Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός – Βιβλίο πρώτο. Προοίμιο. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Γ΄).

Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Γ΄ (σελ. 68-81).

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός

Βιβλίο πρώτο

Προοίμιο

Επειδή πολλές και μεγάλες δωρεές αξιώθηκα να λάβω κατά χάρη εγώ ο άθλιος από το Θεό, αλλά δεν έκανα ποτέ κανένα καλό, φοβήθηκα μήπως η απραξία και η οκνηρία μου με κάνουν να λησμονήσω τις τόσες πολλές και μεγάλες ευεργεσίες του Θεού, αλλά και τις αμαρτίες μου, και μη δείξω τουλάχιστον ευγνωμοσύνη και ευχαριστία στον Ευεργέτη. Γι’ αυτό έγραψα, για να ελέγχω την άθλια ψυχή μου, αυτήν εδώ την υπόμνηση και όσα κείμενα των αγίων Πατέρων, βίους και λόγους συνάντησα, τα παραθέτω ονομαστικά, για να τα έχω και να θυμάμαι τους λόγους τους, έστω και εν μέρει. Το έκανα επειδή δικό μου βιβλίο ούτε έχω, ούτε είχα ποτέ αλλά δανειζόμουν από τους φιλόχριστους αδελφούς, όπως και και όλα τα απαραίτητα για τις σωματικές μου ανάγκες, για την αγάπη του Θεού. Τα βιβλία αυτά αφού τα μελετούσα με κάθε επιμέλεια, τα επέστρεφα πάλι στους κατόχους τους. Αυτά είναι τα εξής: Παλαιά και Καινή Διαθήκη, δηλαδή το Ψαλτήρι, τα τέσσερα βιβλία των Βασιλειών, τα έξι βιβλία της Σοφίας (Ιώβ, Παροιμίες, Εκκλησιαστής, Άσμα, Σοφία Σολομώντος, Σοφία Σειράχ), τα Προφητικά, τα βιβλία των Παραλειπομένων, οι Πράξεις των Αποστόλων, τα άγια Ευαγγέλια και οι ερμηνείες όλων αυτών. Είναι ακόμη όλα τα πατερικά και διδασκαλικά των μεγάλων, δηλαδή Διονυσίου, Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Χρυσοστόμου, Γρηγορίου Νύσσης, Αντωνίου, Αρσενίου, Μακαρίου, Νείλου, Εφραίμ, Ισαάκ, Μάρκου, Δαμασκηνού, Ιωάννη της Κλίμακος, Μάξιμου, Δωροθέου, Φιλήμονος και όλων των Αγίων οι βίοι και οι λόγοι.

Αξιώθηκα ο ανάξιος να τα ερευνήσω όλα αυτά με κάθε άνεση και επιμέλεια, ζητώντας την αρχή και την αιτία της σωτηρίας και της απώλειας του ανθρώπου, και αν κάθε τι που επιχειρεί ή επιτηδεύεται ο άνθρωπος σώζει ή όχι, ερευνώντας ακόμη ποιο είναι εκείνο που ζητούν όλοι, και πως παλιοί και νέοι ευαρέστησαν το Θεό, μέσα σε πλούτη ή σε φτώχεια, ανάμεσα σε πολλούς αμαρτωλούς ή μέσα σε έρημο, σε έγγαμη ή σε παρθενική ζωή. Γιατί γενικά σε κάθε τόπο και σε κάθε προσπάθεια βρίσκομε ζωή και θάνατο, σωτηρία ή απώλεια. Επιπλέον δε, και σ’ εμάς τους μοναχούς βρίσκομε διάφορες καταστάσεις. Εννοώ την σωματική και ψυχική υποταγή σε Πνευματικό πατέρα, την ησυχία, η οποία καθαρίζει την ψυχή, την πνευματική συμβουλή αντί για την υποταγή, την ηγουμενία και την αρχιερωσύνη. Σε κάθε κατάσταση βρίσκομε άλλους να σώζονται και άλλους να χάνονται.

Και δεν ήταν που θαύμαζα μόνο αυτό, αλλά και εκείνον που ήταν άγγελος στον ουρανό μ’ άυλη φύση, γεμάτος από κάθε αρετή, κι έγινε ξαφνικά διάβολος, σκοτάδι και άγνοια, αρχή και τέλος κάθε κακίας και πονηρίας. Έπειτα τον Αδάμ, που απολάμβανε τόση τιμή και τόσα αγαθά και οικειότητα με το Θεό, στολισμένος με αρετή και σοφία, μέσα στο Παράδεισο μόνος μαζί με την Εύα(Γεν. 2,22), και βρέθηκε ξαφνικά στην εξορία, να έχει γίνει εμπαθής και θνητός και να εργάζεται με κόπο και μόχθο, με ιδρώτα και πολλή θλίψη(Γεν. 3,17-19). Απ’ αυτόν γεννήθηκαν ο Κάιν και ο Άβελ, μόνοι πάνω σ’ όλη τη γη. Πώς νίκησε ο φθόνος, ήρθε ο δόλος και γέννησε το φόνο, την κατάρα και τον τρόμο(Γεν. 4,8-12); Αναλογιζόμουν έπειτα τους άλλους απογόνους του Αδάμ, για τους οποίου, εξαιτίας των πολλών αμαρτιών τους έγινε ο κατακλυσμός(Γεν. 6,5-7). Πάλι όμως, αφού ο Θεός από φιλανθρωπία έσωσε όσους μπήκαν στην Κιβωτό, ένας απ’ αυτούς δέχθηκε την κατάρα, ο Χαναάν, ο γιος του Χαμ που είχε αμαρτήσει, επειδή ο δίκαιος Νωε, για να μην ανατρέψει την ευλογία του Θεού, καταράστηκε το γιο αντί τον πατέρα(Γεν. 9,22 και 24-27). Έπειτα εκείνους που έκτισαν το πύργο της Βαβέλ(Γεν. 11,4-7), τους κατοίκους των Σοδόμων(Γεν. 18,20 . 19,24-25), τους Ισραηλίτες(Αριθ. 14, 22-23), το Σολομώντα(Γ΄ Βασ. 11,8-11), τους Νινευίτες(Ιωνά 1,2), το Γιεζή(Δ΄ Βασ. 5,27), τον Ιούδα(Ματθ. 26,24) και όλους όσους, ενώ ήταν μέσα στα καλά στράφηκαν και έγιναν κακοί.

Θαύμαζα επίσης πως, ενώ είναι αγαθός και υπεράγαθος και πολυεύσπλαχνος Θεός, παραχώρησε να έρθουν στον κόσμο οι πολλοί και ποικίλοι πειρασμοί και θλίψεις. Άλλους απ’ αυτούς, ο Θεός τους παραχωρεί θέλοντας όπως είναι οι κόποι της μετάνοιας, δηλαδή η πείνα, η δίψα, το πένθος, η στέρηση των αναγκαίων, η εγκράτεια στα ευχάριστα, το λιώσιμο του σώματος στην άσκηση, οι αγρυπνίες, οι κόποι, οι πόνοι, τα πολλά και πικρά δάκρυα, οι στεναγμοί ο φόβος του θανάτου, της εξετάσεως, της απολογίας και της κατοικήσεως στον Άδη μαζί με τους δαίμονες, η φρικτή εκείνη ημέρα της κρίσεως, η μέλλουσα αισχύνη μπροστά σε όλη την κτίση, ο τρόμος ο πικρός έλεγχος για τις πράξεις, τους λόγους και τις σκέψεις, η απειλή, η οργή, η πολύτροπες και αιώνιες τιμωρίες, ο ανώφελος θρήνος και τα ακατάπαυστα δάκρυα, το άφεγγο σκοτάδι, ο φόβος, ο πόνος, ο ξεπεσμός, η λύπη, η στενοχώρια και το πνίξιμο της ψυχής και στον παρόντα αιώνα και στον μέλλοντα. Σ’ αυτά ας προσθέσομε τους κινδύνους σ’ αυτόν τον κόσμο, τα ναυάγια, τις ποικίλες ασθένειες, τις αστραπές, τις βροντές, το χαλάζι, τους σεισμούς, τους λιμούς, τους καταποντισμούς, τους πρόωρους θανάτους, και γενικά όλα τα λυπηρά που μας έρχονται χωρίς να θέλομε, κατά παραχώρηση του Θεού. Άλλους πάλι πειρασμούς δεν τους θέλει ο Θεός, αλλά εμείς και οι δαίμονες. Τέτοιοι είναι οι μάχες, τα πάθη, οι πολλών ειδών αμαρτίες-που προχωρώντας στο λόγο μας θα πούμε και τα ονόματά τους, από τη αφροσύνη μέχρι την απόγνωση και την τέλεια απώλεια-, η επιδρομή των δαιμόνων η τυραννία των παθών, οι εγκαταλείψεις, οι ταραχές και μεταβολές του βίου, οι θυμοί, οι συκοφαντίες, και κάθε θλίψη που εμείς θεληματικά προξενούμε ο ένας στον άλλον χωρίς να το θέλει ο Θεός. Και πάλι, πως ανάμεσα σε τόσα κακά πολλοί σώθηκαν, χωρίς τίποτε να μπορέσει να τους εμποδίσει και πολλοί χάθηκαν χωρίς να το θέλει ο Θεός.

Όλα αυτά και άλλα περισσότερα από τις θείες Γραφές, καθώς τα στοχαζόμουν με πόνο, ένιωθα συντριβή στην ψυχή και, σαν νερό που χύνεται, έπεφτα πολλές φορές σε αμηχανία-αν και δεν αισθανόμουν τελείως τα λεγόμενα. Γιατί αν τα αισθανόμουν, δεν θα μπορούσα να παραμείνω σ’ αυτή τη ζωή που είναι γεμάτη κακία και παρακοή Θεού, από την οποία έγιναν όλα τα φοβερά και αυτής της ζωής και της μέλλουσας. Με τη βοήθεια όμως της χάρης, πήρα την απάντηση που επιθυμούσα στις απορίες μου, καθώς βρήκα τις διακρίσεις τους στους αγίους Πατέρες ως εξής:

Αρχή κάθε αγαθού είναι η φυσική γνώση που δίνεται από το Θεό, είτε από τις Γραφές μέσω κάποιου ανθρώπου, είτε μέσω αγγέλου, είτε ως δωρεά που δίνεται κατά το άγιο βάπτισμα, η οποία λέγεται κατά συνείδηση, για φύλαξη της ψυχής κάθε πιστού και για υπενθύμιση των αγίων εντολών του Χριστού. Μ’ αυτές, αν θελήσει να τις τηρήσει, φυλάγεται η χάρη του Αγίου Πνεύματος στον βαπτιζόμενο. Υστερα από τη γνώση είναι η προαίρεση του ανθρώπου. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας. Αυτό θα πει, να εγκαταλείψει ο άνθρωπος τα δικά του θελήματα και νοήματα και να κάνει τα θελήματα και τα νοήματα του Θεού. Και αν μπορέσει να τα κάνει αυτά, δεν βρίσκεται σε όλη την κτίση πράγμα ή προσπάθεια ή τόπος που να μπορεί να τον εμποδίσει να γίνει όπως ο Θεός εξαρχής θέλησε να είναι, «κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωσιν Αυτού»(Γεν. 1,26) και κατά χάρη θέσει θεός, απαθής, δίκαιος, αγαθός και σοφός, είτε πλούσιος είναι, είτε φτωχός, είτε ζει την παρθενική ζωή, είτε τη συζυγική, είτε είναι άρχοντας και ελεύθερος, είτε υποτακτικός και δούλος, γενικά σε κάθε περίσταση και τόπο και πράγμα. Γι’ αυτό και υπάρχουν πολλοί δίκαιοι και στην περίοδο πριν δοθεί ο Νόμος, και κατά το Νόμο, και στην εποχή της χάρης, γιατί προτίμησαν τη γνώση του Θεού και το θέλημά Του, από τα δικά τους νοήματα και θελήματα. Και αντίθετα, πολλούς βρίσκομε στους ίδιους καιρούς και στα ίδια πράγματα να έχουν απωλεσθεί, γιατί προτίμησαν τα δικά τους νοήματα και θελήματα από αυτά του Θεού. Αυτά λοιπόν έτσι έχουν.

Έχουν όμως διαφορά οι τόποι και τα έργα, και καθένας οφείλει να έχει διάκριση, είτε αυτή που δίνει ο Θεός σ’ όσους έχουν ταπεινοφροσύνη, είτε με ερώτηση εκείνων που έχουν τα χαρίσματα της διακρίσεως. Γιατί χωρίς τη διάκριση δεν είναι καλά τα έργα μας, και αν ακόμη από άγνοιά μας νομίζομε ότι είναι καλά. Κι αφού κανείς μάθει με τη διάκριση για τη δύναμή του σχετικά με αυτό που θέλει να κάνει, τότε κάνει αρχή να ευαρεστεί το Θεό. Αλλά όπως είπαμε, πρέπει σε όλα να αρνηθεί τα δικά του θελήματα για να επιτύχει το θεϊκό σκοπό και να εκτελέσει το έργο του όπως θέλει ο Θεός. Αν δεν κάνει έτσι, δεν μπορεί με τίποτε να σωθεί. Τούτο γιατί από την παράβαση του Αδάμ, συνηθίσαμε όλοι στα πάθη και κυριευτήκαμε από αυτά, και δεν αποδεχόμαστε το αγαθό με χαρά, ούτε επιθυμούμε τη γνώση του Θεού, ούτε εργαζόμαστε το αγαθό από αγάπη, όπως οι απαθείς, αλλά μάλλον αγαπούμε τα πάθη και τις πονηρίες, ενώ δεν επιθυμούμε καθόλου τα αγαθά από ανάγκη, για το φόβο των κολάσεων. Και αυτά όσοι με σταθερή πίστη και πρόθεση δέχονται τον λόγο. Οι λοιποί, ούτε αυτή τη θέληση έχομε, αλλά, μη λογαριάζοντας διόλου τις θλίψεις του βίου και τις μέλλουσες κολάσεις, δουλεύομε στα πάθη με όλη μας την ψυχή. Μερικοί μάλιστα χωρίς να αισθάνονται την πικρότητά τους, αναλαμβάνουν εξ’ ανάγκης και όχι θεληματικά τους κόπους των αρετών. Και έγιναν σ’ εμάς ποθητά τα αξιομίσητα, από άγνοιά μας.

Όπως οι άρρωστοι χρειάζονται τις εγχειρίσεις και τις καυτηριάσεις για την υγεία που έχασαν, έτσι κι εμείς χρειαζόμαστε τους πειρασμούς, τους κόπους της μετάνοιας και το φόβο του θανάτου και των κολάσεων για να ξαναποκτήσομε την αρχική υγεία της ψυχής και να διώξομε την αρρώστια που μας προξένησε η ανοησία μας. Όσο μάλιστα ο Γιατρός των ψυχών μας χαρίζει θεληματικό ή αθέλητο πόνο, τόσο περισσότερο να ευχαριστούμε τη φιλανθρωπία Του και να το δεχόμαστε με χαρά. Γιατί μας ευεργετεί όταν πληθαίνει τους πόνους, είτε τους θεληματικούς που συνδέονται με τη μετάνοια, είτε τους αθέλητους των πειρασμών και τιμωριών, ώστε εκείνοι που θέλουν να θλιβούν θεληματικά, να λυτρώνονται έτσι από την αρρώστια και τις μέλλουσες τιμωρίες, ίσως μάλιστα και από τις τωρινές, ενώ οι αγνώμονες, με τις τιμωρίες έστω και τους ποικίλους πειρασμούς να θεραπευθούν από ευεργεσία του Γιατρού. Εκείνοι όμως που αγαπούν την αρρώστια και μένουν σ’ αυτή, προξενούν στον εαυτό τους τις αιώνιες τιμωρίες, αφού έγιναν όμοιοι με τους δαίμονες, και δικαίως θα απολαύσουν μαζί τους τις αιώνιες κολάσεις που είναι ετοιμασμένες για τους δαίμονες(Ματθ. 25,41), επειδή θέλησαν μαζί με αυτούς να είναι αχάριστοι στον Ευεργέτη.

Γιατί δε δεχόμαστε όλοι τις ευεργεσίες με τον ίδιο τρόπο. Μερικοί αφού δεχτούν τη φωτιά του Κυρίου(Ησ. 66,16), δηλαδή το λόγο Του, με την εφαρμογή του γίνονται πιο μαλακοί στην καρδιά, σαν το κερί, ενώ άλλοι με την απραξία όπως ο πηλός, γινόμαστε σκληρότεροι και πέτρινοι. Και ενώ δε δεχόμαστε όλοι όμοια το λόγο Του, ο Θεός δεν αναγκάζει κανένα από εμάς, αλλά είναι όπως ο ήλιος που στέλνει τις ακτίνες του και φωτίζει όλον τον κόσμο. Εκείνος που θέλει να τον βλέπει, φωτίζεται από αυτόν, ενώ εκείνος που δεν θέλει να τον βλέπει, δεν εξαναγκάζεται απ’ αυτόν. Και κανένας άλλος δεν είναι αίτιος που στερείται κάποιος το φως, παρά ο ίδιος που δεν θέλει να το έχει. Γιατί ο Θεός έκανε τον ήλιο και τα μάτια, κι ο άνθρωπος έχει εξουσία να δει. Έτσι κι εδώ. Ο Θεός όλους τους καταφωτίζει με τις γνώσεις σαν ακτίνες, και μετά τη γνώση έδωσε και τη πίστη σαν μάτι.

Εκείνος λοιπόν που θέλει να λάβει βέβαιη τη γνώση δια μέσου της πίστεως φυλάγει με τα έργα τη μνήμη. Σ’ αυτόν ο Θεός δίνει μεγαλύτερη προθυμία, γνώση και δύναμη. Από τη φυσική γνώση δηλαδή, γεννιέται προθυμία σ’ εκείνον που την προτιμά, και από την προθυμία γεννιέται δύναμη να εργάζεται. Με την εργασία φυλάγεται η μνήμη , και από τη μνήμη προέρχεται μεγαλύτερη εργασία, και μέσω αυτής δίνεται μεγαλύτερη γνώση. Από αυτήν, που λέγεται φρόνηση, γεννιέται η εγκράτεια των παθών και η υπομονή στα οδυνηρά. Από αυτές γεννιέται η μελέτη των θείων και η επίγνωση των δωρεών του Θεού και των δικών μας αμαρτιών. Αυτές πάλι γεννούν την ευγνωμοσύνη, από την οποία προξενείται ο φόβος του Θεού, μέσα στον οποίο πραγματώνεται η τήρηση των εντολών. Θέλω να πω, το πένθος, η πραότητα, η ταπεινοφροσύνη. Από αυτά γεννιέται η διάκριση, κι από αυτήν η διόραση, δηλαδή η πρόβλεψη των μελλοντικών πταισμάτων και η εκκοπή τους πριν πραγματοποιηθούν, από πείρα και θύμηση με την καθαρότητα του νου των προηγουμένων και των τωρινών αμαρτιών και όσων γίνονται χωρίς να το νιώσομε. Από αυτές γεννιέται η ελπίδα, που φέρνει την αποσύνδεση από τα πάθη και την τέλεια αγάπη. Τότε λοιπόν ο άνθρωπος δε θέλει τίποτε άλλο παρά το θέλημα του Θεού, αλλά και αυτή την πρόσκαιρη ζωή, με χαρά την αφήνει, ένεκα της αγάπης του Θεού και του πλησίον, γιατί έγινε σοφός και μέσα του κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και υιοθετήθηκε από το Θεό, επειδή έχει σταυρωθεί και ταφεί και αναστηθεί και αναληφθεί νοερά μαζί με το Χριστό(Ρωμ. 6,4-6) με τη μίμησή Του, δηλαδή με τη διαγωγή Του στο κόσμο. Και γενικά γίνεται θέσει κατά χάρη, παίρνοντας τον αρραβώνα της ουράνιας μακαριότητας , όπως λέει ο Θεολόγος, και μ’ αυτόν γινόμενος σχετικά με τους οχτώ λογισμούς απαθής, δίκαιος, αγαθός, και σοφός, έχοντας μέσα του το Θεό, όπως είπε ο Χριστός, με την τήρηση των εντολών Του(Ιω. 14-23) με τη σειρά, από την πρώτη και τις λοιπές. Γι’ αυτές θα μιλήσω παρακάτω, πως πρέπει να γίνεται η εργασία των εντολών.

Επειδή όμως έγινε λόγος για τις αρετές, ας πούμε και για τα πάθη. Έρχεται η γνώση σαν ήλιος και ο ανόητος κλείνει θεληματικά τα μάτια, δηλαδή την προαίρεση, από απιστία ή οκνηρία, κι αμέσως στέλνει τη γνώση στη λησμοσύνη με την αργία, η οποία προέρχεται από ραθυμία. Γιατί η ανοησία γεννά τη ραθυμία, κι αυτή την αργία, από την οποία δημιουργείται η λησμοσύνη, και απ’ αυτήν η φιλαυτία- δηλαδή το να αγαπά κανείς τα δικά του θελήματα και νοήματα-η φιληδονία και η φιλοδοξία. Από αυτές γεννιέται η φιλαργυρία, η ρίζα όλων των κακών(Α΄ Τιμ. 6,10). Αυτή φέρνει τον περισπασμό στα βιοτικά, κι αυτός την τέλεια αγνωσία των δωρεών του Θεού και των δικών μας αμαρτιών. Από αυτό επακολουθεί η κατοίκηση μέσα μας των λοιπών παθών. Εννοώ τα οχτώ πάθη-αρχηγούς, δηλαδή τη γαστριμαργία που φέρνει την πορνεία και μαζί της τη φιλαργυρία, από την οποία γεννιέται η οργή, όταν κανείς δεν πετυχαίνει αυτό που ποθεί, δηλαδή το θέλημά του. Από την οργή διαδοχικά γεννιούνται η λύπη, η ακηδία, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια. Από τα οχτώ αυτά πάθη γεννιέται κάθε κακία, πάθος και αμαρτία. Κι εκείνος, που αυτά θα τον καταπιούν, καταντά στην απόγνωση, την τέλεια απώλεια, την έκπτωση από το Θεό και την ομοίωση με τους δαίμονες, όπως είπαμε.

Ο άνθρωπος στέκεται ανάμεσα στους δύο αυτούς δρόμους, δηλαδή την αρετή και την αμαρτία, και σ’ όποια θέλει βαδίζει και αυτήν πραγματοποιεί. Ο δρόμος τώρα που τον κέρδισε και οι οδηγοί του δρόμου, είτε Άγγελοι είτε δαίμονες και κακοί άνθρωποι, τον τραβούν μέχρι το τέλος και χωρίς να το θέλει. Οι αγαθοί στο Θεό και στη βασιλεία των ουρανών, οι αμαρτωλοί στον διάβολο και στην αιώνια κόλαση. Κανένας δεν είναι αίτιος της απώλειας, παρά το θέλημα του ανθρώπου. Ο Θεός είναι αίτιος της σωτηρίας, ο οποίος μας χάρισε τη ζωή και τη μακαριότητα, τη γνώση και τη δύναμη, τα οποία δεν μπορεί να τα έχει ο άνθρωπος χωρίς τη χάρη του Θεού. Αλλά ούτε και ο διάβολος μπορεί να κάνει τίποτε που να οδηγεί στην απώλεια, όπως λόγου χάρη να προκαλέσει αντίθετη προαίρεση ή αδυναμία ή αθέλητη άγνοια ή ο,τιδήποτε άλλο, ώστε να βιάσει τον άνθρωπο παρά μόνο βάζει στο νου ενθύμηση του κακού. Εκείνος λοιπόν που εργάζεται το αγαθό πρέπει να αποδώσει τη χάρη στο Θεό, γιατί μετά την ύπαρξη μας δώρισε τα πάντα. Εκείνος πάλι που κάνει το κακό, μόνο τον εαυτό του ας κατηγορεί, γιατί κανείς δεν τον τραβά δια της βίας. Ο Θεός τον έκανε αυτεξούσιο, ώστε να γίνει άξιος για επαίνους εκ μέρους Του, όταν παρουσιάζεται να προτιμά με τη θέλησή του το αγαθό και όχι να μετέχει σ’ αυτό από ανάγκη της φύσεως, όπως τα άλογα ζώα και τα άψυχα, αλλά όπως ταιριάζει στο λογικό του, με το οποίο ο Θεός τον τίμησε. Εμείς όμως θεληματικά και με τη γνώμη μας προτιμούμε να κάνομε το κακό, που το μάθαμε από τον εφευρέτη του κακού , και δεν μας βιάζει ο υπεράγαθος Θεός, για να μην παρακούομε παρά τη βία και έχομε βαρύτερη τιμωρία. Ούτε και το αυτεξούσιο μας αφαιρεί, το οποίο καλώς μας χάρισε.

Εκείνος λοιπόν που θέλει να κάνει το καλό, ας ζητά με την προσευχή από το Θεό, και αμέσως του δίνεται η γνώση και η δύναμη, για να φαίνεται ότι δίκαια στέλνει ο Θεός τη χάρη. Γιατί χωρίς προσευχή μπορούσε να τη δωρίσει, όπως το κάμει και μετά την προσευχή. Εκείνος που αναπνέει τον αέρα, γνωρίζοντας ότι χωρίς αυτόν δεν μπορεί να ζήσει, δεν είναι άξιος επαίνου, αλλά μάλλον χρωστά πολλές ευχαριστίες σ’ Εκείνον που έκανε τον αέρα και του χάρισε τη δύναμη της αναπνοής και την υγεία, ώστε να αναπνέει και να ζει. Έτσι κι εμείς έχομε χρέος μάλλον να ευχαριστούμε το Θεό, γιατί και την προσευχή και τη γνώση και τη δύναμη και τις αρετές κι εμάς τους ίδιους και τα γύρω μας, όλα τα έκανε κατά χάρη. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά και τα πάντα δεν παύει να μηχανεύεται για να νικήσει την κακία τη δική μας και των εχθρών μας των δαιμόνων.

Ο διάβολος, επειδή έχασε τη γνώση του Θεού από αγνωμοσύνη και υπερηφάνεια, έμεινε αναγκαστικά χωρίς γνώση. Γι’ αυτό δε γνωρίζει από μόνος του τι να κάνει, αλλά βλέπει τι κάνει ο Θεός για να μας σώσει και πονηρεύεται και κάνει τα αντίθετα για να χαθούμε. Γιατί μισεί το Θεό και μη μπορώντας να τον πολεμήσει, πολεμά εμάς που είμαστε «κατ’ εικόνα Θεού»(Γεν. 1,26), νομίζοντας ότι με αυτό θα εκδικηθεί το Θεό, και μας βρίσκει υπάκουους στο θέλημά του, όπως λέει ο Χρυσόστομος. Αφού δηλαδή είδε το Θεό που έπλασε την Εύα για βοήθεια του Αδάμ(ΓΕν. 2,18), ο διάβολος την έκανε συνεργό της παρακοής και της παραβάσεως(Γεν. 3,6). Έδωσε ο Θεός εντολή(Γεν. 2,16-17) στον Αδάμ, ώστε με την τήρησή της να θυμάται τις τόσες δωρεές και να ευγνωμονεί τον Ευεργέτη, κι ο διάβολος έκανε την εντολή να γίνει αφορμή παρακοής και θανάτου. Αντί προφήτες, ο διάβολος κάνει ψευδοπροφήτες. Αντί Αποστόλους, ψευδαποστόλους. Αντί νόμο, παρανομία. Αντί αρετές, κακίες. Αντί εντολές, παραβάσεις. Αντί δικαιοσύνη, σιχαμερές αιρέσεις. Και πάλι βλέποντας το Χριστό να δίνει συγκατάβαση, από άκρα αγαθότητα, και να εμφανίζεται στους αγίους Μάρτυρες και τους οσίους Πατέρες είτε ο ίδιος, είτε μέσω Αγγέλων, είτε με κάποια άλλη ανέκφραστη οικονομία, όπως είπε(Ιω. 14-21), άρχισε και ο διάβολος να δείχνει σε μερικούς πολλές πλάνες, για να τους οδηγήσει στην απώλεια. Και γι’ αυτό έγραψαν οι Πατέρες που είχαν διάκριση, ότι αυτά δεν πρέπει να τα δεχόμαστε, είτε με εικόνες φανερώνονται, είτε με φως ή με φωτιά, είτε με άλλη πλάνη. Γιατί μηχανεύεται ο πονηρός να μας πλανήσει μ’ αυτά είτε στον ύπνο, είτε στην εγρήγορση. Κι αν τα δεχόμαστε, τότε κάνει το νου από υπερηφάνεια και τέλεια αγνωσία να ζωγραφίσει σχήματα ή χρώματα, για να νομίσει ότι είναι φανερώσεις Θεού ή Άγγελου. Πολλές φορές πάλι δείχνει και δαίμονες στον ύπνο ή και στην εγρήγορση, να φεύγουν δήθεν νικημένοι, και γενικά μηχανεύεται τα πάντα για την απώλειά μας όταν πειθόμαστε σ’ αυτόν.

Μπορεί να τα κάνει όλα αυτά ο διάβολος και ν’ αποτύχει, αν ακούμε τους αγίους Πατέρες που λένε ότι στην ώρα της προσευχής πρέπει να έχομε το νου άμορφο, ασχημάτιστο, άχρωμο, να μη δέχεται τίποτε, είτε φως, είτε φωτιά, ή ο,τιδήποτε άλλο ολωσδιόλου, αλλά μ’ όλη μας τη δύναμη να προσηλώνομε τη διάνοια σ’ εκείνα που λέμε, γιατί εκείνος που προσεύχεται μόνο με το στόμα, προσεύχεται στον αέρα και όχι στο Θεό επειδή ο Θεός προσέχει στο νου και όχι στα λόγια όπως οι άνθρωποι. Όπως λέει και η Γραφή: «Πρέπει να προσκυνούμε το Θεό πνευματικά και αληθινά»(Ιω. 4,24), και: «Προτιμώ να πω πέντε λόγια με το νου μου, παρά μύρια λίγα με τη γλώσσα»(Α΄ Κορ. 14,19). Όταν λοιπόν ο διάβολος αποτύχει, τότε, μη μπορώντας να κάνει τίποτε άλλο μας φέρνει λογισμό απογνώσεως, ότι «Άλλοι καιροί ήταν εκείνοι και άλλοι οι άνθρωποι στους οποίους ο Θεός έδειξε θαύματα για να πιστέψουν. Τώρα δεν είναι ανάγκη να κοπιάσομε. Χριστιανοί είμαστε όλοι και έχομε βαπτιστεί, κι όπως λέει η Γραφή, όποιος πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί(Μαρκ. 16,16). Τι ανάγκη λοιπόν έχομε;» Αν πεισθούμε και μείνομε σ’ αυτά, θα βρεθούμε έρημοι, έχοντας μόνο το όνομα του χριστιανού και αγνοώντας ότι αυτός που πίστεψε και βαπτίσθηκε, οφείλει να τηρεί όλες τις εντολές του Χριστού και, όταν κατορθώσει τα πάντα, να λέει ότι «είμαι άχρηστος δούλος»(Λουκ. 17,10). Ο Κύριος είπε στους Αποστόλους, να διδάσκουν στους ανθρώπους να τηρούν όλα όσα τους διέταξε(Ματθ. 28,20). Και καθένας που βαπτίζεται, λέει: «Αποτάσσομαι το σατανά και πάσι τοις έργοις αυτού και συντάσσομαι τω Χριστώ και πάσι τοις έργοις Αυτού». Που είναι η αποταγή μας, αν δεν αφήσομε κάθε πάθος και κάθε αμαρτία που θέλει ο διάβολος; Ή μάλλον, αν δεν τον μισήσομε με την ψυχή μας και δεν αγαπήσομε το Χριστό με την τήρηση των εντολών Του; Και πως θα τηρήσομε τις εντολές Του, αν δεν αρνηθούμε κάθε δικό μας νόημα καιθέλημα;

Θελήματα και νοήματα λέγονται εκείνα που είναι αντίθετα στα προστάγματα του Θεού. Επειδή συχνά υπάρχουν μερικοί, οι οποίοι είτε από την ιδιοσυγκρασία τους, είτε από συνήθεια, αγαπούν σε μερικά πράγματα το καλό και μισούν το κακό. Υπάρχουν επίσης και νοήματα καλά, που μαρτυρούνται κι από τις άγιες Γραφές, χρειάζονται όμως και τη διάκριση από τους εμπείρους. Χωρίς διάκριση, κι αυτά ακόμα που νομίζονται καλά, δεν είναι καλά, επειδή γίνονται είτε παράκαιρα, είτε χωρίς να πρέπει, είτε αναξίως, ή επειδή κατανοούμε σφαλερά τα λεγόμενα. Γιατί, όχι μόνο για τη Γραφή, αλλά και για οποιοδήποτε ερώτημα, αν δεν προσέχουν και ο ερωτώμενος και αυτός που ερωτά, απομακρύνονται από το νόημα των λεγομένων, πράγμα που προξενεί όχι μικρή ζημία. Αυτό και εγώ έπαθα πολλές φορές, και όταν έθετα ερωτήσεις, και όταν μου έθεταν. Κι όταν κάποτε καταλάβαινα το ζήτημα όπως πρέπει, ύστερα δοκίμαζα έκπληξη, πως τα λόγια είναι τα ίδια ενώ οι έννοιες διαφέρουν η μία από την άλλη. Έτσι και σ’ όλα τ’ άλλα έχομε ανάγκη από διάκριση, πως πρέπει να πράξομε, για να κάνομε τα θελήματα του Θεού. Γιατί Αυτός γνωρίζει την ανθρώπινη φύση μας με ακρίβεια, ως Ποιητής των όλων, και οικονόμησε το συμφέρον μας και νομοθέτησε όχι ξένα προς τη φύση μας, αλλά σύμφωνα με αυτήν. Εκτός αν θέλουν από μόνοι τους κάποιοι ν’ ανεβούν προς Αυτόν ξεπερνώντας τη φύση και επιδιώκοντας την τελειότητα. Γι’ αυτούς είναι η παρθενία, η ακτημοσύνη, η ταπεινοφροσύνη. Η ευγνωμοσύνη δεν είναι μόνο γι’ αυτούς, γιατί είναι φυσική, ενώ η ταπεινοφροσύνη είναι, γιατί είναι υπέρ φύση. Ο ταπεινόφρων εργάζεται κάθε αρετή και, ενώ δε χρωστά τίποτε, έχει χρεώστη τον εαυτό του και κατώτερο απ’ όλους. Ο ευγνώμων αντίθετα, χρωστά και ομολογεί το χρέος. Παρόμοια, όποιος ελεεί, ελεεί από εκείνα που έχει και δεν είναι πάνω από τη φύση όπως ο ακτήμων. Ούτε ο έγγαμος είναι όπως αυτός που παρθενεύει. Γιατί η παρθενία είναι υπερφυσικό χάρισμα. Γι’ αυτό ο έγγαμος σώζεται, αν αφήσει τα δικά του θελήματα και εκπληρώνει τα θελήματα του Θεού, ενώ ο παρθένος θα λάβει στεφάνι για την υπομονή του και δόξα από το Θεό, επειδή δεν άφησε μόνο τα απαγορευμένα από τους νόμους, αλλά μαζί μ’ αυτά και την ίδια τη φύση του, με τη βοήθεια του Θεού, και αγάπησε ολόψυχα τον υπέρ φύση Θεό προσπαθώντας να μιμηθεί όσο μπορούσε την απάθειά Του. Όμως επειδή αγνοούμε όχι μόνο τους εαυτούς μας και εκείνα που κάνομε, αλλά και ποιος είναι ο σκοπός τους, και τι ζητούμε με αυτά, γι’ αυτό μας φαίνονται ότι δε συμφωνούν οι θείες Γραφές και οι λόγοι των Αγίων, των παλιών Προφητών και Δικαίων και των νέων αγίων Πατέρων. Και τώρα που θέλομε να σωθούμε, τους βρίσκομε ασύμφωνους μεταξύ τους, πράγμα που δεν συμβαίνει.

Με λίγα λόγια, ας δούμε από τη φύση των πραγμάτων ότι, αν θέλει κάποιος άνθρωπος να σωθεί, κανείς δεν μπορεί να τον εμποδίσει, ούτε ο καιρός, ούτε ο τόπος, ούτε κάποια πράξη. Φτάνει να μην κάνει χρήση άπρεπη του πράγματος που θέλει, αλλά να κλίνει με διάκριση σε κάθε νόημά Του προς τον θεϊκό σκοπό. Γιατί δεν είναι αναγκαία εκείνα που γίνονται, αλλά αυτό που οδηγεί σ’ αυτά. Ούτε αθέλητα αμαρτάνομε, αλλά θεληματικά συγκατανεύομε πρώτα στο λογισμό και γινόμαστε έπειτα αιχμάλωτοί του, και αυτός τότε οδηγεί τον αιχμάλωτο στο να αμαρτήσει, ακόμη και χωρίς να θέλει. Επίσης και τα πταίσματα που γίνονται από άγνοια, από τα εν γνώσει προέρχονται. Αν λόγου χάρη, δεν μεθύσει κανείς είτε από κρασί, είτε από επιθυμία, δεν του δημιουργείται άγνοια. Όταν μεθύσει, αρχίζει και σκοτίζεται ο νους, και απ’ αυτό προέρχεται το πέσιμο, και από το πέσιμο ο θάνατος. Ώστε ο θάνατος δεν ήρθε από άγνοια, αλλά η εν γνώσει μέθη έφερε το θάνατο από άγνοια. Και πολλά θα βρει κανείς, μάλιστα στα νοήματα, που δείχνουν ότι από τα εκούσια πέφτομε στα ακούσια, και από τα εν γνώσει πέφτομε σε πταίσματα άγνοιας. Αλλά με το να μας φαίνονται τα πρώτα ελαφρά και γλυκά, ερχόμαστε στα δεύτερα χωρίς να θέλομε και χωρίς να καταλάβομε. Αν θέλαμε από την αρχή να τηρούμε τις εντολές και να μένομε καθαροί όπως βαπτιστήκαμε, δε θα φτάναμε σε τόσα αμαρτήματα και δε θα είχαμε ανάγκη από τους κόπους και τους πόνους της μετάνοιας. Όμως και πάλι, αν θέλομε, η δεύτερη χάρη του Θεού, δηλαδή η μετάνοια, μπορεί να μας ανεβάσει στο αρχικό κάλλος. Αν όμως ούτε για τη μετάνοια δε φροντίζομε, τότε αναγκαστικά, ως αμετανόητοι σαν τους δαίμονες, πηγαίνομε μαζί τους στην αιώνια κόλαση, μάλλον με τη θέλησή μας, παρά χωρίς αυτή. Ο Θεός μας δημιούργησε για να δοκιμάσομε όχι την οργή Του, αλλά την αγάπη Του(Α΄ Θεσ. 5,9), ώστε απολαμβάνοντας τα αγαθά Του, να έχομε διάθεση ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης προς τον Ευεργέτη. Αλλά η αμέλειά μας να γνωρίσομε τις δωρεές Του, μας έφερε σε ραθυμία, και αυτή μας παρέδωσε στη λησμοσύνη, από την οποία κυριάρχησε πάνω μας η άγνοια.

Όταν θέλομε να βάλομε αρχή επιστροφής εκεί από όπου ξεπέσαμε, έχομε ανάγκη από πολύν κόπο, γιατί δε θέλομε να αφήσομε τα θελήματά μας αλλά νομίζομε ότι μαζί με αυτά μπορούμε να κάνομε και τα θελήματα του Θεού, πράγμα αδύνατο. Γιατί και ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Δεν κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα που με απέστειλε»(Ιω. 6,38), αν και το θέλημα του Πατέρα, του Υιού και του Πνεύματος είναι ένα, αφού είναι και μία φύση αχώριστη. Αλλά για μας το είπε αυτό και για το θέλημα της σάρκας. Γιατί αν δεν ξεπεραστεί η σάρκα, ώστε να κυβερνιέται όλος ο άνθρωπος από το Πνεύμα του Θεού(Ρωμ. 8,14), δεν πράττει το θέλημα του Θεού, παρά μόνο δια της βίας. Όταν όμως κυριαρχήσει η χάρη του Πνεύματος μέσα μας, τότε δεν έχομε πια δικό μας θέλημα, αλλά ό,τι κάνομε είναι θέλημα Θεού. Τότε ειρηνεύουμε. Και θα ονομαστούν »παιδιά του Θεού» οι τέτοιοι άνθρωποι γιατί θέλουν το θέλημα του Πατέρα, όπως ο Υιός του Θεού και Θεός.

Αυτό είναι αδύνατο να το πετύχει κανείς, χωρίς την τήρηση των εντολών, με τις οποίες έρχεται η αποκοπή κάθε ηδονής και του θελήματός μας και κάθε οδύνης, λόγω της υπομονής για την τήρηση του θελήματος του Θεού. Γιατί από την ανοησία γεννιούνται η ηδονή και η οδύνη, όπως προείπαμε, και από αυτά, κάθε κακία. Ο ανόητος είναι φίλαυτος και δεν μπορεί να είναι φιλάδελφος, ούτε φιλόθεος, ούτε έχει εγκράτεια στις ηδονές, δηλαδή στα θελήματα που του αρέσουν, ούτε υπομονή στα οδυνηρά, αλλά άλλοτε επιτυγχάνει το θέλημά του και αυξάνεται η ηδονή και η έπαρσή του, κι άλλοτε αποτυγχάνει και πέφτει σε μικροψυχία και πνίξιμο της ψυχής, το οποίο είναι αρραβώνας της κολάσεως. Ενώ από τη γνώση, δηλαδή τη φρόνηση, γεννιούνται η εγκράτεια και η υπομονή, γιατί ο φρόνιμος κυριαρχεί στο θέλημά του και υπομένει την οδύνη απ’ αυτό. Και πιστεύοντας ότι είναι ανάξιος για τα αγαθά, έχει διάθεση ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας προς τον Ευεργέτη και φοβάται μήπως από τα πολλά αγαθά που του έδωσε ο Θεός στη ζωή αυτή ζημιωθεί στον μέλλοντα αιώνα. Και έτσι με την εγκράτεια εργάζεται και τις άλλες αρετές και θεωρεί τον εαυτό του χρεώστη σε όλα, χωρίς να βρίσκει τίποτε να αντιπροσφέρει στον Ευεργέτη, αλλά και τις αρετές τις νομίζει σαν μεγαλύτερο χρέος. Γιατί παίρνει και δε δίνει, και τούτο μόνο, το ότι αξιώθηκε να ευχαριστεί το Θεό και ότι δέχεται ο Θεός την ευχαριστία του, το θεωρεί μεγαλύτερο χρέος, και ευχαριστεί αδιάκοπα το Θεό πράττοντας πάντοτε το αγαθό. Και έχει πάντοτε τον εαυτό του περισσότερο χρεώστη και ταπεινοφρονώντας, τον θεωρεί κατώτερο απ’ όλους, ευφραίνεται από το Θεό που τον ευεργετεί, και ενώπιόν Του νιώθει αγαλλίαση μαζί με τρόμο(Ψαλμ. 2,11). Φτάνοντας στη θεία και αδιάπτωτη αγάπη με την ταπεινοφροσύνη, δέχεται τα λυπηρά σαν να είναι άξιος γι’ αυτά. Ή μάλλον, θεωρεί τον εαυτό του ότι είναι άξιος και για περισσότερες θλίψεις, και χαίρεται γιατί αξιώθηκε έστω και λίγο να θλιβεί σ’ αυτή τη ζωή και να ξελαφρωθεί λίγο από τις πολλές κολάσεις που προετοίμασε στον εαυτό του, για τη μέλλουσα ζωή, και γιατί έτσι γνωρίζει την ασθένειά του για να μην υπερηφανεύεται. Και επειδή αξιώθηκε να τα γνωρίζει αυτά και να υπομένει με τη χάρη του Θεού, έρχεται σε θείο πόθο. Γιατί η ταπεινοφροσύνη γεννιέται από τη γνώση, και η γνώση από τους πειρασμούς. Σ’ εκείνον που γνώρισε την εαυτό του, δίνεται η γνώση των πάντων. Και εκείνος που υποτάσσεται στο Θεό, υποτάσσει στον εαυτό του κάθε σαρκικό φρόνημα, και ύστερα θα υποταχθούν σ’ αυτόν τα πάντα, όταν κυριαρχήσει η ταπείνωση πάνω στα μέλη του. Όπως λένε οι άγιοι Βασίλειος και Γρηγόριος, εκείνος που εννόησε ότι ο εαυτός του βρίσκεται μεταξύ μεγέθους και ταπεινότητας- επειδή έχει νοερή ψυχή και θνητό και γήινο σώμα-, ποτέ δεν υπερηφανεύεται, ούτε απελπίζεται, αλλά από σεβασμό στη νοερή φύση της ψυχής του αποστρέφεται όλα τα αισχρά, και γνωρίζοντας την ασθένειά του αποφεύγει κάθε υψηλοφροσύνη.

Εκείνος λοιπόν που γνώρισε την ασθένειά του από τους πολλούς πειρασμούς των ψυχικών και σωματικών παθών, αυτός είδε την άπειρη δύναμη του Θεού, πως λυτρώνει τους ταπεινούς που φωνάζουν προς Αυτόν με προσευχή γεμάτη πόνο από την καρδιά τους, και πλέον του γίνεται η προσευχή σαν απόλαυση, επειδή γνωρίζει ότι χωρίς το Θεό δεν μπορεί να κάνει τίποτε(Ιω. 15,5). Και από φόβο να μην πέσει, από τη μία αγωνίζεται να μένει προσκολλημένος στο Θεό, κι από την άλλη θαυμάζει καθώς σκέφτεται πως ο Θεός τον λύτρωσε από τόσους πειρασμούς και πάθη και ευχαριστεί Εκείνον που μπορεί να τον λυτρώσει. Και μαζί με την ευχαριστία αποκτά την ταπείνωση και την αγάπη, και δεν τολμά να κρίνει κανένα, γνωρίζοντας ότι όπως ο Θεός βοήθησε τον ίδιο, έτσι και όλους μπορεί να τους βοηθήσει όταν θέλει όπως λέει ο άγιος Μάξιμος. Σκέφτεται ακόμη ότι ίσως μπορεί κανείς να παλεύει με πολλά πάθη και να νικά, ο ίδιος όμως είναι ασθενής και αδύνατος, και γι’ αυτό τον βοήθησε γρήγορα ο Θεός για να μη χαθεί ολότελα η ψυχή του. Και άλλα περισσότερα σκέφτεται εκείνος που γνωρίζει την ασθένειά του, και μένει έτσι άπτωτος. Και είναι αδύνατο να φτάσει κανείς σ’ αυτό, αν δεν πάθει πολλούς πειρασμούς ψυχικούς και σωματικούς και αν κάνοντας υπομονή με τη βοήθεια του Θεού δε λάβει την πείρα τους. Ο άνθρωπος αυτός δεν τολμά να κάνει καθόλου το δικό του θέλημα χωρίς να ρωτήσει εκείνους που έχουν πείρα, ούτε να προβάλει κάποιο δικό του νόημα. Γιατί ποια είναι η ανάγκη να κάνει ή να σκεφτεί κάτι που δεν χρειάζεται για τη ζωή ή για τη σωτηρία της ψυχής;

Αν τώρα κανείς δε γνωρίζει ποιο θέλημα και ποιο νόημα να παραμερίσει, ας δοκιμάζει κάθε πράγμα και κάθε νόημα, τι είδους αντίδραση του προκαλεί κατά την αποχή και την επικράτησή του. Αν προκαλεί ηδονή όταν γίνεται ,και οδύνη όταν εμποδίζεται, είναι κακό και οφείλει να το καταφρονεί