζουν και είναι φορτωμενοι(Ματθ. 11, 28) με τη μετάνοια.

Κι όταν φτάσομε στην αγάπη, φτάσαμε στο Θεό· ολοκληρώθηκε ο δρόμος μας και περάσαμε στη νήσο που βρίσκεται απέναντι από τον κόσμο, όπου είναι ο Πατέρας και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα».
Για το κατά Θεόν πένθος λέει ο Σωτήρας: «Μακάριοι όσοι πενθούν, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν»(Ματθ. 5, 4). Για τα δάκρυα πάλι γράφει ο άγιος Ισαάκ: «Τα δάκρυα στην προσευχή είναι σημάδι του ελέους του Θεού, το οποίο αξιώθηκε η ψυχή με τη μετάνοιά της, και ότι η μετάνοιά της έγινε δεκτή και άρχισε η ψυχή να περνά μέσα στην πεδιάδα της καθαρότητας με τα δάκρυά της. Αν δεν αφαιρεθούν από τον άνθρωπο οι λογισμοί των προσκαίρων και δεν πετάξει μακριά την ελπίδα του κόσμου και δε γεννηθεί μέσα του η καταφρόνηση του κόσμου και δεν αρχίσει να ετοιμάζει τα χρήσιμα εφόδια για την έξοδο από το σώμα και δεν αρχίσουν να κινούνται στην ψυχή λογισμοί για τα μετά το θάνατο, δεν μπορούν τα μάτια να δακρύζουν. Τα δάκρυα προέρχονται από την καθαρή και απερίσπαστη εσωτερική μελέτη και από τους πολλούς και συνεχείς λογισμούς που γίνονται χωρίς παρέκκλιση και από κάποιο λεπτό λογισμό που γίνεται στη διάνοια και με τη μνήμη του προξενεί λύπη στην καρδιά. Απ’ όλα αυτά πληθαίνουν και αυξάνονται τα δάκρυα όλο και περισσότερο».
Επίσης ο Ιωάννης της Κλίμακος λέει: «Όπως η φωτιά καίει τα χόρτα, έτσι και το αγνό δάκρυ κάθε ακαθαρσία σωματική ή ψυχική. Ας δώσομε στον εαυτό μας τα καθαρά και άδολα δάκρυα της μνήμης του θανάτου μας, γιατί σ’ αυτά δεν υπάρχει απάτη του πονηρού ή έπαρση, αλλά μάλλον κάθαρση και προκοπή της αγάπης προς το Θεό και ξέπλυμα της αμαρτίας και απάθεια».
Ακόμη λέει: «Μην έχεις πεποίθηση στα δάκρυά σου πριν καθαρθείς τελείως. Δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη στο κρασί που το κλείνεις στον ασκό μόλις βγήκε από το πατητήρι».
Ακόμη: «Τα δάκρυα που προέρχονται από το φόβο, από μόνα τους φυλάγονται· τα δάκρυα όμως της αγάπης, πριν από την τέλεια αγάπη, μπορεί ίσως κάποιος να τα χάσει, εκτός αν η άσβηστη φωτιά της αγάπης κατά την ενέργειά της φλογίσει υπερβολικά την καρδιά. Και είναι άξιο θαυμασμού πώς το κατώτερο (τα δάκρυα του φόβου) είναι στην ώρα του πιο ασφαλές».
Και πάλι: «Τα δάκρυα της μνήμης του θανάτου γεννούν το φόβο. Από το φόβο γεννιέται η αφοβία και τότε φανερώνεται η χαρά. Όταν λήξει η ακατάληπτη χαρά, τότε ανατέλλει το άνθος της οσίας αγάπης».
Για την αυτομεμψία τώρα, λέει ο μέγας Αντώνιος: «Αυτή είναι η μεγάλη εργασία του ανθρώπου, να αναλάβει το σφάλμα του μπροστά στο Θεό και να περιμένει πειρασμό μέχρι την τελευταία του αναπνοή».

Και άλλος Άγιος, όταν ερωτήθηκε «τι καλό βρήκες, πάτερ, στη μοναχική σου ζωή;», απάντησε: «Το να κατηγορώ τον εαυτό μου σε όλα». Εκείνος που τον ερώτησε, επαίνεσε την απάντηση λέγοντας: «Πράγματι, άλλος δρόμος από αυτόν δεν υπάρχει».Και ο αββάς Ποιμήν είπε: «Όλες οι αρετές εισήλθαν με στεναγμούς σ’ αυτόν τον κόσμο. Πάρε μία από αυτές, και χωρίς αυτή με κόπο μπορεί να σταθεί ο άνθρωπος». Τον ερώτησαν ποιά είναι αυτή, και απάντησε: «Το να κατηγορεί ο άνθρωπος πάντοτε τον εαυτό του».Και πάλι είπε: «Εκείνος που κατηγορεί τον εαυτό του, ό,τι και να του συμβεί, είτε ζημία είτε εξευτελισμός είτε οποιαδήποτε θλίψη, θεωρεί από πρώτα τον εαυτό του άξιο γι’ αυτά και ποτέ δεν ταράζεται».

Η σοφή ασφάλιση και η προσοχή

82. Επίσης για την προσοχή και την ασφάλεια, γράφει ο θεσπέσιος Παύλος: «Προσέχετε πώς ακριβώς πορεύεστε, όχι ως άσοφοι αλλά ως σοφοί, χρησιμοποιώντας σωστά το χρόνο σας, γιατί οι ημέρες είναι πονηρές»(Εφ. 5, 15-16).
Και ο άγιος Ισαάκ: «Ω σοφία, πόσο θαυμαστή είσαι και πώς προβλέπεις τα πάντα από μακριά! Μακάριος εκείνος που σε βρήκε, γιατί αυτός ελευθερώθηκε από τη ραθυμία της νεότητας. Όποιος προσπαθεί να προμηθευτεί με μικρή τιμή, δηλαδή με λίγη περιποίηση, τη θεραπεία των μεγάλων παθών, καλά κάνει·

γιατί αυτό είναι φιλοσοφία, το να έχει κανείς πάντότε νήψη και στα ελάχιστα και ασήμαντα που κάνει. Έτσι κάνοντας θησαυρίζει μεγάλες αναπαύσεις στο μέλλον για τον εαυτό του και δεν κοιμάται, μήπως πέσει σε κανένα σφάλμα, αλλά ξεριζώνει τις αιτίες εκ των προτέρων. Με τα ελάχιστα πράγματα υποφέρει τη μικρή λύπη και με αυτό εξαφανίζει τη μεγάλη. Γι’ αυτό και λέει ένας σοφός· Γίνε άγρυπνος και προσεκτικός για χάρη της ζωής σου· γιατί ο ύπνος της διάνοιας είναι συγγενής και εικόνα του αληθινού θανατου»».

Λέει και ο ιεροφάντης Βασίλειος: «Όποιος είναι οκνηρός στα μικρά, μην πιστέψεις ότι θα διαπρέψει στα μεγάλα».

Ο ησυχαστής πρέπει να αγωνίζεται για όλα τα παραπάνω, και προπάντων για να είναι ήσυχος, πράος και να επικαλείται καθαρά και με σπουδή τον Κύριο Ιησού Χριστό μέσα στην καρδιά του

83. Γι’ αυτό λοιπόν να αγωνίζεσαι για όλα τα παραπάνω, προπάντων όμως να επικαλείσαι ήσυχα, με πραότητα και καθαρή συνείδηση, τον Κύριο Ιησού Χριστό μέσα στο βάθος της καρδιάς, όπως είπαμε.
Και έτσι προχωρώντας στο δρόμο σου, θα έχεις στην ψυχή σου τη θεία χάρη να αναπαύεται.

Λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Να μην τολμήσει ποτέ κανείς, που ενοχλείται από θυμό ή οίηση ή υποκρισία και μνησικακία, ν’ αντικρίσει ούτε ίχνος της ησυχίας, μήπως βγει από τα λογικά του. Αν όμως είναι κανείς καθαρός από τα πάθη αυτά, αυτός θα γνωρίσει το συμφέρον της ησυχίας· αλλά νομίζω ούτε κι αυτός».

Και δε θα έχεις τη χάρη ν’ αναπαύεται στην ψυχή σου μόνο, αλλά και να αναπαύει τελείως την ψυχή από την προηγούμενη ενόχληση των δαιμόνων και των παθών. Γιατί κι αν ακόμη την ενοχλούν, δεν μπορούν ωστόσο να τη βλάψουν, επειδή δεν πρόσκειται σ’ αυτά, ούτε ποθεί την ηδονή που προσφέρουν.

Ο καλός και εκστατικός έρωτας και το θείο κάλλος

84. Όλος ο πόθος ενός τέτοιου ησυχαστή και ο καρδιακός και εκστατικός έρωτας και ολόκληρη η ψυχική του διάθεση στρέφονται προς το υπέρκαλλο και μακαριότατο κάλλος, το οποίο οι Πατέρες ονομάζουν το ακρότατο από τα επιθυμητά.
Γράφει σχετικά ο μέγας Βασίλειος: «Όταν κυριέψει την ψυχή ο έρωτας της ευσέβειας, κάθε είδος πολέμου είναι γελοίο γι’ αυτήν και όλα τα βασανιστήρια που υπομένει για χάρη του Ποθουμένου, την ευχαριστούν μάλλον παρά την πληγώνουν».
Και πάλι: «Τί είναι πιο θαυμάσιο από το θείο κάλλος; Ποιά έννοια είναι ωραιότερη από τη μεγαλοπρέπεια του Θεού; Ποιος πόθος ψυχής είναι τόσο οξύς και αφόρητος, όπως εκείνος που προκαλείται από το Θεό μέσα στην ψυχή που έχει καθαρθεί από κάθε κακία και λέει με αληθινή διάθεση, «εγώ είμαι πληγωμένη από αγάπη(Άσμα 2, 5);

Ο πόλεμος, η παιδαγωγική παραχώρηση και η εγκατάλειψη εξαιτίας αποστροφής

85. Στο εξής, ο ησυχαστής αυτός πολεμείται από παραχώρηση παιδαγωγική και όχι από εγκατάλειψη λόγω αποστροφής. Γιατί; Για να μην υπερηφανευτεί ο νους του για ό,τι καλό βρήκε.
Αλλά ενώ πολεμείται και παιδαγωγείται, κερδίζει ολοένα ταπείνωση, με την οποία και μόνο νικά εκείνους που τον πολεμούν υπερήφανα και γίνεται άξιος διαρκώς για μεγαλύτερες δωρεές και προοδεύει όσο είναι δυνατό στην ανθρώπινη φύση, ενώ είναι δεμένος και σφιγμένος με αναπόφευκτες αλυσίδες και με το βάρος της σάρκας, και προχωρεί προς την κατά Χριστόν τελειότητα και απάθεια.

Λέει ο άγιος Διάδοχος: «Ο ίδιος ο Κύριος λέει ότι ο σατανάς έπεσε σαν αστραπή από τον ουρανό(Λουκ. 10, 18), για να μη βλέπει ο κακόμορφος τα κατοικητήρια των αγίων Αγγέλων. Πώς λοιπόν αυτός που δεν κρίνεται άξιος της επικοινωνίας με τους καλούς δούλους, μπορεί να έχει ως κοινό κατοικητήριο μαζί με το Θεό τον ανθρώπινο νου; Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι γίνεται αυτό κατά παραχώρηση, και δε θα πουν τίποτε άλλο. Γιατί η παιδαγωγική παραχώρηση δε στερεί διόλου την ψυχή από το θείο φως· η χάρη μόνο, όπως ήδη είπα, κρύβει συνήθως από το νου την παρουσία της, για να εκθέτει κατά κάποιο τρόπο την ψυχή στην κακία των δαιμόνων, ώστε αυτή να ζητά με κάθε φόβο και πολλή ταπείνωση τη βοήθεια του Θεού, καθώς θα γνωρίζει λίγο-λίγο την κακία του εχθρού. Έτσι και η μητέρα, όταν το βρέφος της δυστροπεί να θηλάσει, το απωθεί λίγο από την αγκαλιά της για να φοβηθεί από τη δήθεν παρουσία άσχημων ανθρώπων ή διαφόρων θηρίων, κι έτσι με μεγάλο φόβο και δάκρυα να επιστρέψει στις μητρικές αγκάλες. Η παραχώρηση όμως που γίνεται από αποστροφή του Θεού, παραδίνει την ψυχή, που δε θέλει το Θεό, στους δαίμονες σαν δέσμια. Εμείς όμως δεν είμαστε από αυτούς που υποχωρούν(Εβρ. 10, 39), μη γένοιτο· αλλά πιστεύομε ότι είμαστε γνήσια βρέφη της χάρης του Θεού, που μας γαλουχεί με μικρές παραχωρήσεις και πολλές ενθαρρύνσεις, ώστε με την αγαθότητα του Θεού να φτάσομε να γίνομε άνδρες τέλειοι, με πλήρη πνευματική ωριμότητα(Εφ. 4, 13)».Και συνεχίζει: «Η παιδαγωγική παραχώρηση φέρνει μεγάλη λύπη και ταπείνωση και μέτρια απελπισία στην ψυχή, για να έρχεται το φιλόδοξο και απτόητο μέρος της σε ταπείνωση. Αμέσως όμως φέρνει φόβο Θεού και δάκρυα εξομολογήσεως στην καρδιά και μεγάλη επιθυμία για την άριστη σιωπή. Η παραχώρηση όμως από αποστροφή του Θεού αφήνει να γεμίσει η ψυχή από απελπισία, απιστία, οργή και υπερηφάνεια. Πρέπει λοιπόν να διακρίνομε με την πείρα μας το είδος της παραχωρήσεως και ανάλογα να προσερχόμαστε στο Θεό. Στην πρώτη περίπτωση, οφείλομε να του προσφέρομε ευχαριστία και απολογία, γιατί παιδαγωγεί την απαίδευτη γνώμη μας, αποσύροντας τη χάρη Του, για να μας διδάσκει ως αγαθός Πατέρας τη διαφορά αρετής και κακίας. Στη δεύτερη περίπτωση, πρέπει να προσφέρομε ακατάπαυστη εξομολόγηση των αμαρτημάτων μας, αδιάκοπα δάκρυα και μεγαλύτερη ασκητική αναχώρηση, για να μπορέσομε με την προσθήκη των κόπων μας να εξιλεώσομε κάποτε το Θεό, ώστε να επιβλέψει όπως και πριν στις καρδιές μας. Πρέπει όμως να γνωρίζομε ότι όταν η μάχη γίνεται με πραγματική συμπλοκή μεταξύ ψυχής και σατανά, εννοώ στην περίπτωση της παιδευτικής παραχωρήσεως, τότε η χάρη υποχωρεί, όπως προείπα, αλλά βοηθεί την ψυχή χωρίς αυτή να το γνωρίζει, για να επιδείξει στους εχθρούς της ψυχής ότι η νίκη είναι μόνο δική της».Και ο άγιος Ισαάκ λέει: «Δίχως τους κατά παραχώρηση πειρασμούς, δεν είναι δυνατό να γίνει ο άνθρωπος σοφός στους πνευματικούς πολέμους, να γνωρίσει τον Προνοητή του, να αισθανθεί το Θεό του και να στερεωθεί μυστικά στην πίστη του, παρά με τη δύναμη της πείρας που δέχτηκε. Κι όταν δει η χάρη ότι κάνει μέσα στο λογισμό του μικρή αρχή η οίηση και σχηματίζει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ευθύς παραχωρεί τους πειρασμούς να ισχυροποιηθούν και να δυναμώσουν εναντίον του, ώσπου να γνωρίσει την ασθένειά του και να καταφύγει και να πλησιάσει στο Θεό με ταπείνωση. Με αυτά φτάνει ο άνθρωπος στα μέτρα της τέλειας πνευματικής ωριμότητας με την πίστη και την ελπίδα στον Υιό του Θεού και υψώνεται προς την αγάπη. Γιατί η αγάπη του Θεού γίνεται φανερή στον άνθρωπο με θαυμαστό τρόπο, όταν καμιά φορά ο άνθρωπος πέσει σε δεινά που του κόβουν την ελπίδα· τότε ο Θεός δείχνει τη δύναμή Του για τη σωτηρία και την απαλλαγή του. Γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να μάθει τη θεία δύναμη όσο βρίσκεται σε ανάπαυση και άνεση. Και ο Θεός δεν έδειξε ποτέ αισθητή την ενέργειά Του, παρά στην ησυχία και στην έρημο, όπου δεν υπάρχουν συνομιλίες και ταραχές από τη συγκατοίκηση των ανθρώπων».

Η απάθεια. Τι είναι η ανθρώπινη απάθεια

86. Κοντά στα παραπάνω, πρέπει σύντομα να προσθέσομε εδώ και το λόγο για την απάθεια και την τελειότητα κι έτσι σε λίγο να δώσομε τέλος στην παρούσα πραγματεία. Λέει λοιπόν ο μέγας Βασίλειος: «Εκείνος που έγινε εραστής του Θεού και ποθεί να συλλάβει ένα έστω ελάχιστο της απάθειας Εκείνου κι επιθυμεί να γευθεί την πνευματική αγιότητα, τη γαλήνη, την αταραξία και την ημερότητά Του, όπως και την ευφροσύνη και τη χαρά που γεννιούνται από αυτές, αυτός φρόντισε με ζήλο να απομακρύνει τους λογισμούς κάθε υλικού πάθους που σκοτίζει την ψυχή, και με καθαρά μάτια που δεν τα σκιάζει τίποτε περισκοπεί τα θεία, γεμίζοντας άπληστα από το φως τους.
Κι αφού εξασκήσει την ψυχή του σ’ αυτή την έξη και κατάσταση, γίνεται οικείος του Θεού στο μέτρο της ομοιώσεως που επέτυχε, όπως επίσης και αξιαγάπητος και πολύ επιθυμητός σ’ Αυτόν. Και τούτο γιατί κατόρθωσε τόσο μεγάλο και δυσκολοκατόρθωτο άθλο και μπόρεσε μέσα από την ύλη με την οποία είναι ενωμένος να πλησιάσει το Θεό με διάνοια καθαρή και χωρισμένη κατά κάποιο τρόπο από την ένωση με τα σωματικά πάθη».
Και αυτά μεν για την απάθεια. για το τι είναι δε η ανθρώπινη απάθεια, γράφει τα εξής ο άγιος Ισαάκ: «Απάθεια είναι όχι να μην αισθάνεται κανείς τα πάθη, αλλά να μην τα δέχεται. Από τις πολλές και διάφορες αρετές, τόσο τις πρακτικές όσο και τις ψυχικές, τις οποίες αποκτούν οι αγωνιστές, εξασθενούν μέσα τους τα πάθη και δεν μπορούν να εξεγερθούν εύκολα κατά της ψυχής. Ούτε η διάνοια έχει ανάγκη να προσέχει πάντοτε σ’ αυτά, επειδή κάθε ώρα είναι τα νοήματά της απασχολημένα στη μελέτη και τη συνομιλία των αρίστων πραγμάτων που κινούνται μέσα στο νου από τη σύνεση.

Και όταν τα πάθη αρχίσουν να κινούνται και να ταράζονται, η διάνοια αρπάζεται ξαφνικά μακριά από αυτά με τη βοήθεια κάποιας συνετής έννοιας που πρόβαλε στο νου, κι έτσι μένουν τα πάθη άπρακτα· όπως είπε ο μακάριος Μάρκος: «Ο νους που με τη χάρη του Θεού ολοκληρώνει τις πράξεις των αρετών και πλησιάζει στη γνώση, ελάχιστα αισθάνεται το κακό και ανόητο μέρος της ψυχής· επειδή η γνώση του τον αρπάζει στο ύψος και τον αποξενώνει απ΄ όλα τα πράγματα του κόσμου».Και για την αγνότητά τους, καθώς και την λεπτότητα και ελαφρότητα και ταχύτητα του νου τους και την άσκησή τους, καθαρίζεται ο νους των αγωνιστών και γίνεται διαυγής, γιατί στέγνωσε η σάρκα τους από την ασχολία της ησυχίας και την πολλή διαμονή τους σ’ αυτή. Χάρη σε τούτο, η θεωρία που έχουν μέσα τους, εύκολα και γρήγορα κυριεύει τον καθένα από αυτούς και τον οδηγεί στην έκπληξη που τη συντροφεύει. Γι’ αυτό έχουν όλο και περισσότερες θεωρίες και η διάνοιά τους δε στερείται ποτέ υλικό για τη σύνεση, ούτε ζούνε ποτέ χωρίς εκείνα τα οποία προξενεί σ’ αυτούς ο καρπός του Αγίου Πνεύματος. Από τη μακροχρόνια συνήθεια εξαλείφονται από την καρδιά τους οι μνήμες που κινούν τα πάθη της ψυχής και η ισχύς της εξουσίας του διαβόλου. Γιατί όταν η ψυχή δε συμβιβαστεί με τα πάθη και δε συμφιλιωθεί μαζί τους με τη μελέτη τους, με το να κατέχεται ακατάπαυστα από άλλη φροντίδα, τότε δεν μπορούν τα ισχυρά νύχια των παθών να κρατήσουν τις πνευματικές της αισθήσεις».Και ο θείος Διάδοχος λέει: «Απάθεια δεν είναι να μη μας πολεμούν οι δαίμονες, γιατί τότε θα έπρεπε να φύγομε από τον κόσμο, κατά τον Απόστολο(Α΄ Κορ. 5, 10)· αλλά ενώ μας πολεμούν, να μένομε απολέμητοι. Οι σιδερόφρακτοι πολεμιστές τοξεύονται από τους αντιπάλους τους, ακούνε και τον ήχο του βέλους, ακόμη βλέπουν και τα ίδια τα βέλη που ρίχνουν εναντίον τους οι εχθροί, αλλά δεν τραυματίζονται λόγω της στερεότητας της πανοπλίας τους. Αλλά εκείνοι μένουν απολέμητοι επειδή είναι κατάφρακτοι από το σίδερο. Εμείς όμως, φορώντας την πανοπλία του αγίου φωτός και την περικεφαλαία της σωτηρίας και οπλισμένοι με όλα τα καλά έργα, ας διασπάσομε τις σκοτεινές φάλαγγες των δαιμόνων. Την καθαρότητα δεν την προκαλεί μόνο το να μην πράττομε πια τα κακά, αλλά το να καταργήσομε ολότελα τα κακά με την επιμέλεια των καλών».

Και ο άγιος Μάξιμος διαιρεί την απάθεια σε τέσσερα είδη λέγοντας: «Πρώτη απάθεια ονομάζω την κίνηση του σώματος που μένει ανέπαφη από την ενεργητική αμαρτία. Δεύτερη, την τέλεια απόρριψη από την ψυχή των εμπαθών λογισμών, με την οποία μαραίνεται ολωσδιόλου η κίνηση των παθών της πρώτης απάθειας, καθώς δεν έχει να τη διεγείρουν σε ενέργεια οι εμπαθείς λογισμοί. Τρίτη, την τέλεια ακινησία της επιθυμίας προς τα πάθη, για την οποία γίνεται και η δεύτερη απάθεια που συνίσταται στην καθαρότητα των λογισμών. Τέταρτη απάθεια ονομάζω την τέλεια απόθεση από τη διάνοια όλων των αισθητών φαντασιών· από αυτή γεννιέται η τρίτη, που δεν έχει τις φαντασίες των αισθητών να μορφοποιούν σ’ αυτή τις εικόνες των παθών». Λέει ακόμη: «Απάθεια είναι μία ειρηνική κατάσταση της ψυχής, κατά την οποία η ψυχή δύσκολα κινείται προς την κακία».

Συνέχεια για την απάθεια και την τελειότητα

87. Και ο άγιος Εφραίμ ομιλεί για την απάθεια και την τελειότητα ως εξής: «Οι απαθείς, εκτεινόμενοι αχόρταγα προς το άκρο επιθυμητό, κάνουν την τελειότητα ατέλειωτη· γιατί των αιωνίων αγαθών δεν υπάρχει τέλος».

Και προσθέτει: «Η τελειότητα είναι τέλεια όσον αφορά στην ανθρώπινη δύναμη. Είναι όμως ατέλειωτη γιατί ξεπερνάει τον εαυτό της με τις καθημερινές προσθήκες και υψώνεται συνεχώς με τις ανυψώσεις προς το Θεό».

Ομοίως και ο άγιος Νείλος λέει για την τελειότητα: «Δύο τελειότητες πρέπει να εννοήσομε· μία πρόσκαιρη και μία αιώνια, για την οποία γράφει ο Απόστολος: «Όταν έρθει το τέλειο, τότε το επιμέρους θα καταργηθεί»(Α΄ Κορ. 13, 10). Η φράση «όταν έρθει το τέλειο» σημαίνει ότι δεν μπορούμε εδώ να χωρέσομε τη θεία τελειότητα».
Επίσης: «Ο θεσπέσιος Παύλος γνωρίζει δύο τελειότητες. Αναγνωρίζει τον ίδιο άνθρωπο ως τέλειο και όχι τέλειο. Τον λέει τέλειο άνθρωπο ως προς τον παρόντα βίο, και τον λέει όχι τέλειο ως προς τον αληθινά τέλειο. Λέει δηλαδή: «Όχι ότι έγινα τέλειος επειδή έλαβα», και λίγο παρακάτω: «Όσοι λοιπόν είμαστε τέλειοι, έτσι ας σκεφτόμαστε»(Φιλιπ. 3, 12 και 15)».

Η εμπάθεια, η ηδυπάθεια, η προσπάθεια και η απάθεια

88. Λέει και ο άγιος Ηλίας ο ‘Εκδικος: «Κακή ύλη του σώματος είναι η εμπάθεια· της ψυχής, η ηδυπάθεια· του νου η προσπάθεια (η εμπαθής κλίση). Της πρώτης όργανο είναι η αφή· της δεύτερης, οι λοιπές αισθήσεις· της τελευταίας, η διάθεση εναντιώσεως».
Επίσης: «Ο ηδυπαθής είναι κοντά με τον εμπαθή· ο προσπαθής κοντά με τον ηδυπαθή· ο απαθής είναι μακριά από όλους».

Τι είναι εμπαθής, ηδυπαθής, προσπαθής και απαθής και ποιά η θεραπεία τους

89. «Εμπαθής είναι εκείνος που η αμαρτητική του κλίση είναι ισχυρότερη από το λογιστικό του, ακόμη κι αν δεν αμαρτάνει εξωτερικά. Ηδυπαθής είναι εκείνος που έχει την ενέργεια της αμαρτίας ασθενέστερη από το λογιστικό του, κι ας κινούνται τα πάθη εσωτερικά.
Προσπαθής είναι εκείνος που είναι πιό κοντά στην ελευθερία παρά στη δουλεία των μέσων. Απαθής είναι εκείνος που αγνοεί τη διαφορά όλων αυτών».

Για τη σχετική θεραπεία, λέει τα εξής: «Εξαλείφεται από την ψυχή, η εμπάθεια με νηστεία και προσευχή, η ηδυπάθεια με αγρυπνία και σιωπή, και η προσπάθεια με ησυχία και προσοχή. Η απάθεια συνίσταται από τη μνήμη του Θεού».Η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη

90. Αλλά επειδή όλων των αγαθών αρχή και μεσότητα και τέλος, και αν θέλεις και χορηγός και αρχηγός, είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη, το τρίπλοκο αυτό και θεοΰφαντο σχοινί, και προπάντων η αγάπη —γιατί ο Θεός είναι και λέγεται αγάπη(Α΄ Ιω. 4, 8)—, δεν είναι δίκαιο να μη συμπληρώσομε και με αυτές το σύγγραμμά μας. Ή μάλλον, επειδή κατά τον άγιο Ισαάκ, τότε δέχεται κανείς την τελειότητα των πολλών καρπών του Πνεύματος, όταν αξιωθεί την τέλεια αγάπη, ας αναφέρομε κάτι και γι’ αυτή.
Γράφει λοιπόν ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Τώρα λοιπόν, ύστερα από τα προλεχθέντα, μένουν τα τρία αυτά που σφίγγουν και συγκρατούν το σύνδεσμο όλων, η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη, μεγαλύτερο δε απ΄ όλα η αγάπη(Α΄ Κορ. 13, 13). Γιατί είναι το όνομα του Θεού. Εγώ όμως την πίστη τη βλέπω σαν ακτίνα, την ελπίδα σαν φως, την αγάπη σαν ηλιακό κύκλο, και όλα σαν μία αντανάκλαση και μία λαμπρότητα. Γιατί η πρώτη όλα μπορεί να τα κάνει και να τα δημιουργεί· τη δεύτερη την περικυκλώνει το έλεος του Θεού και δεν την αφήνει ν’ απογοητευθεί(Ρωμ. 5, 5)· η τρίτη δεν πέφτει ούτε παύει να τρέχει ούτε αφήνει ποτέ εκείνον που πληγώθηκε από αυτή να ηρεμήσει από τη μακάρια μανία».
Ακόμη λέει: «Ο λόγος για την αγάπη είναι γνώριμος στους Αγγέλους· και σ’ εκείνους, ανάλογα με την ενέργεια της ελλάμψεως. Αγάπη είναι ο Θεός, κι εκείνος που θέλει να δώσει τον ορισμό Του μοιάζει με τυφλό που μετράει την άμμο της αβύσσου. Η αγάπη ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωση με το Θεό, όσο είναι δυνατό στους θνητούς· ως προς την ενέργεια είναι μέθη της ψυχής· κατά το ιδιαίτερο γνώρισμά της είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, πέλαγος ταπεινώσεως. Αγάπη κυρίως είναι η απόρριψη κάθε εναντίας σκέψεως, αφού η αγάπη δε λογίζεται το κακό(Α΄ Κορ. 13, 5). Αγάπη και απάθεια και υιοθεσία μόνο κατά το όνομα διαφέρουν· όπως το φως, η φωτιά και η φλόγα συμπίπτουν σε μία ενέργεια, έτσι εννόησε και γι’ αυτά».

Και ο άγιος Διάδοχος: «Σε κάθε πνευματική θεωρία, αδελφοί, να προηγείται η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη· περισσότερο η αγάπη. Η πίστη και η ελπίδα διδάσκουν την καταφρόνηση των ορωμένων καλών, ενώ η αγάπη ενώνει την ίδια την ψυχή με τις αρετές του Θεού ανιχνεύοντας με νοερή αίσθηση τον αόρατο Θεό».Ακόμη: «Άλλη είναι η αγάπη της ψυχής η φυσική, κι άλλη εκείνη που προξενεί σ’ αυτή το Άγιο πνεύμα. Η πρώτη κινείται όταν θέλομε, σύμφωνα με τη δική μας θέληση, γι’ αυτό και εύκολα λεηλατείται από τα πονηρά πνεύματα όταν δεν κρατάμε με βία την αγαπητική μας προαίρεση. Η άλλη εξάπτει σε τόσο βαθμό την ψυχή προς την αγάπη του Θεού, ώστε όλα τα μέρη της ψυχής να προσκολλώνται στην ανέκφραστη αγαθότητα του θείου πόθου με μια απέραντη απλότητα διαθέσεως. Γιατί τότε ο νους, γεμάτος από την πνευματική ενέργεια, σαν να κυοφορεί, αναβλύζει κάποια πηγή αγάπης και χαράς».Και ο άγιος Ισαάκ: «Η αγάπη που προέρχεται από κάποια πράγματα, μοιάζει σαν μικρό λυχνάρι που τρέφεται με το λάδι του και έτσι διατηρεί το φως του. Ή και σαν ένας χείμαρρος που σχηματίζεται από τη βροχή, και όταν λείψει το νερό που τον δημιούργησε σταματά και η ροή του. Η αγάπη όμως που έχει αιτία το Θεό είναι σαν πηγή που αναβρύζει και που τα ρεύματά της δε σταματούν ποτέ, γιατί μόνος ο Θεός είναι πηγή της αγάπης και το νερό της είναι ανεξάντλητο». Κι όταν πάλι ερωτήθηκε ποιά είναι η τελειότητα των πολλών καρπών του Πνεύματος, αποκρίθηκε: «Ν’ αξιωθεί κανείς την τέλεια αγάπη του Θεού». Κι όταν τον ξαναρώτησαν, από που γνωρίζει κανείς ότι έφτασε στην τέλεια αγάπη, αποκρίθηκε: «Όταν κινηθεί μέσα στη διάνοιά του η μνήμη του Θεού, ευθύς η καρδιά του κινείται στην αγάπη Του και τα μάτια του τρέχουν άφθονα δάκρυα. Γιατί η αγάπη, στη θύμηση των αγαπητών της συνηθίζει να προκαλεί τα δάκρυα. Κι ένας τέτοιος άνθρωπος ποτέ δεν έχει έλλειψη από δάκρυα, γιατί δεν του λείπει ποτέ η αιτία που τον φέρνει στη θύμηση του Θεού, ώστε και στον ύπνο του συνομιλεί με το Θεό. Είναι συνήθεια της αγάπης να τα κάνει αυτά. Και αυτή είναι η τελειότητα των ανθρώπων σ’ αυτή τη ζωή τους».

Είπε πάλι: «Η αγάπη του Θεού είναι θερμή στη φύση της, κι όταν πέσει δίχως μέτρο πάνω σε κάποιον, κάνει την ψυχή του εκστατική. Γι’ αυτό και η καρδιά εκείνου που την αισθάνθηκε δεν μπορεί να τη χωρέσει και να κάνει υπομονή, αλλά κατά το μέτρο της ποιότητας και του βαθμού της αγάπης που του ήρθε, παρατηρείται σ’ αυτόν μια ασυνήθιστη αλλοίωση. Τα αισθητά σημάδια είναι τα εξής. Το πρόσωπο του ανθρώπου γίνεται πυρρόχρωμο, ολόχαρο· το σώμα του θερμαίνεται· απομακρύνεται από αυτόν ο φόβος και η συστολή και γίνεται σαν εκστατικός· φεύγει από αυτόν η δύναμη που συγκεντρώνει το νου και γίνεται σαν τρελλός· το φοβερό θάνατο τον θεωρεί χαρά· η θεωρία του νου του ουδέποτε διακόπτεται από τη μελέτη των ουρανίων· ενώ είναι απών μιλάει σαν να είναι παρών, χωρίς να τον βλέπει κανένας. Η φυσική γνώση και όρασή του φεύγουν από αυτόν και δε νιώθει με τις αισθήσεις την κίνησή του με την οποία κινείται στα πράγματα. Γιατί κι αν πράττει κάτι, δεν το αισθάνεται τελείως, επειδή ο νους του είναι υψωμένος στη θεωρία και η διάνοιά του είναι σαν να συνομιλεί πάντοτε με κάποιον άλλο. Με αυτή την πνευματική μέθη μέθυσαν κάποτε οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες· και οι μεν γύρισαν όλο τον κόσμο υπομένοντας κόπους και ονειδισμούς, οι δε κατακομματιάζονταν και έχυναν το αίμα τους ποτάμι. Και ενώ βασανίζονταν φοβερά, δεν έχαναν το ζήλο τους αλλά υπέφεραν με γενναιότητα· και ενώ ήταν σοφοί, θεωρήθηκαν ανόητοι. Άλλοι περιπλανήθηκαν σε έρημους, σε βουνά, σε σπήλαια και σε τρύπες της γης(Εβρ. 11, 38), ζώντας σε φαινομενική αταξία, ενώ ήταν πνευματικά εύτακτοι. Αυτή την «ανοησία» είθε να μας αξιώσει ο Θεός να φτάσομε κι εμείς».

Η αγία Κοινωνία. Πόσα αγαθά μάς προξενεί η συνεχής μετάληψη με καθαρή συνείδηση
91. Κανένα άλλο δε συνεργεί και δε βοηθεί τόσο πολύ στην κάθαρση της ψυχής, το φωτισμό του νου και τον αγιασμό του σώματος και τη μεταστοιχείωσή τους προς το θειότερο και την αθανασία, όπως βέβαια και στην αποτροπή των παθών και των δαιμόνων, ή μάλλον, να το πω πιό σωστά, στην ένωση και τη θεία και υπερφυσική συνάφεια και ανάκραση με το Θεό, όπως η συνεχής μετάληψη και κοινωνία των αγίων αχράντων, αθανάτων και ζωοποιών μυστηρίων του τιμίου Σώματος και Αίματος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού, με ειλικρινή καρδιά και διάθεση, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο.
Γι’ αυτό είναι πάρα πολύ αναγκαίο να πούμε μερικά και γι’ αυτό το θέμα και να τα εντάξομε στο πόνημά μας τούτο, κι έτσι να τελειώσομε το λόγο. Η αλήθεια όσων λέμε γίνεται φανερή όχι μόνο από όσα λένε οι Άγιοι, αλλά πολύ περισσότερο από τα ίδια τα λόγια της Αυτοζωής και Αυτοαλήθειας.
Γιατί λέει: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής. Αυτός είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό, ώστε όποιος τρώγει από αυτόν να μην πεθάνει. Εγώ είμαι ο άρτος που δίνει ζωή, που κατέβηκε από τον ουρανό· αν φάγει κανείς από αυτόν, θα ζήσει αιώνια. και ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι το σώμα μου, το οποίο θα προσφέρω για να ζήσει ο κόσμος. Αν δεν φάγετε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα Του, δεν έχετε μέσα σας ζωή. Όποιος τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει ζωή αιώνια. Η σάρκα μου είναι αληθινή τροφή και το αίμα μου είναι αληθινό ποτό. Εκείνος που τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου είναι ενωμένος μαζί μου κι εγώ με αυτόν. Ο Πατέρας, η πηγή της ζωής, με απέστειλε, κι εγώ ζω εξαιτίας Του· κι όποιος τρώγει εμένα, θα ζήσει εξαιτίας μου. Αυτός είναι ο άρτος που κατέβηκε από τον ουρανό· όποιος τρώγει τον άρτο αυτό, θα ζήσει αιώνια(Ιω. 6, 48·.50-51· 53-58)».
Και ο χριστοφόρος Παύλος λέει τα εξής: «Εγώ παρέλαβα από τον Κύριο εκείνο που σας παρέδωσα· ότι δηλαδή ο Κύριος Ιησούς, τη νύχτα που ήταν να παραδοθεί, έλαβε άρτο και αφού έκανε ευχαριστήρια προσευχή τον έκοψε σε κομμάτια και είπε: «Λάβετε, φάγετε· τούτο είναι το σώμα μου που προσφέρεται για χάρη σας. Αυτό να το κάνετε συνεχώς για να με θυμάστε». Επίσης, όταν τελείωσε το δείπνο, πήρε και το ποτήρι και είπε: «Αυτό το ποτήρι είναι η νέα διαθήκη που σφραγίζεται με το αίμα μου· κάθε φορά που θα πίνετε από αυτό, να το κάνετε στην ανάμνησή μου». Γιατί κάθε φορά που θα τρώγετε αυτόν τον άρτο και θα πίνετε από αυτό το ποτήρι, διακηρύττετε το θάνατο του Κυρίου, κι αυτό θα γίνεται ωσότου Αυτός να έρθει. Ώστε όποιος τρώγει τον άρτο αυτό ή πίνει το ποτήρι του Κυρίου αναξίως, γίνεται ένοχος απέναντι στο σώμα και το αίμα του Κυρίου. Ας εξετάζει λοιπόν ο καθένας με προσοχή τον εαυτό του, και τότε να τρώγει από τον άρτο και να πίνει από το ποτήρι. Όποιος τρώγει και πίνει αναξίως, τρώγει και πίνει την καταδίκη του, γιατί δεν αναγνωρίζει σε αυτά το σώμα του Κυρίου. Γι’ αυτό έχετε ανάμεσά σας πολλούς ελαφριά ή βαριά αρρώστους, καθώς και αρκετούς θανάτους. Γιατί αν εξετάζαμε προσεκτικά τον εαυτό μας δε θα επισύραμε την τιμωρία του Θεού. Αλλά όταν ο Κύριος μάς τιμωρεί, μας παιδαγωγεί, για να μην καταδικαστούμε τελικά μαζί με τον κόσμο»(Α΄ Κορ. 11, 23-32).

Είναι ανάγκη να μάθομε το θαύμα των αγίων Μυστηρίων τί είναι, γιατί δόθηκαν και ποιά είναι η ωφέλειά τους

92. Γράφει ο Χρυσόστομος: «Είναι ανάγκη να μάθομε το θαύμα των Μυστηρίων· τι είναι, γιατί δόθηκαν και ποιά είναι η ωφέλεια του πράγματος. Είμαστε ένα σώμα(Ρωμ. 12, 5) και μέλη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού από τη σάρκα Του και τα οστά Του(Εφ. 5, 30). Όσοι είναι μυημένοι, ας παρακολουθήσουν τα λεγόμενα.
Λοιπόν, για να μη γίνομε ένα σώμα μόνο κατά την αγάπη, αλλά και στην κυριολεξία να αναμιχθούμε με τη σάρκα Του, μας έδωσε να γίνει τούτο με την τροφή που μας χάρισε, για να δείξει τον πόθο που έχει για μας. Γι’ αυτό ανέμειξε τον εαυτό Του μ’ εμάς και ζύμωσε το σώμα Του με το δικό μας, για να γίνομε ένα, σαν σώμα ενωμένο με την κεφαλή. Γιατί αυτό είναι γνώρισμα εκείνων που ποθούν υπερβολικά. Αυτό υπαινισσόταν κι ο Ιώβ κι έλεγε για τους υπηρέτες του, στους οποίους ήταν υπερβολικά αγαπητός, ότι για να δείξουν τον πόθο τους έλεγαν «Ποιος θα μας δώσει να χορτάσομε από τις σάρκες του;»(Ιώβ 31, 31).
Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν το έκανε αυτό και ο Χριστός, για να μας οδηγήσει σε μεγαλύτερη αγάπη και να δείξει τον πόθο Του προς εμάς, δίνοντας τον εαυτό Του όχι μόνο να τον δουν εκείνοι που τον επιθυμούν, αλλά και να τον αγγίσουν και να τον φάγουν και να τον βάλουν βαθιά μέσα στη σάρκα τους και να περιπλεχθούν μαζί Του και να ικανοποιήσουν όλο τον πόθο τους».

Επίσης: «Εκείνοι που μετέχουν στο πανάγιο Σώμα και το τίμιο Αίμα, στέκονται μαζί με τους Αγγέλους και τους Αρχαγγέλους και τις επουράνιες δυνάμεις, φορώντας την ίδια τη βασιλική στολή του Χριστού και κρατώντας τα πνευματικά όπλα. Και δεν είπα ακόμη τίποτα, γιατί φορούν ένδυμά τους τον ίδιο το Βασιλιά. Αλλά επειδή είναι μέγα και φρικτό και θαυμαστό, έτσι αν προσέλθεις με καθαρότητα, προσήλθες στη σωτηρία σου, ενώ αν προσέλθεις με πονηρή συνείδηση, προσήλθες σε κόλαση και τιμωρία. Γιατί όποιος τρώγει και πίνει αναξίως το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, τρώγει και πίνει την καταδίκη του(Α΄ Κορ. 11, 29).Αν δηλαδή εκείνοι που λερώνουν τη στολή του βασιλιά τιμωρούνται όπως εκείνοι που τη σχίζουν, δεν είναι καθόλου παράλογο, και αυτοί που με ακάθαρτη διάνοια δέχονται το Σώμα του Κυρίου να τιμωρηθούν το ίδιο μ’ εκείνους που το ξέσχισαν με τα καρφιά. και πρόσεξε πόσο φοβερή έδειξε ο Παύλος την τιμωρία με το να πει· «Όταν παραβεί κανείς το Μωσαϊκό νόμο και βεβαιώσουν την παράβαση δύο ή τρεις μάρτυρες, θανατώνεται χωρίς επιείκεια. Σκεφτείτε πόσο βαρύτερη τιμωρία θα υποστεί εκείνος που ποδοπάτησε τον Υιό του Θεού και θεώρησε χωρίς αξία το αίμα της Νέας Διαθήκης, με το οποίο και αυτός αγιάστηκε»(Εβρ. 11, 28-29).Όσοι λοιπόν μετέχομε σ’ αυτό το Σώμα, όσοι γευόμαστε αυτό το Αίμα, εννοείται ότι γευόμαστε Εκείνον που κάθεται στον ουρανό, που τον προσκυνούν οι Άγγελοι, που είναι δίπλα στην άφθαρτη Δύναμη. Αλοίμονο! Πόσοι δρόμοι για τη σωτηρία μας υπάρχουν! Μας έκανε σώμα δικό Του, μας μετέδωσε το σώμα Του· και κανένα από αυτά δε μας αποτρέπει από τα κακά. Τι ασυγκινησία, τι αναισθησία!».

Και πάλι: «Κάποιος γέροντας θαυμαστός μού διηγήθηκε ότι αξιώθηκε να δει και να ακούσει κάτι τέτοιο· εκείνοι που μέλλουν να αναχωρήσουν από τη ζωή, αν τύχει να έχουν κοινωνήσει με καθαρή συνείδηση τα θεία μυστήρια όταν είναι να πεθάνουν, τους συνοδεύουν Άγγελοι και τους παίρνουν από εδώ, για χάρη της θείας μεταλήψεως».

Και ο θείος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει: «Επειδή είμαστε διπλοί και σύνθετοι, πρέπει και η γέννηση να είναι διπλή. Επίσης και η τροφή μας να είναι σύνθετη. Η γέννηση λοιπόν μας δίνεται με το νερό και με το Πνεύμα. Η τροφή είναι αυτός ο ίδιος ο άρτος της ζωής, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, που κατέβηκε από τον ουρανό. Και όπως στο βάπτισμα, επειδή είναι συνήθεια να λούζονται οι άνθρωποι και να αλείφονται με λάδι, ένωσε με το λάδι και το νερό τη χάρη του Πνεύματος και το έκανε λουτρό αναγεννήσεως, έτσι κι επειδή συνηθίζομε να τρώμε ψωμί και να πίνομε νερό και κρασί, ένωσε με αυτά τη θεότητά Του και τα έκανε Σώμα και Αίμα Του, ώστε με τα συνηθισμένα και τα φυσικά να φτάσομε στα υπερφυσικά. Είναι σώμα αληθινά ενωμένο με τη θεότητα, το σώμα που πήρε από την Αγία Παρθένο.

Όχι ότι κατεβαίνει από τους ουρανούς αυτό το σώμα που αναλήφθηκε, αλλά ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Θεού. Αν ερωτάς για τον τρόπο πώς γίνεται αυτό, σου αρκεί να ακούσεις ότι, διά Πνεύματος Αγίου. Όπως από την Αγία Θεοτόκο διά Πνεύματος Αγίου δημιούργησε ο ίδιος για τον εαυτό Του σάρκα ο Κύριος, και τίποτε άλλο δε γνωρίζομε, εκτός ότι ο Λόγος του Θεού είναι αληθινός και ενεργής και παντοδύναμος, ενώ ο τρόπος ανεξερεύνητος.

Σ’ εκείνους λοιπόν που μεταλαμβάνουν αξίως και με πίστη, χαρίζει άφεση αμαρτιών και ζωή αιώνια και γίνεται φύλαξη της ψυχής και του σώματος. Για εκείνους όμως που μεταλαμβάνουν ανάξια και χωρίς πίστη, γίνεται για κόλαση και τιμωρία τους, όπως και ο θάνατος του Κυρίου. Και δεν είναι ο άρτος και ο οίνος τύπος του σώματος και του αίματος του Χριστού, μη γένοιτο, αλλά το ίδιο το σώμα του Χριστού θεωμένο, και το ίδιο το αίμα. «Η σάρκα μου, λέει ο Κύριος, είναι αληθινή τροφή και το αίμα μου είναι αληθινό ποτό»(Ιω. 6, 55).

Είναι σώμα και αίμα Χριστού, που συναρμόζει την ψυχή και το σώμα μας, δεν αφανίζεται, δε φθείρεται, δεν αποβάλλεται τελικά όπως οι τροφές, αλλά συνιστά την ύπαρξη και τη συντήρησή μας. Καθαρίζει κάθε ρύπο. Μας παίρνει χρυσάφι νοθευμένο, και μας καθαρίζει με την πύρωση που ξεχωρίζει το γνήσιο από τις προσμίξεις, για να μην κατακριθούμε στη μέλλουσα ζωή μαζί με τον κόσμο(Α΄ Κορ. 11, 32). Με αυτό καθαριζόμαστε και ενωνόμαστε με το σώμα του Χριστού και με το Πνεύμα Του και γινόμαστε σώμα Χριστού. Αυτός ο άρτος είναι η απαρχή του μέλλοντος άρτου, ο οποίος είναι ο «επιούσιος»(Ματθ. 6, 11).

Γιατί το «επιούσιος» σημαίνει ή τον μέλλοντα, δηλαδή του μέλλοντος αιώνος, ή τον άρτο που λαμβάνομε για τη συντήρηση της υπάρξεώς μας. Η σάρκα του Κυρίου είναι πνεύμα ζωοποιό, γιατί συνελήφθη με τη δύναμη του ζωοποιού Πνεύματος, και ό,τι γεννήθηκε με τη δύναμη του Πνεύματος είναι πνεΰμα(Ιω. 3, 60. Αυτό βέβαια το λέω όχι γιατί αναιρώ την υλική φύση του σώματος, αλλά για να φανερώσω τη ζωοποιό και θεϊκή ιδιότητά του.

Αυτά λοιπόν λέγονται «αντίτυπα των μελλόντων», όχι γιατί δεν είναι πράγματι σώμα και αίμα Χριστού, αλλά γιατί τώρα με αυτά μετέχομε στη θεότητα του Χριστού, ενώ τότε νοητά, με μόνη τη θέα». Και ο θειότατος Μακάριος λέει: «Όπως το κρασί απλώνεται μέσα σε όλα τα μέρη εκείνου που το πίνει, και γίνεται το κρασί μέσα του κι αυτός μέσα στο κρασί, έτσι κι εκείνος που πίνει το Αίμα του Χριστού ποτίζεται το πνεύμα της Θεότητας, το οποίο ενώνεται με την τέλεια ψυχή και η ψυχή με αυτό. Και αφού έτσι αγιαστεί, γίνεται αντάξια του Κυρίου.

Όπως λέει ο Απόστολος, όλοι ποτιστήκαμε από το ίδιο Πνεύμα(α΄ Κορ. 12, 13). Και με τη θεία Ευχαριστία, εκείνοι που μεταλαμβάνουν αληθινά, αξιώνονται να γίνουν μέτοχοι του Αγίου Πνεύματος, κι έτσι μπορούν οι άξιες ψυχές να ζήσουν στους αιώνες. και όπως η ζωή του σώματος δε συντηρείται από αυτό, αλλά από έξω από αυτό, με πράγματα δηλαδή από τη γη, έτσι ευδόκησε ο Θεός και η ψυχή όχι από τη δική της φύση, αλλά από τη θεότητά Του, από το ίδιο Του το πνεύμα και το φως να έχει και τροφή και ποτό και ένδυση, τα οποία είναι η πραγματική ζωή της ψυχής. Γιατί η θεία φύση έχει και άρτο που δίνει ζωή, Αυτόν που είπε: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής»(Ιω. 6, 48). Έχει και νερό ζωντανό(Ιω. 4, 10)· και οίνο που ευφραίνει(Ψαλμ. 103, 15)· και έλαιον αγαλλιάσεως(Ψαλμ. 44, 8)».

Ο άγιος Ισίδωρος λέει: «Η μετάληψη των θείων Μυστηρίων ονομάζεται κοινωνία, γιατί μας χαρίζει την ένωση με το Χριστό και μας κάνει κοινωνούς της βασιλείας Του».

Και ο όσιος Νείλος: «Αδύνατο με άλλο τρόπο να σωθεί ο πιστός και να λάβει άφεση των αμαρτιών του και να επιτύχει τη βασιλεία των ουρανών, αν δε μεταλαμβάνει με φόβο και πίστη και πόθο τα μυστικά και άχραντα Μυστήρια, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού».

Επίσης και ο μέγας Βασίλειος στην επιστολή του προς την πατρικία Καισαρία γράφει: «Το να κοινωνούμε κάθε μέρα και να μεταλαμβάνομε το άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού είναι καλό και ωφέλιμο, αφού ο ίδιος λέει· «Εκείνος που τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει σ’ εμένα και εγώ σε αυτόν, κι έχει ζωή αιώνια»(Ιω. 6, 54 και 56). Και ποιος αμφιβάλλει ότι το να μετέχει κανείς συνεχώς στη ζωή, δεν είναι άλλο, παρά να ζει με πολλούς τρόπους; Όσο για μας, κοινωνούμε τέσσερις φορές την εβδομάδα, την Κυριακή, την Τετάρτη, την Παρασκευή και το Σάββατο και σε άλλες ημέρες αν τύχει μνήμη κάποιου Αγίου» —από αυτό υποθέτω ότι τις ημέρες αυτές λειτουργούσε ο Άγιος, γιατί δεν μπορούσε να λειτουργεί κάθε μέρα, αφού είχε τόσες φροντίδες.

Είπε και ο άγιος Απολλώς ότι «πρέπει ο μοναχός, αν είναι δυνατό, να κοινωνεί τα μυστήρια του Χριστού κάθε μέρα. Γιατί εκείνος που απομακρύνεται από αυτά, απομακρύνεται από το Θεό. Ενώ εκείνος που συνεχώς κοινωνεί, δέχεται συνεχώς το σώμα του Χριστού.

Γιατί είπε η σωτήρια φωνή: «Εκείνος που τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει σ’ εμένα και εγώ σε αυτόν»(Ιω. 6, 56). Αυτό λοιπόν συμφέρει στους μοναχούς, να κάνουν συνεχώς ανάμνηση του σωτηρίου πάθους. Ο μοναχός πρέπει κάθε μέρα να είναι έτοιμος και να τακτοποιεί τον εαυτό του ώστε να είναι πάντοτε άξιος να δεχτεί τα άγια Μυστήρια· επειδή με αυτά αξιωνόμαστε να λάβομε και την άφεση των αμαρτιών μας».

Λέει και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Αν ένα σώμα, όταν αγγίζει ένα άλλο, αλλοιώνεται κατά την ενέργειά του, πώς δε θα αλλοιωθεί εκείνος που αγγίζει το σώμα του Θεού με αθώα χέρια;»

Γράφει και στο Γεροντικό: «Ο Ιωάννης ο Βοστρηνός, άνθρωπος άγιος και με εξουσία κατά πνευμάτων ακαθάρτων, ρώτησε δαίμονες που κατοικούσαν μέσα σε κόρες και που εξαιτίας τους ήταν κυριευμένες από μανία και υπέφεραν φοβερά, και τους είπε: «Ποιά πράγματα φοβάστε από τους Χριστιανούς»; Και αυτοί απάντησαν: «Έχετε πράγματι τρία μεγάλα πράγματα· εκείνο που φοράτε στο λαιμό σας, εκείνο που λούζεστε στην Εκκλησία κι εκείνο που τρώτε στη Λειτουργία». Αυτος ρώτησε πάλι: «Ποιο από τα τρία αυτά φοβάστε περισσότερο;» και αποκρίθηκαν: «Αν φυλάγατε καλά εκείνο που μεταλαμβάνετε, κανένας από μάς δε θα μπορούσε να βλάψει Χριστιανό»». Αυτά λοιπόν που φοβούνται περισσότερο οι δαίμονες είναι ο Σταυρός, το Βάπτισμα και η θεία Κοινωνία.

Τέλος των θεμάτων που αναπτύχθηκαν αναλυτικά, και μικρή παραίνεση προς τον ερωτήσαντα

93. Ιδού λοιπόν, φίλτατο τέκνο, ικανοποιήθηκε η αίτησή σου με τη βοήθεια του Θεού. Αν αυτό έγινε όπως το περίμενες και το επιθυμούσες, δε γνωρίζομε ακριβώς· πάντως τόση είναι η δύναμή μας, και ο Θεός αγαπά να ενεργούμε κατά τη δύναμή μας.

Πρόσεξε λοιπόν να μη σταματήσει ως εδώ η φιλομάθεια και η φιλοπονία σου, αλλά να φανείς και στα έργα φιλομαθής και πρόθυμος.
Γιατί λέει και ο ένδοξος Αδελφόθεος: «Αγαπητοί αδελφοί μου, να γίνεστε τηρητές του λόγου κι όχι μόνο ακροατές, ξεγελώντας τον εαυτό σας. Γιατί όποιος είναι μόνο ακροατής του νόμου κι όχι τηρητής, αυτός μοιάζει με άνθρωπο που βλέπει τον εαυτό του μέσα σ’ ένα καθρέφτη και φεύγοντας ξεχνάει αμέσως πώς ήταν. Όποιος όμως μελέτησε τον τέλειο νόμο της ελευθερίας και έμεινε σταθερός σ’ αυτόν, όποιος δηλαδή δε στάθηκε απλός ακροατής που ξεχνάει, αλλά τον εφάρμοσε στην πράξη, αυτός με την έμπρακτη εφαρμογή θα είναι μακάριος»(Ιάκ. 1, 22-26).

Πώς πρέπει να ακούμε και να εννοούμε τα πνευματικά λόγια των Πατέρων

94. Πρώτα απ΄ όλα, να ακούς και να εννοείς με πίστη και με την πρέπουσα ευλάβεια τα θεία και πνευματικά θεσπίσματα των Πατέρων. Γιατί λέει ο άγιος Μακάριος: «Τα πνευματικά είναι απλησίαστα στους απείρους· στην αγία όμως και πιστή ψυχή έρχεται η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος για να την κάνει να τα εννοήσει.
Και οι επουράνιοι θησαυροί του Πνεύματος γίνονται φανεροί μόνο σ’ εκείνον που τους δοκίμασε. Ο αμύητος ούτε καν να τα εννοήσει μπορεί. Άκουε λοιπόν με ευλάβεια γι’ αυτά, μέχρις ότου φτάσεις κι εσύ με την πίστη σου να αξιωθείς να τα επιτύχεις. Γιατί τότε θα μάθεις με την πείρα των οφθαλμών της ψυχής σε ποια αγαθά και μυστήρια μπορούν να μετάσχουν και εδώ οι ψυχές των Χριστιανών. Με αυτή τη γνώση, θα μαζέψεις πολύ γρήγορα και τους καρπούς και την ωφέλεια απ΄ όσα διάβασες στις Γραφές ή άκουσες· και από το να μαθαίνεις και να πράττεις θα προκόψεις και στο να παρακινείς με την πείρα σου και να οδηγείς και άλλους προς τα πνευματικότερα και άγνωστα στους πολλούς. Πράγμα που εΰχομαι να σου συμβεί, με τη στήριξή σου στο παντοδύναμο χέρι του Χριστού και την οδηγία Του. Αμήν».
Επειδή όμως ο πολύς λόγος είναι εχθρός της ακοής, όπως και η υπερβολική τροφή στο σώμα, και «παν μέτρον άριστον», πρέπει κι εμείς, αποφεύγοντας την υπερβολή και προτιμώντας το μέτρο, να πούμε λίγα ακόμη, σαν να κάνομε μιά σύντομη ανακεφαλαίωση της πραγματείας αυτής, και έπειτα να ρίξομε την άγκυρα του λόγου.

Ανακεφαλαίωση. Πώς πρέπει να προσευχόμαστε. Ο αληθινός φωτισμός και η θεία δύναμη

95. Λένε οι Πατέρες: Όποιος θέλει να έχει έλλογη νήψη, ας προσπαθεί πάντοτε να προσεύχεται καθαρά και προσεκτικά μέσα στην καρδιά με την εισπνοή, και μόνο τα λόγια της προσευχής να προσέχει και να μελετά και να σκέφτεται, δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».
Αυτό ως τον καιρό που θα φωτιστεί ο νους μέσα στην καρδιά, όπως λέει ο άγιος Διάδοχος: «Όσοι μελετούν ακατάπαυστα το ένδοξο και πολυπόθητο όνομα του Κυρίου Ιησού στο βάθος της καρδιάς τους, αυτοί μπορούν να βλέπουν καμιά φορά και το φως του νου τους».
Όταν γίνει αυτό, με τη βοήθεια του Θεού, από τότε και στο εξής θα πορευτούμε χωρίς πλάνη και εμπόδια τον υπόλοιπο δρόμο της κατά Θεόν ζωής μας, καθώς θα βαδίζομε μέσα στο φως ή μάλλον ως «υιοί φωτός», όπως λέει ο φωτοπάροχος Ιησούς: «Έως ότου έχετε μεταξύ σας το φως, πιστεύετε στο φως, για να γίνετε υιοί του φωτος»(Ιω. 12, 36), και: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου· εκείνος που με ακολουθεί δε θα βαδίσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της ζωής»(Ιω. 8, 12). Και ο Δαβίδ λέει στον Κύριο: «Με το φως Σου θα δούμε φως»(Ψαλμ. 35, 10).

Και ο θειότατος Παύλος: «Ο Θεός που είπε να λάμψει φως από το σκοτάδι, αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας»(Β΄ Κορ. 4, 6). Με το φωτισμό αυτό, σαν λυχνάρι άσβηστο και ολόφωτο, οδηγούνται οι πραγματικοί πιστοί και βλέπουν καθαρά όσα είναι πέρα από τις αισθήσεις και ανοίγεται σ’ αυτούς, επειδή είναι καθαροί στην καρδιά(Ματθ. 5, 8), η ουράνια πύλη όλης της ισάγγελης ζωής και καταστάσεως. και από αυτόν πάλι, σαν από ήλιο, ανατέλλει σ’ αυτούς το χάρισμα της εξετάσεως των ψυχών, η διάκριση, η διόραση, η προόραση και τα όμοια. και γενικά, με αυτόν λάμπει σ’ αυτούς όλη η φανέρωση και η αποκάλυψη των αφανών μυστηρίων, και με τη βοήθεια του Πνεύματος ξεχειλίζουν από δύναμη υπερφυσική και θεία.Και με την υπερφυσική αυτή δύναμη ελαφρύνει το γήινο μέρος τους, ή μάλλον η βαριά σάρκα λεπτύνεται και ανυψώνεται και πετά προς τα επάνω. με αυτή τη φωτιστική δύναμη που χαρίζει το Άγιο πνεύμα μερικοί από τους αγίους Πατέρες, μέσα στο σώμα ακόμη, πέρασαν με στεγνά πόδια, σαν να ήταν άυλοι και ασώματοι, ποταμούς αδιάβατους και θάλασσες απέραντες, διάνυσαν μακρές και πολυήμερες πορείες σε μία στιγμή, κι έκαναν κι άλλα μεγάλα θαύματα στον ουρανό, στη γη, τον ήλιο, στη θάλασσα, σε ερημιές, σε πόλεις, σε κάθε τόπο και χώρα, με θηρία και ερπετά, και γενικά σε όλη την κτίση και με όλα τα στοιχεία της φύσεως, και δοξάστηκαν με όλα.Και όταν στέκονταν σε προσευχή, τα άγια και τίμια σώματά τους σηκώνονταν από τη γη σαν να τα κρατούσαν φτερά, καθώς η ακαταμάχητη και ένθεη και άυλη φωτιά της χάρης μετέβαλε σε στάχτη τη σωματική παχύτητα και το βάρος και τους έκανε να ανυψώνονται πανάλαφροι —θαύμα εξαίσιο—, καθώς μεταστοιχειώνονταν και αναχωνεύονταν προς το θειότερο με τη θεουργική παλάμη της ισχύος και της χάρης που κατοικούσε μέσα τους.

Και μετά το θάνατο, μερικών από αυτούς και τα σεβάσμια σώματα παραμένουν αδιάλυτα, για να πιστοποιούν ολοφάνερα την υπερφυσική χάρη και δύναμη που κατοικεί μέσα σ’ αυτούς και σε όλους εκείνους που έχουν βέβαιη πίστη. Μετά δε την κοινή και παγκόσμια ανάσταση με την ίδια φωτιστική δύναμη του Πνεύματος, βγάζοντας κατά κάποιο τρόπο φτερά, θ’ αρπαχθούν μέσα στα σύννεφα για να προϋπαντήσουν τον Κύριο στον αέρα, όπως λέει ο μύστης των αρρήτων θειότατος Παύλος(Α. Θεσ. 4, 17), κι έτσι θα είναι πάντοτε μαζί με τον Κύριο.

Εκτός από αυτά, και ο διαγγελέας του Πνεύματος Δαβίδ ψάλλει: «Κύριε, θα πορευθούν με το φως του προσώπου Σου και με την πεποίθηση στο όνομά Σου θα αγάλλονται όλη την ημέρα —την αιώνια, εννοείται—, και με τη δικαιοσύνη Σου θα δοξαστούν. Γιατί Εσύ είσαι το καύχημα της δυνάμεώς τους, και εξαιτίας της ευαρέσκειάς Σου θα αποδειχθεί ακαταμάχητη η ισχύς μας»(Ψαλμ. 88, 16, 18), και: «Οι δυνατοί του Θεού υψώθηκαν από τη γη πάρα πολύ»(Ψαλμ. 46, 10).

Και ο μεγαλοφωνότατος Ησαΐας ανακηρύττει: «Εκείνοι που υπομένουν τον Κύριο, θα βγάλουν φτερά, θα πάρουν νέα δύναμη»(Ησ. 40, 31). Και ο άγιος Μακάριος: «Κάθε ψυχή, η οποία με την πίστη και την επιμέλεια όλων των αρετών αξιώθηκε από εδώ με δύναμη και εσωτερική βεβαιότητα να ντυθεί τελείως το Χριστό και να ενωθεί με το επουράνιο φως της άφθαρτης εικόνας, αξιώνεται να δέχεται πάντοτε χειροπιαστή γνώση των ουρανίων μυστηρίων. Και κατά την ημέρα της αναστάσεως, με την ίδια επουράνια εικόνα της δόξας το σώμα θα συνδοξαστεί με την ψυχή και θα αρπαχθεί, όπως είναι γραμμένο, από το Πνεύμα στους ουρανούς για να προϋπαντήσει τον Κύριο στον αέρα, και θα αξιωθεί να γίνει όμοιο με το δοξασμένο σώμα του Κυρίου(Φιλιπ. 3, 21). Και τότε θα βασιλέψουν ψυχή και σώμα αιώνια μαζί με το Χριστό».

Άλλη ανακεφαλαίωση

96. Αρχή και αιτία αυτών των πρωτάκουστων και πέρα από το λόγο λόγων είναι η ησυχία με πλήρη αμεριμνία που αναφέραμε, η προσοχή και η προσευχή. Αυτές οι αρετές έχουν ως βάθρο τους στερεό και έπαλξη απόρθητη την κατά δύναμη εκπλήρωση όλων των θεοποιών εντολών.

Από την αμεριμνία, την ησυχία, την προσοχή και την προσευχή γεννιέται η κίνηση και η θέρμη της καρδιάς, η οποία καιει τα πάθη και τους δαίμονες και καθαρίζει την καρδιά όπως σε χωνευτήριο.

Από αυτή, γεννιέται ο πόθος και ο χωρίς τέλος έρωτας προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από αυτόν χύνονται γλυκά οι κρουνοί των καρδιακών δακρύων, με τα οποία η ψυχή και το σώμα καθαίρονται και αλείφονται με τη μετάνοια, την αγάπη, την ευχαριστία και την εξομολόγηση, όπως με το αρωματικό ύσσωπο. Από αυτά προέρχεται η γαλήνη και η ειρήνη των λογισμών που δεν έχει κανένα όριο και ξεπερνά κάθε νου(Φιλιπ. 4, 7), και από αυτές η χιονοφεγγόφωτη έλλαμψη.
Και τέλος η απάθεια —όσο μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος— και η ανάσταση της ψυχής πριν από το σώμα και η αναμόρφωση και επιστροφή στο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση με την πράξη, την θεωρία, την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη, και η ολική ανύψωση προς το Θεό και η άμεση ένωση με αυτόν και η έκσταση και η παύση και η στάση —κατά το παρόν όπως μέσα σε καθρέφτη και σαν απεικόνιση(Α΄ Κορ. 13, 12) και σαν πρόγευση, κατά το μέλλον όμως η τελείως τέλεια και αιώνια μέθεξη και απόλαυση του Θεού πρόσωπο προς πρόσωπο.

Η ησυχία με υπακοή είναι πράγματι η απλανής και αληθινή και πατροπαράδοτη και θεάρεστη ζωή. Αυτή ευλόγως ονομάστηκε από τους Αγίους «κρυμμένη εν Χριστώ ζωή»

97. Αυτή είναι η οδός και η κατά Θεόν νοερή ζωή και ιερή εργασία των πραγματικών Χριστιανών, η αληθινή και απλανής και γνήσια και ανόθευτη, η ολοφάνερα κρυμμένη στο Χριστό ζωή(Κολ. 3, 3).
Αυτή τη χάραξε και τη μυσταγώγησε ο θεάνθρωπος και γλυκύτατος Ιησούς, την περπάτησαν οι θείοι Απόστολοι και κατόπιν ακολούθησαν πιστοί σ’ αυτούς οι έπειτα από αυτούς ένδοξοι αρχηγοί και διδάσκαλοί μας, οι οποίοι από την αρχή της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο και μέχρι σήμερα λάμπουν σαν φωτεινά αστέρια μέσα στον κόσμο με τις ακτινοβολίες των ζωοποιών λόγων τους και τα θαύματά τους.

Αυτοί διέδωσαν ο ένας στον άλλο και στα δικά μας χρόνια τον καλό αυτό σπόρο(Ματθ. 13, 24), την ιερή ζύμη(Ματθ. 13, 33), την αγία απαρχή(Ρωμ. 11, 16), την ασφαλή παρακαταθήκη(Α΄ Τιμ. 6, 20), τη χάρη, την εξ ύψους δύναμη(Λουκ. 24, 49), το πολύτιμο μαργαριτάρι(Ματθ. 13, 46), την ένθεη πατρική κληρονομιά, το θησαυρό τον κρυμμένο στο χωράφι(Ματθ. 13, 44), τον αρραβώνα του Πνεύματος(Β΄ Κορ. 1, 22), το βασιλικό σημάδι, το ζωντανό και ορμητικό νερό(Ιω. 4, 14), τη θεία φωτιά, το σεβάσμιο άλας, το χάρισμα, το σφράγισμα, το φως και τα όμοια με αυτά. Αυτό και θα κληροδοτείται και θα μεταβιβάζεται μυστικά από γενιά σε γενιά ως τη δευτέρα παρουσία του Χριστού.

Γιατί δεν ψεύδεται εκείνος που υποσχέθηκε: «Ιδού, εγώ θα είμαι μαζί σας για πάντα ως τη συντέλεια του κόσμου· αμήν»(Ματθ. 28, 20).

Αν και υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι σωτηρίας, αυτός όμως είναι ο ξεχωριστός και βασιλικός που οδηγεί στην υιοθεσία

98. Υπάρχουν βέβαια κι άλλοι καλοί δρόμοι και τρόποι ζωής και, αν θέλεις, και εργασίες καλές, που οδηγούν στη σωτηρία και αναπαύουν τον άνθρωπο που τις ασκεί, παίρνοντάς τον από το χέρι και φτάνοντάς τον μέχρι την κατάσταση του δούλου ή του μισθωτού, όπως είπε και ο Σωτήρας: «Κοντά στον Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί τόποι διαμονής»(Ιω. 14, 2).

Αλλά αυτός ο δρόμος που αναφέραμε είναι ο βασιλικός και ξεχωριστός, και υψηλότερος και ανώτερος απ΄ όλες τις εργασίες όσο η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα, γιατί ανακαινίζει τον άνθρωπο που τον βαδίζει όπως πρέπει, και από χώμα και στάχτη τον κάνει με τη δύναμη του Πνεύματος υιό του Θεού και θεό με παράδοξο τρόπο, όπως λέει ο μέγας Βασίλειος: «Όταν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή του ανθρώπου, του δίνει ζωή, του δίνει αθανασία, κι ενώ είναι πεσμένος κάτω, τον σηκώνει· κι εκείνο που κινήθηκε με κίνηση αιώνια από το Άγιο πνεύμα, έγινε ον άγιο. Κι επειδή κατοίκησε μέσα του το Πνεύμα, ο άνθρωπος αποκτά αξία προφήτη, αποστόλου, αγγέλου, θεού, ενώ πρωτύτερα ήταν χώμα και στάχτη(Γεν. 18, 27)».
Αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς ἔχει πολλὰ ὀνόματα ἐπειδὴ ἡ ἐργασία του εἶναι ὑψηλή

99. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες τιμοὺν αὐτὸ τὸ δρόμο μὲ πολλὰ καὶ ποικίλα καὶ ἔνδοξα ὀνόματα. Τὸν εἶπαν δρόμο γνώσεως, πράξῃ ἀξιέπαινη καὶ θεωρία εὔστοχη, προσευχή που ξεπερνᾶ κάθε πλάτος, νήψη τοῦ νοῦ, νοερὴ ἐργασία, ἔργο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἀγγελικὴ ζωή, οὐράνια βιοτή, χώρα τῶν ζώντων, μυστικὴ ἐποπτεία, πνευματικὴ πανδαισία, θεουργικὸ παράδεισο, οὐρανό, οὐράνια βασιλεία, βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὑπέρφωτο γνόφο, κρυμμένη ἐν Χριστῷ ζωή, θεοπτία καὶ θέωση, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ὑπερφυσικό, καὶ τὰ ὅμοια.

Αὐτοὺς τοὺς θείους Πατέρες ἀκολουθώντας κι ἐμείς που συζοῦμε μὲ τή λάσπη καὶ μὲ τὴν κατασκευὴ πλίνθων(Ἐξ. 1, 14), δηλαδὴ μὲ τοὺς πονηροὺς καὶ ἀκαθάρτους λογισμοὺς καὶ λόγους καὶ ἔργα, σπεύσαμε, ἀγαπητέ, να ἐκπληρώσομε μὲ προθυμία τὴν αἴτησή σου.
Καὶ μάλιστα καθὼς ζήτησες, δὲ διστάσαμε να μιλήσομε καὶ πάνω ἀπὸ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεων μας για χάρη τῆς ἀγάπης μας σ’ ἐσένα καὶ τῆς ἐντολῆς τῶν Πατέρων, ὅπως εἴπαμε καὶ στο προοίμιο τοῦ λόγου. Σὲ αὐτὴ τὴν ἰσάγγελη ζωὴ πρυτανεύει ἡ καινὴ καὶ ἀπορρήτη οἰκονομία καὶ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου καὶ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ ἄναρχου Πατέρα καὶ μὲ τή συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ηθικός επίλογος. Μαζί με τη βοήθεια και τη χάρη του Θεού, πρέπει κι εμείς όσο μπορούμε να φροντίζομε και να αγωνιζόμαστε να αξιωθούμε αυτές τις υπερφυσικές και μέγιστες δωρεές από τώρα, σαν αρραβώνα, και να μην τις χάσομε, ο μη γένοιτο, από μιά μικρή ραθυμία

100. Αφού λοιπόν έχομε μπροστά μας, αγαπητοί, τέτοια και τόσο μεγάλα αγαθά, όχι μόνο ως ελπίδες και μελλοντικές υποσχέσεις, αλλά αληθινά και πραγματικά από τώρα, ας σπεύσομε, σας παρακαλούμε, όσο έχομε καιρό. Ας τρέξομε, ας αγωνιστούμε για να τα αξιωθούμε κι εμείς αυτά με μικρή και σύντομη φροντίδα και λίγο κόπο μας, και περισσότερο με τη δωρεά και τη χάρη του Θεού.
Ας ακούσομε τον θείο κήρυκα Παύλο που λέει: «Δεν ισοσταθμίζουν όσα υποφέρομε τώρα τη δόξα που μας επιφυλάσσει ο Θεός να μας αποκαλύψει στο μέλλον»(Ρωμ. 8, 18). Ή μάλλον, αν αγωνιστούμε, θα λάβομε από τώρα, σύμφωνα με αυτόν, ως απαρχή και αρραβώνα(Ρωμ. 8, 23). Γιατί αν εκείνοι που καλούνται από τη χαμηλότερη τάξη σε βασιλική συγγένεια και φιλία, κάνουν τα πάντα και με έργα και με λόγια και με επινοήσεις και επιχειρούν και αυτά τα αδύνατα και πολλές φορές καταφρονούν και τη ζωή τους, για χάρη της δόξας αυτής και της τιμής, της ρευστής και πρόσκαιρης, που καμιά φορά καταλήγει όχι σε κάτι χρήσιμο, αλλά στον πλήρη όλεθρο· πόσο άραγε, όπως είναι εύλογο, πρέπει να πασχίσομε και να αγωνιστούμε όταν καλούμαστε σε κοινωνία και γάμο και ένωση με το Θεό, τον Βασιλέα όλων των βασιλέων και Δημιουργό, τον μόνο άφθαρτο και αιώνιο που δίνει στους δικούς Του δόξα και τιμή λαμπρή και μόνιμη; Και δεν είναι μόνο αυτό· αλλά έχομε λάβει και δικαίωμα να γίνομε παιδιά Του. Γιατί λέει: «Σε όσους τον δέχθηκαν και πίστεψαν στο όνομά Του έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά του Θεού»(Ιω. 1, 12). Μάς δίνει το δικαίωμα, δε μας τραβά τυραννικά ούτε μας βιάζει χωρίς τη θέλησή μας· γιατί πάντοτε η τυραννία κάνει τον τυραννούμενο να ετοιμάζει εξέγερση εναντίον του τυράννου, για να θεραπεύσει με κακό το κακό. Αυτό το κάνει ο Θεός τιμώντας το αρχαίο αξίωμά μας της αυτεξουσιότητας, και για να είναι το καλό καμωμένο εντελώς από τη δική Του ευαρέσκεια και χάρη, αλλά το κατόρθωμα να το αποδώσει στη δική μας φροντίδα και επιμέλεια. και Εκείνος, αν και είναι Θεός και Κύριος, όλο το δικό Του έργο το έκανε —γιατί όλους και όμοια τους έπλασε και για χάρη όλων απέθανε, για να τους σώσει όλους εξίσου. Σ’ εμάς όμως μένει να προσέλθομε, να πιστέψομε, να φιλιωθούμε με το Θεό, να λατρεύομε με φόβο, προθυμία και αγάπη τον φιλάνθρωπο Κύριο και Προνοητή που μάς αγάπησε πραγματικά, ώστε να θελήσει και θάνατο επονείδιστο να υπομείνει εκούσια για χάρη μας, για να μας απαλλάξει από την τυραννία του διαβόλου, του αρχέκακου εχθρού, να μας συμφιλιώσει με τον Πατέρα και Θεό και να μας κάνει κληρονόμους Θεού και συγκληρονόμους δικούς Του, πράγμα που είναι το παραδοξότατο και μακαριότατο. Ας μην αποξενώσομε λοιπόν, για χάρη μικρής και σύντομης ραθυμίας και αμέλειας και οποιασδήποτε ψεύτικης ηδονής, τους εαυτούς μας, από τόσα πολλά και μεγάλα αγαθά και βραβεία και απολαύσεις. Αλλά ας τα πράξομε όλα κι ας εργαστούμε, κι αν παραστεί ανάγκη ας μη λυπηθούμε ούτε και τη ζωή μας, όπως έκανε Εκείνος για χάρη μας, αν και Θεός. Έτσι θ’ αξιωθούμε και τις από τώρα και όλες τις μέλλουσες δωρεές και τα στεφάνια. αυτά είθε να τα επιτύχομε όλοι μας με την ευαρέσκεια και τη χάρη του υπεραγάθου και ελεήμονος, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, ο οποίος ταπείνωσε τόσο πολύ τον εαυτό Του για χάρη μας και ανταμείβει από τώρα τους ταπεινούς πλούσια και ενεργά με την υπερφυσική και θεοποιό χάρη Του. Σε αυτόν αρμόζει όλη η δόξα και η τιμή και η προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο και άχραντο Πατέρα Του και το συναΐδιο και πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Του πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους απέραντους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 15-17.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: