Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός – Δεν υπάρχει ασυμφωνία στις θείες Γραφές. Η προσευχή που αντιστοιχεί σε κάθε μία γνώση. Η ταπεινοφροσύνη. Η απάθεια. Υπόμνηση των επτά σωματικών πράξεων. Η διάκριση. Η κατά Θεόν ανάγνωση. Η αληθινή διάκριση. Απόρριψη της απογνώσεως. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Γ΄).

Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Γ΄ (σελ. 127-144).

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός

Δεν υπάρχει ασυμφωνία στις θείες Γραφές

Γενικά, όποιος φωτίστηκε κάπως, όταν κατανοεί κάποια ανάγνωση ή ψαλμωδία, βρίσκει πάντοτε αφορμή για θεωρία και θεολογία, και ότι κάθε Γραφή επιβεβαιώνεται από άλλη Γραφή. Εκείνος όμως που έχει ακόμη αφώτιστο νου, νομίζει ότι οι Γραφές παρουσιάζουν διαφωνίες. Αυτό όμως δεν οφείλεται στις θείες Γραφές, μη γένοιτο. Γιατί άλλες από τις Γραφές επιβεβαιώνονται από άλλες, ενώ άλλες εξαρτώνται από τον καιρό που γράφτηκαν ή τα πρόσωπα, και γι’ αυτό κάθε λέξη της Γραφής είναι άμεμπτη. Ό,τι είναι έξω από αυτές τις περιπτώσεις, οφείλεται στην άγνοιά μας, και δεν πρέπει να κατηγορεί κανείς τις Γραφές, αλλά με όλη του τη δύναμη να τις τηρεί όπως είναι, και όχι βέβαια έτσι που θέλει αυτός. Αυτό έκαναν οι ειδωλολάτρες και οι Ιουδαίοι, οι όποιοι δεν καταδέχονταν να πούνε, «δεν γνωρίζω τι είναι», αλλά από υπερηφάνεια και αυταρέσκεια έψεγαν τις Γραφές και τη φύση των πραγμάτων και τις εννόησαν όπως ήθελαν και όχι κατά το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό πλανήθηκαν και ξέπεσαν σε κάθε κακία. Γιατί όποιος ζητεί να μάθει που σκοπεύει η Γραφή, δε θα υψώσει ποτέ δικό του νόημα, καλό ή κακό. Αλλά, όπως είπαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Χρυσόστομος, έχει για δάσκαλό του τη θεία Γραφή και όχι τα μαθήματα του κόσμου. Έτσι θα δέχεται ό,τι βάλει ο Θεός στην καθαρή καρδιά, χωρίς σκέψη, αν υπάρχει και η σύμφωνη μαρτυρία των θείων Γραφών, όπως λέει ο Μέγας Αντώνιος. Γιατί οι έννοιες που έρχονται αυτόματα στο νου εκείνων που ησυχάζουν κατά Θεόν, χωρίς σκέψη, είναι δεκτές, λέει ο άγιος Ισαάκ. Να ερευνά όμως κανείς και να σκέφτεται, είναι δικό του θέλημα και επιστήμη σωματική. Και μάλιστα αν βιάζει σαν κλέφτης τη Γραφή, για κάποια αλληγορία, λέει ο Χρυσόστομος, και δεν έρχεται από τη θύρα της ταπεινοφροσύνης, αλλά ανεβαίνει από αλλού(Ιω. 10,1). Δεν υπάρχει στη γη πιο ανόητος από εκείνον που βιάζει το σκοπό της Γραφής ή την κατηγορεί για να στηρίξει τη δική του γνώση, ή μάλλον αγνωσία. Και ποιά επιστήμη είναι αυτή, να μεταβάλλει κανείς το σκοπό της Γραφής όπως θέλει και να τολμά να παραλλάζει τις λέξεις; Επιστήμων είναι εκείνος που βλέπει απαρασάλευτες τις φράσεις και με τη σοφία του Πνεύματος κατορθώνει να βρει τα κρυμμένα μυστήρια, που μαρτυρούνται από τις θείες Γραφές.

Τέτοιοι προπαντός είναι οι τρεις μεγάλοι φωστήρες Βασίλειος, Χρυσόστομος και Γρηγόριος. Αυτοί βρίσκουν τη μαρτυρία ή από το ίδιο το ρητό, ή από άλλο ρητό της Γραφής. Έτσι, όποιος αντιλέγει, δεν έχει τι να πει. Γιατί δε φέρνουν μαρτυρία έξω από τη Γραφή, για να πει κανείς ότι είναι δικό τους νόημα, αλλά από το ίδιο το ρητό που έχουν υπόψη, ή από άλλη Γραφή, που μιλάει για το ίδιο ζήτημα. Και εύλογα. Επειδή είναι άξιοι, έχουν λάβει από το Άγιο Πνεύμα τη νόηση και το λόγο.

Κάθε πράγμα λοιπόν που δεν έχει μαρτυρία ότι είναι καλό, αλλά υπάρχει γι’ αυτό δισταγμός, δεν πρέπει κανείς να το κάνει, ούτε να συγκαταβαίνει με το λογισμό. Γιατί ποιά ανάγκη υπάρχει να αφήνει κανείς πράγμα φανερό που έχει μαρτυρία ότι είναι καλό και θεάρεστο, και να κάνει άλλο που δεν είναι σίγουρος αν είναι καλό ή όχι; Εκτός αν ενεργεί εμπαθώς. Αυτά γι’ αυτό το θέμα.

Η προσευχή που αντιστοιχεί σε κάθε μία γνώση

Περί των οκτώ γνώσεων πρέπει να γνωρίζομε ότι στις τέσσερις πρώτες οφείλομε να λέμε εκείνα που γράψαμε για την κάθε μιά, ενώ στις υπόλοιπες το «Κύριε ελέησον» μόνο, όπως λέγεται για τον άγιο Φιλήμονα *, και να κρατούμε το νου ολότελα έξω από τα νοήματα. Γιατί τέτοια πρέπει να είναι η διαγωγή του αγωνιστή: Άλλοτε να έχει το νου του στη θεωρία των αισθητών, άλλοτε στη γνώση των νοητών και στο να μένει ασχημάτιστος. Είτε πάλι σε κάποια έννοια της Γραφής και στην καθαρή προσευχή. Και να απασχολεί το σώμα πότε στην ανάγνωση, πότε στην προσευχή, πότε σε δάκρυα για χάρη του εαυτού του ή κάποιου άλλου από συμπάθεια που θέλει ο Θεός, πότε σε εργασία για να βοηθήσει κάποιον που είναι ασθενής σωματικά ή ψυχικά, για να κάνει έτσι αποκλειστικά τα έργα των αγίων Αγγέλων και να μη φροντίζει διόλου για τίποτε αυτού του κόσμου. Και ο Θεός που τον διάλεξε και τον ξεχώρισε για να τον κάνει αχώριστο σύντροφό Του και του χάρισε αυτό τον τρόπο ζωής και την αμεριμνία, Αυτός θα φροντίσει γι’ αυτόν και θα του εξασφαλίσει την ψυχική και τη σωματική τροφή. Γιατί λέει η Γραφή: «Άφησε στον Κύριο τη μέριμνά σου, και Αυτός θα σου εξασφαλίσει την τροφή σου»(Ψαλμ. 54,23). Και όσο περισσότερο αναθέτει στο Θεό την ελπίδα του σε όλα όσα τον αφορούν ψυχικά και σωματικά, τόσο περισσότερο ο Θεός προνοεί γι’ αυτόν, ώστε να νομίζει τον εαυτό του κατώτερο απ’ όλα τα κτίσματα, από τις πολλές δωρεές του Θεού, τις φανερές και τις αφανείς, τις ψυχικές και τις σωματικές. Σαν χρεώστης μεγάλου χρέους, δεν μπορεί να υπερηφανεύεται για τίποτε, από ντροπή μπροστά στις ευεργεσίες του Θεού. Και όσο ευχαριστεί το Θεό και αγωνίζεται να βιάζει τον εαυτό του για χάρη της αγάπης Του, τόσο τον πλησιάζει ο Θεός με τα χαρίσματά Του και επιθυμεί να τον αναπαύσει και να τον κάνει να προτιμά την ησυχία και την ακτημοσύνη παραπάνω από όλες τις βασιλείες της γης, ακόμη και χωρίς αμοιβή στο μέλλοντα αιώνα. Γιατί και οι άγιοι Μάρτυρες πονούσαν στα χτυπήματα των εχθρών, αλλά ο πόθος της βασιλείας και η αγάπη του Θεού νικούσε τους πόνους, και το να λάβουν από το Θεό δύναμη να νικούν τους εχθρούς, το θεωρούσαν μεγάλη παρηγοριά και συνάμα χρέος στο Θεό, γιατί αξιώθηκαν να υποστούν θάνατο για το όνομα του Χριστού, ώστε απ’ αυτό πολλές φορές γίνονταν αναίσθητοι στους πόνους. Επίσης και οι άγιοι Πατέρες άσκησαν πολλή βία στους εαυτούς των στην αρχή με πολλών ειδών ασκήσεις και πολέμους που προκαλούν τα πονηρά πνεύματα, αλλά νικούσε ο πόθος και η ελπίδα της απάθειας. Γιατί ο απαθής μετά τον κόπο γίνεται αμέριμνος, επειδή νίκησε τα πάθη. Και ο εμπαθής βέβαια νομίζει ότι είναι καλά, αλλ’ αυτός το νομίζει από την τύφλωσή του. Μόνο αυτός που τον λέμε αγωνιστή έχει τον κόπο και τον πόλεμο, γιατί θέλει να νικήσει τα πάθη και δεν μπορεί, επειδή τον αφήνει κάποτε ο Θεός να νικηθεί από τους πολεμίους του, για ν’ αποκτήσει ταπείνωση. Γι’ αυτό οφείλει να γνωρίσει την ασθένειά του και ν’ αποφεύγει εκείνα που τον βλάπτουν, με όλη του τη δύναμη, για να ξεχάσει την παλιά του συνήθεια. Γιατί αν δεν αποφεύγει κανείς πρώτα τον περισπασμό και δεν αποκτήσει τέλεια σιωπή, δεν μπορεί να φτάσει να έχει κάτι απαθώς ή να λέει πάντοτε τα καλά. Και γενικά σε κάθε πράγμα αρμόζει πρώτα η τέλεια αποφυγή του περισπασμού, για να μην έλκεται κανείς από προηγούμενη συνήθεια.

* Φιλοκαλία, τόμος Β΄, σελ.313.

Αλλά κανείς ακούγοντας για ταπεινοφροσύνη, απάθεια και τα όμοια, να μη νομίσει από άγνοια ότι τα έχει αυτά, αλλά οφείλει να ζητά το σημάδι κάθε αρετής και να το βρει μέσα του.

Η ταπεινοφροσύνη

Σημάδια της ταπεινοφροσύνης είναι ότι ενώ έχει κανείς κάθε σωματική και ψυχική αρετή, νομίζει ότι χρεωστεί περισσότερα στο Θεό, γιατί με τη χάρη Του έλαβε πολλά όντας ανάξιος· και αν του έρθει κάποιος πειρασμός, είτε από δαίμονες είτε από ανθρώπους, θεωρεί τον εαυτό του άξιο γι’ αυτόν και γι’ άλλους ακόμη περισσότερους, ώστε να εξοφληθεί λίγο έστω από το χρέος του και να βρεί ελάφρυνση κατά την κρίση στις κολάσεις που περιμένει. Kαι όταν δεν πάθει κάτι τέτοιο, θλίβεται πολύ και αγωνιά και ζητεί να βρει τρόπο να εξαναγκάσει τον εαυτό του. Ενώ όταν του συμβεί αυτό, πάλι ταπεινώνεται, θεωρώντας το δώρο από το Θεό. Και μη βρίσκοντας με τι ν’ ανταμείψει τον Ευεργέτη, συνεχίζει να εργάζεται πάντοτε και να θεωρεί τον εαυτό του χρεώστη ακόμα περισσότερο.

Η απάθεια

Το σημάδι της απάθειας ίσως είναι τούτο: να είναι κανείς ατάραχος και άφοβος σε όλα, επειδή έλαβε δύναμη με τη χάρη του Θεού να κατορθώνει τα πάντα(Φιλιπ. 4,13), κατά τον Απόστολο, με το να μην έχει φροντίδα για το σώμα, αλλά για το να ασκήσει κάθε βία ώστε να φτάσει στην ανάπαυση της έξεως. Και ευχαριστώντας γι’ αυτό, εφευρίσκει πάλι άλλο τρόπο βίας, ώστε να πολεμείται πάντοτε και να νικά με ταπείνωση. Και αυτή είναι η προκοπή του ανθρώπου. Γιατί εκείνα που γίνονται αβίαστα δεν είναι έργα, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ, αλλά δώρα. Αν με τον πρώτο κόπο ήρθε η ανάπαυση, αυτό είναι βραβείο ήττας και όχι καύχημα. Δεν επαινούνται εκείνοι που παίρνουν μισθό, αλλά εκείνοι που βιάζουν τον εαυτό τους στην εργασία και δεν παίρνουν τίποτε.

Και τι έχομε να πούμε; Όσα και να κάνομε και όσο να ευχαριστούμε τον Ευεργέτη, τόσα χρωστάμε και πολύ περισσότερα, γιατί Αυτός δεν έχει καμιά έλλειψη ή ανάγκη από τίποτε, ενώ εμείς χωρίς Εκείνον κανένα αγαθό δεν μπορούμε να κάνομε(Ιω. 15,5). Εκείνος που αξιώθηκε να υμνήσει το Θεό, αυτός κερδίζει μάλλον, γιατί έλαβε μεγάλο και αξιοθαύμαστο χάρισμα. Και όσο υμνεί, τόσο περισσότερο χρεώστης γίνεται, και δε βρίσκει τέλος η διακοπή της γνώσεως του Θεού ή της ευχαριστίας ή της ταπεινώσεως ή της αγάπης. Γιατί αυτές δεν είναι από τον παρόντα αιώνα για να έχουν τέλος, αλλά από τον απέραντο εκείνο αιώνα, ο οποίος δεν έχει τέλος, αλλά μάλλον αύξηση των γνώσεων και των χαρισμάτων. Και εκείνος που καταξιώθηκε αυτά με έργο και με λόγο, ελευθερώνεται από όλα τα πάθη. Εκείνος όμως που επιθυμεί να τα αποκτήσει, οφείλει να μένει κοντά στο Θεό και να μην έχει καμιά φροντίδα για τον παρόντα αιώνα, ούτε να τρομάζει από κανένα πειρασμό, γιατί εξαιτίας του μέλλει ν’ ανεβεί σε ανώτερη προκοπή και σε ψηλότερο βαθμό. Ούτε από όνειρα κακά ή δήθεν καλά, ούτε από κάποιο νόημα πονηρό ή αγαθό, μήτε από λύπη ή δήθεν χαρά, ούτε από υπερηφάνεια ή απελπισία, ή βάθος ή ύψος ή εγκατάλειψη ή δήθεν βοήθεια και δύναμη, ούτε από αμέλεια ή προκοπή ή ραθυμία ή προθυμία δήθεν, ή φαινομενική απάθεια ή μεγάλη εμπάθεια. Αλλά να φυλάει την ήσυχη και χωρίς περισπασμό ζωή με ταπείνωση, πιστεύοντας ότι κανείς δεν μπορεί να μας κάνει κακό, αν εμείς δε θέλομε —εκτός ίσως για την υπερηφάνειά μας και για την έλλειψη διαρκούς προσφυγής στο Θεό—· και να ρίχνει τον εαυτό του μπροστά στο Θεό και να ζητά σε όλα να γίνει το θέλημά Του, λέγοντας σε κάθε λογισμό που έρχεται: «Δεν ξέρω ποιος είσαι, ο Θεός γνωρίζει, είτε καλός είσαι είτε όχι, γιατί εγώ έχω αφήσει και συνεχώς αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια Του. Αυτός φροντίζει για μένα. Όπως με έκανε από το μηδέν, έτσι κατά χάρη και θα με σώσει, αν είναι σ’ Αυτόν αρεστό. Το άγιο θέλημά Του μόνο να γίνει και σ’ αυτή τη ζωή και στη μέλλουσα, όπως θέλει και όταν θέλει. ‘Εγώ δεν έχω θέλημα, ένα μόνο γνωρίζω, ότι πολύ αμάρτησα, πολύ ευεργετούμαι και ούτε καν ευχαριστώ με έργο ή λόγο την αγαθότητά Του. Εντούτοις μπορεί και θέλει να σώσει όλους και μαζί με όλους και έμενα, με τον τρόπο Του. Αφού είμαι άνθρωπος, από πού να ξέρω αν θέλει να είμαι έτσι ή αλλιώς; Εγώ λοιπόν για το φόβο της αμαρτίας έφυγα από τον κόσμο και ήρθα έδώ· και για τις αμαρτίες μου και τις πολλές αδυναμίες μου κάθομαι αργός στο κελί μου, όπως οι φυλακισμένοι, περιμένοντας την απόφαση του Κυρίου». Και αν δει τον εαυτό του αργό και χαμένο, να μη φοβηθεί. Γιατί μέλλει να βρει συντριβή ψυχής και επίπονα δάκρυα, αν δεν βγεί από το κελί του. Και πάλι, αν έχει μεγάλη προθυμία σε κάθε πνευματική εργασία και δάκρυα, να μην το νομίσει αυτό χαρά, αλλά να το νομίζει απάτη και ετοιμασία πολέμου. Και γενικά, κάθε πράγμα καλό ή κακό οφείλει να το καταφρονεί για να μένει ατάραχος σε όλα και να ησυχάζει και να αγωνίζεται κατά τη δύναμή του, εφαρμόζοντας όσα έμαθε, αν είχε βέβαια κανένα πνευματικό σύμβουλο. Ειδάλλως, οφείλει να έχει το Χριστό για να τον συμβουλεύεται σε κάθε εγχείρημα και λογισμό με καθαρή προσευχή από την καρδιά του με ταπείνωση. Και καθόλου να μην ξεθαρρεύει πως έγινε δοκιμασμένος μοναχός, μέχρις ότου απαντήσει το Χριστό στο μέλλον, όπως λένε ο Ιωάννης της Κλίμακος και ο αββάς Αγάθων. Και αν έχει μόνο σκοπό πώς να ευαρεστήσει το Θεό, Αυτός τον διδάσκει το θέλημά Του, είτε με νοερή πληροφορία, είτε μέσω κάποιου ανθρώπου, ή δια μέσου της Γραφής. Και αν κόβει τα θελήματά του γι’ Αυτόν, Αυτός θα τον κάνει να φτάσει στην τελειότητα με ανέκφραστη χαρά, με τρόπο που δε θα καταλάβει. Και όταν το δει αυτό, θαυμάζει υπερβολικά, πως από παντού αρχίζει να αναβρύζει η χαρά και η γνώση. Από κάθε πράγμα βρίσκει ωφέλεια και βασιλεύει μέσα του ο Θεός, επειδή δεν έχει δικό του θέλημα, καθώς υποτάχθηκε στο άγιο θέλημά Του. Και γίνεται σαν βασιλιάς, ώστε αν βάλει στο νου του κάτι, γίνεται χωρίς κόπο και αμέσως από το Θεό, ο Οποίος φροντίζει γι’ αυτόν. Αυτή είναι η πίστη που είπε ο Κύριος: «Αν έχετε πίστη κλπ.»(Ματθ. 21,21). Πάνω σ’ αυτήν την πίστη κτίζονται οι λοιπές αρετές(Κολ. 1,23), κατά τον Απόστολο. Γι’ αυτό ο εχθρός μεταχειρίζεται κάθε τέχνασμα για να απομακρυνθεί ο άνθρωπος από την ησυχία και να πέσει στον πειρασμό. Και κατά κάποιο τρόπο πιάνεται άπιστος, έχοντας την ελπίδα του στη δική του δύναμη και φρόνηση, ή ολοκληρωτικά ή μερικά. Και απ’ αυτό παίρνει αφορμή ο εχθρός να τον νικήσει και να τον πάρει αιχμάλωτο, τον άθλιο. Εκείνος που τα έμαθε αυτά, εγκαταλείπει κάθε απόλαυση και ανάπαυση του κόσμου, αφού γνωρίζει τι είναι αυτά, και τρέχει στην αμεριμνία. Είτε στην υποταγή, έχοντας τον γέροντα αντί το Χριστό, και αναθέτει σ’ αυτόν κάθε νόημα, με λόγο και έργο, για να μην έχει ο ίδιος τίποτε. Είτε πηγαίνει στην ησυχία από βέβαιη πίστη, αποφεύγοντας τα πάντα. Και εκεί έχει αντί όλα το Χριστό, και Αυτός γίνεται γι’ αυτόν τα πάντα, όπως λένε ο Χρυσόστομος και ο Δαμασκηνός, και σ’ αυτή τη ζωή, και στη μέλλουσα. Ο Χριστός τον τρέφει, τον ντύνει, τον χαροποιεί, τον παρηγορεί, τον ευφραίνει, τον αναπαύει, τον διδάσκει, τον φωτίζει, και γενικά όπως φρόντιζε για τους μαθητές Του, έτσι φροντίζει και γι’ αυτόν. Μόνο που αυτός δεν κοπιάζει όπως εκείνοι, αλλά έχει βέβαιη πίστη, με την οποία δε φροντίζει για τον εαυτό του όπως οι άλλοι άνθρωποι.

Αλλά από φόβο των πονηρών πνευμάτων, όπως τότε οι Απόστολοι από τον φόβο των Ιουδαίων(Ιω.20,19), κάθεται μέσα στο κελί περιμένοντας τον Διδάσκαλό του, για να τον αναστήσει νοητά από τα πάθη με την πραγματική θεωρία, δηλαδή τη γνώση των κτισμάτων Του, και να του χαρίσει την ειρήνη, όπως στους Αποστόλους ενώ οι θύρες ήταν κλεισμένες(Ιω. 20,19), λέει ο άγιος Μάξιμος *.

* Δεύτερη εκατοντάδα περί θεολογίας, κεφ. 46 (Φιλοκαλία, τόμος Β΄, σελ. 133).

Υπόμνηση των επτά σωματικών πράξεων

Όσα γράφτηκαν προηγουμένως στην αρχή του λόγου περί των επτά σωματικών και ηθικών πράξεων, πρέπει να τα τηρεί κανείς παντοτινά· και ούτε να τα ελαττώσει με την έλλειψη, ούτε να τα αυξήσει με την υπερβολή, εκτός αν είναι καιρός πολέμου σωματικού λόγω νεότητας ή μεγάλης σωματικής δυνάμεως, για την οποία έχει ανάγκη υπερβολικής ασκήσεως. Ή αντίθετα λόγω ασθένειας, οπότε έχει ανάγκη από λίγη ανάπαυση. Να μην κάνει όμως τέλεια κατάργηση της ασκήσεως, γιατί αυτό μπορεί να βλάψει και τους απαθείς, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ. Αλλά η ανάπαυση να είναι εξ ανάγκης σαν θεραπεία της ασθένειας, και όχι αφορμή στην ψυχή να χαλαρώνει την άσκηση. Η χαλάρωση γίνεται όταν θέλει κανείς με όλη την ψυχή του την ανάπαυση. Η ανάπαυση όμως βλάπτει συνήθως τους νέους και υγιείς. Επειδή λένε οι άγιοι Πατέρες, ο Βασίλειος και ο Μάξιμος, ότι στην πείνα και τη δίψα αρκούν μόνο ψωμί και νερό· για την υγεία όμως και την ισχύ του σώματος δωρήθηκαν και τα άλλα από το Θεό με φιλανθρωπία, για να μην αηδιάσει ο ασθενής άνθρωπος τρώγοντας συνεχώς το ίδιο, αλλά να ωφελείται με την εναλλαγή των τροφών, όπως προείπαμε. Η αποχή και η ακράτεια είναι που προξενούν τις ασθένειες, ενώ η εγκράτεια και η εναλλαγή των τροφών κάθε μέρα προξενούν την υγεία, για να διατηρηθεί το σώμα μακριά από ηδονή και ασθένεια και να γίνει βοηθός στην απόκτηση των αρετών.

Αυτά τα είπαμε για όσους ακόμη αγωνίζονται. Οι απαθείς τώρα, που έχουν φτάσει στην κατά Χριστόν νηπιότητα, πολλές φορές δεν τρώνε επί πολλές ημέρες, καθώς ξεχνούν και το σώμα, όπως ο άγιος Σισώης. Αυτός, αφού έτρωγε, ζητούσε να μεταλάβει τα άχραντα Μυστήρια, από την έκσταση που είχε προς το Θεό. Σχετικά λέει ο Απόστολος, προς ωφέλεια πολλών: «Αν βρισκόμαστε σε έκσταση, αυτό γίνεται για το Θεό· αν είμαστε σώφρονες, είμαστε για χάρη σας»(Β΄ Κορ. 5,13). Παρόμοια λέει και ο Μέγας Βασίλειος για ορισμένους, και μερικοί άλλοι. Ούτε πάλι οι τέτοιοι άνθρωποι, όταν έτρωγαν μαζί με άλλους πολλά φαγητά, τα αισθάνονταν, αλλά ήταν σαν να μην έτρωγαν τίποτε. Γιατί ο νους των ανθρώπων αυτών δεν είναι στο σώμα, για να αισθάνεται την ανάπαυση ή τον πόνο. Και αυτό είναι φανερό από πολλούς Πατέρες και αγίους Μάρτυρες. Είναι φανερό και από τον Άγιο εκείνο, για τον οποίο έγραψε ο άγιος Νείλος *. Ήταν, λέει, ένας γέροντας στην έρημο και προσευχόταν με το νου του· αυτόν, κατά παραχώρηση Θεού, για ωφέλεια του ίδιου και άλλων πολλών, τον έπιαναν οι δαίμονες από τα χέρια και τα πόδια και τον τίναζαν ψηλά, και πάλι για να μη βλαφτεί το σώμα του πέφτοντας από τόσο ύψος, τον έπιαναν μέσα σε μια ψάθα. και αυτό το έκαναν επί πολύ για να δοκιμάσουν αν κατεβαίνει ο νους του από τον ουρανό, πράγμα που δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν. Ένας τέτοιος μπορεί ποτέ να έχει αίσθηση τροφής ή ποτού ή κάποιου από τα σωματικά; Και πάλι, ο άγιος Εφραίμ, αφού νίκησε τα ψυχικά και σωματικά πάθη με τη χάρη του Χριστού, για να μη μένει αργός από τους πολέμους του εχθρού και καταδικαστεί, όπως νόμιζε από την πολύ μεγάλη ταπείνωσή του, παρακαλούσε το Θεό να του πάρει τη χάρη της απάθειας. Γι’ αυτόν ο Ιωάννης της Κλίμακος, γεμάτος έκπληξη, έγραψε ότι «υπάρχουν μερικοί που είναι πιο απαθείς από τους απαθείς, όπως ο Σύρος εκείνος κλπ.».

* Περί προσευχής, κεφ. 111 (Φιλοκαλία, τόμος Α΄, σελ. 231).

Η διάκριση

Γι’ αυτό σε κάθε τι χρειαζόμαστε τη διάκριση για να κρίνομε ανάλογα με τον καιρό κάθε εγχείρημα. Η διάκριση είναι φως που δείχνει σ’ εκείνον που την έχει τον καιρό, το εγχείρημα, το έργο, την ισχύ, τη γνώση, την ηλικία, τη δύναμη, την ασθένεια, την προαίρεση, την προθυμία, την συντριβή, την έξη, την άγνοια, τη δύναμη και την κράση του σώματος, την υγεία και την κακοπάθεια, τον τρόπο, τον τόπο, τη συμπεριφορά, την ανατροφή, την πίστη, τη διάθεση, το σκοπό, τη διαγωγή, την άδεια, την εμπειρία, τη φυσική φρόνηση, την επιμέλεια, την εγρήγορση, την αργοπορία και τα όμοια. Έπειτα, δείχνει τη φύση των πραγμάτων, τη χρήση, την ποσότητα, τα είδη, το σκοπό του Θεού που υπάρχει στις θείες Γραφές, την έννοια κάθε λέξεως, όπως για παράδειγμα το λεγόμενο στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ότι «ήρθαν οι Έλληνες ζητώντας τον Κύριο· και Αυτός είπε αμέσως «Έφτασε η ώρα κλπ.»»(Ιω.12,23). Εδώ φανερά εννοεί ότι έφτασε η ώρα της κλήσεως των Εθνών στην πίστη· είχε αρχίσει ο καιρός του Πάθους κι αυτό το θέτει σαν σημάδι. Η διάκριση λοιπόν σαφηνίζει όλα αυτά, και όχι μόνο αυτά, αλλά και το σκοπό της ερμηνείας των Πατέρων, ότι εκείνο που ζητείται δεν είναι εκείνο που γίνεται, αλλά γιατί γίνεται, λέει ο άγιος Νείλος. Και εκείνος που κάνει κάτι χωρίς να γνωρίζει όσα είπαμε παραπάνω, ίσως να κοπιάζει πολύ, αλλά τίποτε δεν κατορθώνει, όπως λέει ο Μέγας Αντώνιος και ο άγιος Ισαάκ για εκείνους που αγωνίζονται στις σωματικές αρετές, αμελούν όμως την εργασία του νου, αν και αυτό είναι μάλλον το ζητούμενο, όπως λέει ο άγιος Μάξιμος· δώσε, λέει, στο σώμα την κατά δύναμη εργασία, και όλο σου τον αγώνα στρέψε τον στο νου *. Γιατί, λέει, εκείνος που εργάζεται σωματικώς, άλλοτε νικιέται από τη γαστριμαργία και πολυυπνία, από περισπασμό και πολυλογία και απ’ αυτά σκοτίζεται ο νους. Άλλοτε πάλι, με την παρατεταμένη νηστεία και αγρυπνία και με τους υπερβολικούς κόπους, θολώνει τη διάνοια. Εκείνος όμως που φροντίζει το νου, θεωρεί, προσεύχεται, θεολογεί και μπορεί να κατορθώσει κάθε αρετή. Γιατί ο φρόνιμος άνθρωπος αγωνίζεται με εμπειρία και επιτηδειότητα να ελαττώσει όσο μπορεί τις ανάγκες του σώματος για να γίνει ολιγομέριμνος ή και αμέριμνος, ώστε να τηρεί τις εντολές, όπως λέει ο Κύριος: «Μη μεριμνάτε κλπ.»(Ματθ.6,25). Όταν είναι κανείς πολυμέριμνος, ούτε τον εαυτό του δεν μπορεί να βλέπει· και πώς μπορεί να βλέπει τις παγίδες του εχθρού που είναι ετοιμασμένες από καιρό;

* Τέταρτη εκατοντάδα περί αγάπης, κεφ. 63 (Φιλοκαλία, τόμος Β΄, σελ. 97).

Γιατί ο εχθρός έχει τη συνήθεια να μην κάνει πάντοτε πόλεμο φανερό, όπως λέει ο Χρυσόστομος. Αν έκανε φανερό πόλεμο, τότε δεν θα πέφταμε εύκολα στις παγίδες του πολλοί, ώστε να βρεθούν λίγοι οι σωζόμενοι(Λουκ.13,23), όπως λέει ο Κύριος. Αλλά όταν θελήσει ο εχθρός να ρίξει κάποιον σε μεγάλα αμαρτήματα, τον κάνει πρώτα να αμελεί στα μικρά και αφανή: πριν από τη μοιχεία, τον ρίχνει στο συχνό και ακόλαστο κοίταγμα· πριν από το φόνο, στο μικρό θυμό· πριν από το σκοτισμό του νου, στο μικρό περισπασμό· και πριν από τον περισπασμό, του παρουσιάζει τη δήθεν ανάγκη του σώματος. Γι’ αυτό ο Κύριος, που είναι η σοφία του Πατέρα(Α΄ Κορ. 1,24) και προγνωρίζει τα πάντα, προλαμβάνοντας τις πανουργίες του διαβόλου, διατάζει τους ανθρώπους να κόβουν από πριν τις αφορμές, για να μη νομίζομε ότι είναι ευκολοσυγχώρητα τα μικρά και πέφτομε ελεεινά στα φοβερά και μεγάλα αμαρτήματα. Για το λόγο αυτό λέει: «Ακούσατε ότι οι παλιοί (όσοι δηλαδή είχαν το Νόμο) έλαβαν αυτή και αυτή την εντολή· εγώ όμως σας λέω κλπ.»(Ματθ.. 5,21-22).

Εκείνος λοιπόν που έγινε μαθητής του αγίου Ευαγγελίου, οφείλει να προσέχει στα διδάγματα του Σωτήρα και να τα εκτελεί, για να λυτρωθεί από τις παγίδες του εχθρού, και να θεωρεί τις εντολές μεγάλη τιμή και ευεργεσία, γιατί μπορούν με μεγάλη σοφία να σώζουν την ψυχή. Οι εντολές είναι δώρα του Θεού, και πολύ εύλογα, γιατί όπως λέει ο Αδελφόθεος, κάθε καλή προσφορά και κάθε τέλειο δώρημα έρχεται από το Θεό(Ιακ. 1,17). Όπως λέει και ο Δαμασκηνός: «Όρισες τη Μητέρα Σου, Χριστέ, για να πρεσβεύει ευπρόσδεκτα για μας. Με τις προσευχές της, είθε να μας δώσεις το σπλαχνικό Πνεύμα που μεταδίδει αγαθότητα, το οποίο έρχεται από τον Πατέρα δια μέσου Σου.»

Εκείνος που έλαβε το χάρισμα να προσέχει τις θείες Γραφές, όπως λένε οι Πατέρες, βρίσκει κάθε καλό κρυμμένο μέσα σ’ αυτές, όπως λέει ο Κύριος: «Όποιος έγινε μαθητής στη βασιλεία των ουρανών»(Ματθ. 13,52), δηλαδή στην κατά Θεόν σχολή και την ανάγνωση των θείων Γραφών.

Γιατί άλλο πρόσωπο φανερώνει η Γραφή στους λοιπούς ανθρώπους, ακόμη και αν νομίζουν ότι γνωρίζουν, και άλλο σ’ εκείνον που αφιερώθηκε στην αδιάλειπτη προσευχή, δηλαδή στο να έχει την έννοια του Θεού αντί αναπνοή σε όλα, ακόμη και αν κατά κόσμον είναι άπειρος και αμαθής στα μαθήματα των ανθρώπων, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος. Στην απλότητα μάλλον και στην ταπείνωση φανερώνεται ο Θεός, όπως λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος, και όχι στους κόπους και την ανθρώπινη σοφία που καταργείται. Αυτή μάλιστα την αποστρέφεται ο Θεός, αν δε συνοδεύεται με ταπείνωση. Γιατί είναι καλύτερος ο άπειρος στο λόγο και όχι στη γνώση, κατά τον Απόστολο(Β΄ Κορ. 11,6). Επειδή η πνευματική γνώση είναι χάρισμα, ενώ η επιστήμη του λόγου είναι μάθημα ανθρώπινο, όπως και τα λοιπά μαθήματα του κόσμου τούτου, και δεν βοηθεί καθόλου στη σωτηρία της ψυχής. Αυτό γίνεται φανερό από τους Έλληνες.

Η ανάγνωση γίνεται για να θυμούνται εκείνοι που γνωρίζουν τα πράγματα από την πείρα, και για να μαθαίνουν εκείνοι που δεν τα γνωρίζουν. Όταν, λέει ο Μέγας Βασίλειος, βρει ο Θεός την καρδιά καθαρή από όλα τα κοσμικά πράγματα και μαθήματα, τότε σαν πάνω σε άγραφο πίνακα γράφει τα δικά Του δόγματα. Αυτό το λέω για να μη διαβάσει κανείς εκείνα που δεν αρέσουν στο Θεό. Αλλά και αν κάποτε διάβασε από άγνοια, ας αγωνίζεται γρήγορα να τα σβήσει από τη μνήμη του με πνευματική ανάγνωση θείων Γραφών, και μάλιστα εκείνων που τον βοηθούν στη σωτηρία της ψυχής του, ανάλογα με την κατάσταση που έχει φτάσει. Αν είναι ακόμη πρακτικός, να μελετά τους βίους και τους λόγους των Πατέρων· αν η χάρη τον ανύψωσε στη θεία γνώση, ας μελετά όλες τις θείες Γραφές, επειδή μπορεί, κατά τον Απόστολο, να ανατρέψει κάθε τι που ορθώνεται με αλαζονεία αντίθετα στη γνώση του Θεού και να τιμωρεί κάθε παρακοή(Β΄ Κορ. 10, 5-6) και παράβαση, με την πράξη και την αληθινή γνώση των θείων εντολών και δογμάτων του Χριστού. Πέρα απ’ αυτά, να μη διαβάζει τίποτε. Ποιά η ανάγκη να λάβει πνεύμα ακάθαρτο αντί Πνεύμα Άγιο; Γιατί σε όποια αναγνώσματα σχολάζει κανείς, αυτών το πνεύμα θέλει να έχει, αν και δεν του φαίνεται κακό αυτό, όπως φαίνεται σ’ εκείνους που έχουν πείρα.

Η κατά Θεόν ανάγνωση

Η κατά Θεόν ανάγνωση πρέπει να γίνεται για να μην περιπλανιέται ο νους εδώ και εκεί. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας, γιατί ο εχθρός μισεί, καθώς λέει ο Σολομών, τον ήχο που προειδοποιεί για τον ερχομό του(Παροιμ. 11,15)· όπως και ο ρεμβασμός της διάνοιας είναι η αρχή της αμαρτίας, καθώς λέει ο άγιος Ισαάκ. Εκείνος που θέλει να αποφύγει την αμαρτία τελείως, πρέπει το πιο πολύ να μένει στο κελί του. Αν τον κυριεύει η ακηδία, ας εργάζεται λίγο, όπως και ο απαθής και ο γνωστικός, για ωφέλεια άλλων και βοήθεια κάποιων ασθενών. Έτσι έκαναν οι μεγάλοι Πατέρες από συγκατάβαση και εξομοιώνονταν με τους εμπαθείς, από ταπεινοφροσύνη, γιατί μπορούσαν παντού να έχουν το Θεό μέσα τους και να σχολάζουν στην κατά Θεόν θεωρία, ακόμα και στο εργόχειρο και στην αγορά, όπως λέει ο μέγας Βασίλειος για τους πάρα πολύ τέλειους, ότι «αυτοί και ανάμεσα στο πλήθος είναι πάντοτε σαν μόνοι στον εαυτό τους και στο Θεό». Εκείνος τώρα που δεν τα έχει ακόμη αυτά, αλλά θέλει να δώσει διαζύγιο στην ακηδία, οφείλει να απορρίπτει κάθε συναναστροφή με τους ανθρώπους και τον υπέρμετρο ύπνο και να την αφήσει να του λιώσει το σώμα και την ψυχή, μέχρις ότου βαρεθεί και φύγει, διαπιστώνοντας την υπομονή του στην κατά Θεόν ακατάπαυστη σχολή και στην ανάγνωση και στην καθαρή προσευχή. Γιατί όταν ο εχθρός δει ότι είναι ικανός να κατορθώσει κάτι, εξακολουθεί να πολεμά· αλλιώς, υποχωρεί, ή τελείως ή προσωρινά. Γι’ αυτό οφείλει εκείνος που θέλει να νικήσει τους εχθρούς, να έχει μεγάλη υπομονή· όποιος υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί(Ματθ. 10,22). «Είναι δίκαιο για το Θεό, λέει ο Απόστολος, να ανταποδώσει θλίψη σ’ όσους μας λυπούν, και σ’ εμάς που θλιβόμαστε, ανακούφιση»(Β΄ Θεσ. 1, 6-7).

Δεν είναι κακό κανένα πράγμα που γίνεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, με ταπείνωση. Αλλά έχουν διαφορές τα πράγματα και τα έργα. Κάθε τι λοιπόν που είναι παραπάνω από την ανάγκη, γίνεται εμπόδιο σ’ εκείνον που θέλει να σωθεί, δηλαδή κάθε τι που δεν χρησιμεύει για τη σωτηρία της ψυχής, ή για τη σωματική ζωή. Δεν είναι τα φαγητά, αλλά η γαστριμαργία το κακό· ούτε τα χρήματα, αλλά η προσκόλληση σ’ αυτά· ούτε ο λόγος, αλλά η αργολογία· ούτε τα ευχάριστα του κόσμου, αλλά η ακράτεια· ούτε η αγάπη στους δικούς μας, αλλά η προερχόμενη απ’ αυτήν παραμέληση στην ευαρέστηση του Θεού· ούτε τα ενδύματα, όσα χρειάζονται να σκεπαστούμε και να αποφύγομε το κρύο και τη ζέστη, αλλά τα περιττά και πολυτελή· ούτε τα σπίτια για να αποφεύγομε το κρύο, τη ζέστη και τους εχθρούς, θηρία και ανθρώπους, αλλά τα διόροφα και τριόροφα, τα μεγάλα και πολυδάπανα· ούτε το να έχει κανείς κάτι, αλλά το να μην το έχει για αναγκαία χρήση· ούτε το να έχουν βιβλία οι πολύ ακτήμονες, αλλά το να μην τα έχουν για την κατά Θεόν ανάγνωση· ούτε οι φίλοι, αλλά οι φίλοι που δεν προξενούν ψυχική ωφέλεια. Ούτε η γυναίκα είναι κάτι κακό, αλλά η πορνεία· ούτε ο πλούτος, αλλά η φιλαργυρία· ούτε το κρασί, αλλά η μέθη· ούτε ο φυσικός θυμός που δόθηκε για τον κολασμό της αμαρτίας, αλλά η χρήση του κατά των συνανθρώπων· ούτε η εξουσία, αλλά η φιλαρχία· ούτε η δόξα, αλλά η φιλοδοξία και η χειρότερη απ’ αυτήν, κενοδοξία· ούτε το ν’ αποκτήσει κανείς αρετή, αλλά το να νομίζει ότι την έχει· ούτε η γνώση, αλλά το να νομίζει κανείς ότι είναι γνωστικός, και το χειρότερο, να μη γνωρίζει κανείς την άγνοιά του· ούτε η αληθινή γνώση, αλλά η ψεύτικη. Ούτε ο κόσμος είναι κακός, αλλά τα πάθη· ούτε η φύση, αλλά τα παρά φύση· ούτε η ομόνοια, αλλά εκείνη που γίνεται για κακό και όχι προς ψυχική σωτηρία· ούτε τα μέλη του σώματος, αλλά η παράχρησή τους. Η όραση δηλαδή δεν έγινε για να επιθυμούμε εκείνα που δεν πρέπει, αλλά για να βλέπομε τα κτίσματα και να δοξάζομε το Δημιουργό, ώστε να βαδίζομε σωστά προς τα συμφέροντα της ψυχής και του σώματός μας· ούτε τ’ αυτιά για να ακούμε καταλαλιές και μωρολογίες, αλλά για να ακούμε το λόγο του Θεού και τις λαλιές των ανθρώπων, των πουλιών κλπ., και να δοξάζομε τον Ποιητή τους· ούτε η όσφρηση είναι για να εκθηλύνει την ψυχή και να τη χαλαρώνει από τα αρώματα, όπως λέει ο Θεολόγος, αλλά για να αναπνέομε και να δεχόμαστε τον αέρα που μας χαρίζει ο Θεός και να τον δοξάζομε γι’ αυτό, γιατί χωρίς αέρα δεν μπορεί να ζήσει σωματικά ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο.

Και θαυμάζω τη σοφία του Ευεργέτη, πως τα πιο αναγκαία πράγματα βρίσκονται εύκολα από όλους, δηλαδή ο αέρας, η φωτιά, το νερό, το χώμα. Και όχι μόνο αυτά, αλλά και εκείνα που μπορούν να σώσουν την ψυχή, τα έκανε ευκολότερα από τα άλλα πράγματα, ενώ εκείνα που κολάζουν την ψυχή, τα έκανε δυσκολότερα. Η φτώχεια, για παράδειγμα, πιο εύκολα σώζει την ψυχή, ενώ ο πλούτος γίνεται εμπόδιο σωτηρίας σε πολλούς. Όμως τη φτώχεια τη βρίσκει όποιος να είναι, ενώ ο πλούτος δεν είναι στο χέρι μας να τον αποκτήσομε. Έπειτα η περιφρόνηση, η ταπείνωση, η υπομονή, η υπακοή, η υποταγή, η εγκράτεια, η νηστεία, η αγρυπνία, το κόψιμο του θελήματος, η σωματική ασθένεια, η ευχαριστία σε όλα αυτά, οι πειρασμοί, οι ζημίες, η στέρηση των αναγκαίων, η αποχή από τα ευχάριστα, η γύμνια, η μακροθυμία και γενικά όλα τα έργα που γίνονται για το Θεό, και ανεμπόδιστα είναι και κανείς δεν τα διεκδικεί, αλλά μάλλον τα παραχωρεί σ’ εκείνους που θέλουν να τα έχουν, είτε θεληματικά έρχονται, είτε αθέλητα. Εκείνα που συντείνουν στην απώλεια της ψυχής είναι δυσεύρετα· όπως ο πλούτος, η δόξα, η υπερηφάνεια, η ακαταδεξία, η εξουσία, η αρχή, η ακράτεια, η πολυφαγία, η πολυυπνία, το να κάνει κανείς ό,τι θέλει, η υγεία και η δύναμη του σώματος, η δίχως δεινά ζωή, τα κέρδη, το να έχει κανείς όσα επιθυμεί, η απόλαυση εκείνων που φέρνουν ευχαρίστηση, τα πολλά και πολυτελή ρούχα και σκεπάσματα και τα όμοια, για τα οποία πολύς ο αγώνας, λιγοστή η απόκτηση και πρόσκαιρη η ωφέλεια. Και είναι μεγάλη η θλίψη γι’ αυτά, αλλά μικρή η απόλαυση, γιατί και εκείνοι που τα έχουν και εκείνοι που δεν τα έχουν, αλλά τα επιθυμούν, δοκιμάζουν πολλή στενοχώρια, αν και κανένα δεν είναι κακό, αλλά κακό είναι η παράχρησή τους, όπως ειπώθηκε.

Έτσι τα χέρια και τα πόδια δε μας δόθηκαν για να κλέβομε και ν’ αρπάζομε και να τα σηκώνομε εναντίον των άλλων, αλλά για να τα χρησιμοποιούμε κατά Θεόν, για ελεημοσύνη στους φτωχούς οι πιο ασθενείς ψυχικώς για τελειότητά μας και για βοήθεια όσων έχουν ανάγκη, οι δε πιο δυνατοί στην ψυχή και το σώμα με την ακτημοσύνη και τη μίμηση του Χριστού και των αγίων Του μαθητών, για να δοξάζομε το Θεό και να θαυμάζομε τη σοφία που είναι κρυμμένη στα μέλη μας. Πώς δηλαδή, αυτά τα χέρια μας και τα μικρά μας δάχτυλα είναι έτοιμα για κάθε επιστήμη και εργασία, γραφή και τέχνη με την πρόνοια του Θεού. Από τα οποία προέρχονται η γνώση των αναρίθμητων τεχνών και γραφών, της σοφίας και των θεραπευτικών φαρμάκων, των γλωσσών και των διαφόρων γραμμάτων. Και γενικά όλα όσα έχουν γίνει και γίνονται και θα γίνουν, μας έχουν χαριστεί από απέραντη αγαθότητα και πάντοτε μας δίνονται για να ζήσομε σωματικώς και να σωθούμε ψυχικώς, αν τα χρησιμοποιήσομε σύμφωνα με το σκοπό του Θεού και Τον δοξάζομε με όλη την ευγνωμοσύνη μας. Αλλιώς, ξεπέφτομε και χανόμαστε και όλα συντελούν σε θλίψη κατά την παρούσα ζωή, αλλά και σε αιώνια κόλαση κατά τη μέλλουσα, όπως προείπαμε.

Η αληθινή διάκριση

Εκείνος που με τη χάρη του Θεού έλαβε χάρισμα διακρίσεως για τη μεγάλη του ταπεινοφροσύνη, έχει χρέος να φυλάει με όλη του τη δύναμη αυτό το χάρισμα, ώστε να μην κάνει τίποτε χωρίς διάκριση, για να μην αμαρτάνει εν γνώσει του από αμέλεια και προξενεί μεγαλύτερη καταδίκη στον έαυτό του. Εκείνος που δεν έλαβε ακόμη αυτό το χάρισμα, έχει χρέος να μην επιμείνει διόλου σε νόημα ή λόγο ή έργο χωρίς να ρωτήσει τους έμπειρους, και χωρίς βέβαιη πίστη και καθαρή προσευχή, δίχως τα οποία δεν μπορεί ν’ ανεβεί αληθινά στη διάκριση.

Η διάκριση γεννιέται από την ταπεινοφροσύνη και γεννά τη διόραση, όπως λένε ο Μωυσής και ο Ιωάννης της Κλίμακος, ώστε αυτός που την έχει, να προβλέπει τις κρυφές δολοπλοκίες του διαβόλου και να κόβει τις αφορμές τους πριν εκδηλωθούν· όπως λέει ο Δαβίδ: «Τα μάτια μου παρατήρησαν τους εχθρούς μου»(Ψαλμ. 53,9). Σημάδια της διακρίσεως είναι το να γνωρίζει κανείς αληθινά τα καλά και τα κακά. Επίσης να γνωρίζει το θέλημα του Θεού σε όλα τα ζητήματα. Της διοράσεως σημάδια είναι το να γνωρίζει και τα σφάλματά του πριν φτάσουν στην πράξη, και εκείνα που γίνονται από εξαπάτηση των δαιμόνων. Έπειτα, να γνωρίζει και τα μυστήρια που κρύβονται στις θείες Γραφές και στα αισθητά κτίσματα. Σημάδι έχει και η μητέρα τους η ταπείνωση, όπως προειπώθηκε, και γνωρίζεται από αυτό. Αν είναι δηλαδή κανείς ταπεινόφρων, οφείλει να έχει κάθε αρετή και, νιώθοντας πως χρωστά περισσότερα, να πιστεύει ότι αληθινά είναι κατώτερος από όλη την κτίση. Αν όμως δεν αισθάνεται έτσι, τότε και μόνον αυτό είναι σημάδι ότι είναι χειρότερος από όλη την κτίση, και αν ακόμη φαίνεται να έχει ισάγγελη ζωή. Γιατί ο πραγματικός άγγελος, ύστερα από τόσες αρετές και τόση σοφία, δεν μπορούσε να αρέσει στον Ποιητή χωρίς ταπείνωση. Τι λοιπόν μπορεί να πει εκείνος που νομίζει ότι είναι άγγελος, χωρίς ταπείνωση, η οποία είναι αιτία όλων των αγαθών που υπάρχουν ή θα υπάρξουν; Από αυτήν γεννιέται η διάκριση που φωτίζει τα πέρατα και χωρίς την οποία όλα είναι σκοτεινά. Η διάκριση είναι και λέγεται φως, και γι’ αυτό πριν από κάθε λόγο και έργο έχομε ανάγκη απ’ αυτό το φως, για να βλέπομε τα λοιπά και να θαυμάζομε. Να θαυμάζομε και το Θεό, που την πρώτη και κύρια ημέρα δημιούργησε το φως(Γέν. 1,3), για να μη μείνουν όσα θα γίνονταν έπειτα σκοτεινά σαν να μην υπήρχαν, όπως λέει ο Δαμασκηνός.

Φως λοιπόν, όπως προειπώθηκε, είναι η διάκριση, από την οποία γεννιέται η διόραση, που είναι το αναγκαιότερο απ’ όλα τα χαρίσματα. Τι είναι βέβαια πιο αναγκαίο από το να βλέπει κανείς τις απάτες των δαιμόνων και να φυλάει την ψυχή του με τη βοήθεια της χάρης; Πιο αναγκαία πάλι από όλες τις πνευματικές εργασίες είναι η καθαρότητα της συνειδήσεως, λέει ο άγιος Ισαάκ, και ο αγιασμός του σώματος, χωρίς τον οποίο κανείς δε θα δει τον Κύριο(Εβρ. 12,14), όπως λέει ο Απόστολος.

Απόρριψη της απογνώσεως

Δεν πρέπει όμως ν’ απελπιζόμαστε, όταν δεν είμαστε όπως πρέπει να είμαστε. Κακό είναι βέβαια, άνθρωπε, που αμάρτησες. Γιατί όμως αδικείς το Θεό και από άγνοιά σου τον νομίζεις αδύνατο; Μήπως δεν μπορεί να σώσει την ψυχή σου Εκείνος που έκανε για σένα αυτόν τον τόσο μεγάλο κόσμο που βλέπεις; Κι αν πεις ότι «αυτό μάλλον καταδίκη μου είναι, όπως και η συγκατάβασή Του», μετανόησε και δέχεται τη μετάνοιά σου, όπως του ασώτου(Λουκ. 15,20) και της πόρνης(Λουκ. 7,47-48). Αν ούτε αυτό δεν μπορείς να κάνεις, αλλά από συνήθεια αμαρτάνεις σ’ εκείνα που δεν θέλεις, έχε ταπείνωση σαν τον τελώνη(Λουκ. 18,13) και αυτό είναι αρκετό για τη σωτηρία σου. Γιατί εκείνος που αμαρτάνει χωρίς να μετανοεί, αλλά δεν απελπίζεται, εξ ανάγκης βάζει τον εαυτό του κάτω απ’ όλη την κτίση και δεν τολμά να κατακρίνει ή να κατηγορήσει κανένα άνθρωπο. Θαυμάζει μάλλον τη φιλανθρωπία του Θεού και νιώθει ευγνωμοσύνη προς τον Ευεργέτη και αλλά πολλά καλά μπορεί να έχει. Και μ’ όλο που είναι υποχείριος του διαβόλου προς την αμαρτία, ωστόσο πάλι από το φόβο του Θεού παρακούει τον εχθρό που τον σπρώχνει στην απόγνωση, και γι’ αυτό είναι κάπως με το Θεό, αν έχει ευγνωμοσύνη, ευχαριστία, υπομονή, φόβο Θεού, και αν δεν κρίνει κανένα για να μην κριθεί(Ματθ. 7,1), τα οποία είναι πάρα πολύ αναγκαία.

Όπως λέει ο Χρυσόστομος για τη γέεννα, αυτή σχεδόν μας ευεργετεί περισσότερο από τη βασιλεία των ουρανών· γιατί εξαιτίας της πολλοί μπαίνουν στη βασιλεία, ενώ λόγω της βασιλείας λίγοι, με τη φιλανθρωπία βέβαια του Θεού. Αυτό γιατί η πρώτη μας διώχνει με το φόβο, ενώ η άλλη μας αγκαλιάζει, και σωζόμαστε και με τα δύο, με τη χάρη του Χριστού. Όπως εκείνοι που πολεμούνται από πολλά πάθη, ψυχικά και σωματικά, στεφανώνονται αν κάνουν υπομονή και δεν παραδίνουν το αυτεξούσιό τους από αμέλεια, ούτε απελπίζονται, έτσι και εκείνος που πέτυχε την απάθεια με ασφάλεια και ανακούφιση, ξεπέφτει γρήγορα αν δεν ομολογεί τις ευεργεσίες πάντοτε με το να μην κατακρίνει κανένα. Αν τολμήσει τέτοιο πράγμα, είναι σαν να δείχνει ότι με τη δική του δύναμη απέκτησε τον πλούτο της απάθειας, μας λέει ο άγιος Μάξιμος. Και όπως διατρέχει μεγάλο κίνδυνο όποιος είναι ακόμη εμπαθής και άμοιρος από το φωτισμό της γνώσεως, αν είναι πνευματικός οδηγός άλλων, λέει ο Δαμασκηνός, έτσι και εκείνος που έλαβε από το Θεό απάθεια και πνευματική γνώση, αν δεν ωφελήσει και άλλες ψυχές.

Τίποτε άλλο δεν συμφέρει στον ασθενή όσο η φυγή στην ησυχία, ούτε στον εμπαθή και στερημένο από γνώση όσο η υποταγή. Δεν υπάρχει άλλο καλύτερο από το να γνωρίζει κανείς την αδυναμία και άγνοιά του, ούτε χειρότερο από το να τα αγνοεί. Δεν υπάρχει άλλο πάθος πιο μισητό από την υπερηφάνεια, ούτε πιο γελοίο από τη φιλαργυρία, η οποία είναι ρίζα όλων των κακών(Α΄ Τιμ. 6,10)· και είναι γελοίο, γιατί άνθρωποι που με πολύ κόπο απέκτησαν χρήματα φτιαγμένα από το μέταλλο της γης, τα ξανακρύβουν πάλι στη γη άπρακτα. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: «Μη μαζεύετε πλούτη στη γη κλπ.», και: «Όπου είναι τα πλούτη σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας»(Ματθ. 6,19 και 21). Γιατί σ’ εκείνα που πολυκαιρίζει ο νους του ανθρώπου, σ’ αυτά και σύρεται με πόθο από τη συνήθεια, είτε στα γήινα πράγματα, είτε στα πάθη, είτε στα ουράνια και αιώνια αγαθά. Η συνήθεια όταν πολυκαιρίσει, αποκτά δύναμη φύσεως, λέει ο Μέγας Βασίλειος. Κι όταν είναι κανείς ασθενής, τότε οφείλει να προσέχει περισσότερο στη μαρτυρία της συνειδήσεως, για να ελευθερώσει την ψυχή του από κάθε καταδίκη, μήπως φτάσει το τέλος της ζωής και μέλλει να μετανοεί ανώφελα και να θρηνεί αιώνια. Εκείνος λοιπόν που δεν μπορεί να υποστεί για το Χριστό αισθητό θάνατο όπως Εκείνος, πρέπει να υπομένει τουλάχιστον τον κατά προαίρεση θάνατο νοητώς. Και θα είναι μάρτυρας κατά τη συνείδηση, με το να μην υποταχθεί στους δαίμονες και στα θελήματα που τον πολεμούν, αλλά να τους νικά, όπως οι άγιοι Μάρτυρες και οι όσιοι Πατέρες· γιατί οι πρώτοι μαρτύρησαν αισθητά, ενώ οι άλλοι νοητά. Λίγο λοιπόν αν βιάσει κανείς τον εαυτό του, νίκησε τον εχθρό· ή λίγο αν αμελήσει και σκοτισθεί, χάθηκε.

Σύντομος δρόμος προς απόκτηση των αρετών και αποχή των παθών

Τίποτε άλλο δεν σκοτίζει το νου, λέει ο Μέγας Βασίλειος, όσο η πονηρία, και τίποτε δε φωτίζει το νου, όσο η ανάγνωση στην ησυχία. Τίποτε δεν οδηγεί πιο γρήγορα στον πόνο της ψυχής, όσο η ενθύμηση του θανάτου. Τίποτε δεν οδηγεί σε αφανή προκοπή, όσο η αυτομεμψία και το κόψιμο των θελημάτων· ούτε σε αφανή απώλεια, όσο η οίηση και η αυταρέσκεια· τίποτε δεν προξενεί την αποστροφή του Θεού και την τιμωρία του ανθρώπου, όσο ο γογγυσμός· ούτε την ευκολία στην αμαρτία, όσο η σύγχυση και η πολυλογία. Δεν υπάρχει άλλος συντομότερος δρόμος για την απόκτηση της αρετής, από τη μόνωση και τη συγκέντρωση του νου. Ούτε για την ευγνωμοσύνη και την ευχαριστία, από τη μελέτη των δωρεών του Θεού και των δικών μας αμαρτιών. Ούτε για την αύξηση των ευεργεσιών, από τον έπαινό τους. Τίποτε άλλο δεν προσφέρει τόσο συχνά σωτηρία ακούσια, όσο οι πειρασμοί. Ούτε υπάρχει πιο σύντομος δρόμος προς το Χριστό, δηλαδή προς την απάθεια και τη σοφία του Πνεύματος, από το βασιλικό δρόμο, εκείνον δηλαδή που σε όλα απέχει από υπερβολές και ελλείψεις. Ούτε άλλη αρετή μπορεί να επιτύχει το θείο θέλημα τόσο, όσο η ταπεινοφροσύνη και η εγκατάλειψη κάθε δικού μας νοήματος και θελήματος. Ούτε υπάρχει άλλος συνεργός σε κάθε καλό έργο, σαν την καθαρή προσευχή. Ούτε άλλο εμπόδιο για απόκτηση των αρετών, σαν τον περισπασμό και το μετεωρισμό της διάνοιας, έστω κι αν είναι σε πολύ μικρό βαθμό.

Όση καθαρότητα έχει κανείς, τόσο φαίνεται ότι αμαρτάνει πιο πολύ, γιατί βλέπει. Και όσο πιο πολύ αμαρτάνει, τόσο σκοτίζεται, και ας φαίνεται ότι έχει καθαρότητα. Και πάλι, όση γνώση έχει, τόσο φαίνεται σαν να μην έχει. Και όσο δε γνωρίζει την άγνοιά του και τη μερική πνευματική του γνώση, τόσο νομίζει πώς είναι γνωστικός. Και όσο υπομένει τις θλίψεις ο αγωνιστής, στο βαθμό αυτό θα νικήσει τον εχθρό. Και όσο καλό αγωνίζεται κανείς να κάνει σε μία ημέρα, τόσο χρεωστεί όλες τις ημέρες της ζωής του, λέει ο άγιος Μάρκος *. Αν δηλαδή δική του είναι η δύναμη και η προθυμία, η χάρη είναι του Θεού. Και γι’ αυτό, αφού μπορούσε όταν ήρθε η χάρη, τι καύχηση μπορεί να έχει ο άνθρωπος αυτός; Επειδή νομίζει ότι μπορεί μόνος του να κάνει κάτι καλό, και κατακρίνει άδικα εκείνους που δεν μπορούν. Εκείνος που απαιτεί κάτι από τον πλησίον του, είναι πιο δίκαιο να απαιτεί από τον εαυτό του μάλλον. Όπως εκείνοι που αμαρτάνουν οφείλουν να τρέμουν γιατί παρόργισαν το Θεό, έτσι και αυτοί που τους σκέπασε και τους φύλαξε η χάρη για την αδυναμία τους και την ετοιμότητά τους προς απόγνωση, οφείλουν να τρέμουν περισσότερο γιατί χρεωστούν πολλά. Και όσο μεγάλος γκρεμός είναι η άγνοια των Γραφών, λέει ο άγιος Επιφάνιος, τόσο μεγαλύτερο κακό είναι η εν γνώσει παράβαση.

* Τα 226 κεφάλαια κλπ., κεφ. 43-44 (Φιλοκαλία, τόμος Α΄, σελ. 146).

Είναι σπουδαιότερο να ευεργετεί κανείς μιά ψυχή με το λόγο παρά με την προσευχή και να κάνει υπομονή όταν αδικείται από τον πλησίον του, για να μη στενοχωρείται αυτός που αδικεί, αλλά να του ικανοποιήσει το θέλημα στον καιρό της ταραχής του, όπως λέει ο άγιος Δωρόθεος, και έτσι να σηκώνει το βάρος του πλησίον από ευσπλαχνία για την ψυχή του και να προσεύχεται γι’ αυτόν, ποθώντας τη σωτηρία του και οποιοδήποτε άλλο αγαθό, σωματικό και ψυχικό. Και αυτή είναι η καθαρή ανεξικακία, η οποία καθαρίζει την ψυχή και την ανυψώνει στο Θεό. Γιατί η θεραπεία του ανθρώπου είναι ανώτερη από κάθε εργασία και κάθε αρετή. Ούτε υπάρχει μεγαλύτερη και τελειότερη μεταξύ των αρετών από την αγάπη του πλησίον. Σημάδι της αγάπης αυτής είναι όχι μόνο το να μην έχει κανείς κάτι που ο άλλος το έχει ανάγκη, αλλά και το θάνατο γι’ αυτόν να υπομένει με χαρά, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου(Ιω. 15,13), και αυτά να τα θεωρεί σαν χρέος· και εύλογα. Γιατί καθένας χρεωστεί να αγαπά τον πλησίον μέχρι θανάτου όχι μόνο γιατί έχει την ίδια φύση μ’ αυτόν, αλλά και για το υπέρτιμο αίμα που έχυσε για μας ο Χριστός, που έδωσε και την εντολή της αγάπης του πλησίον. Μην είσαι φίλαυτος, λέει ο άγιος Μάξιμος *, και θα είσαι φιλόθεος· μη γίνεσαι αυτάρεσκος, και θα είσαι φιλάδελφος. Η αγάπη λοιπόν αυτή προξενείται από την ελπίδα. Η ελπίδα είναι να πιστεύει κανείς αδίστακτα με όλη τη διάνοια, ότι οπωσδήποτε θα επιτύχει εκείνο που ελπίζει. Και αυτή πάλι γεννιέται από τη βέβαιη πίστη, δηλαδή από το να μη φροντίζει κανείς διόλου για τη ζωή του ή το θάνατό του, αλλά όλη τη φροντίδα να την αφήσει στο Θεό, όπως προείπαμε για εκείνον που θέλει να επιτύχει την απάθεια με τα σημάδια, στα οποία η πίστη είναι θεμέλιο. Όποιος έχει αυτή την πίστη, οφείλει να σκέφτεται ότι όπως ο Θεός δημιούργησε τα πάντα και μαζί με αυτά, κι εμάς από την ανυπαρξία από άκρα αγαθότητα, έτσι θα οικονομήσει οπωσδήποτε και την ψυχή και το σώμα μας, όπως Αυτός γνωρίζει.

* Τέταρτη εκατοντάδα περί αγάπης, κεφ. 37 (Φιλοκαλία, τόμος Β΄, σελ. 94).

Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, γ΄τόμος, σελ. 127-144.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: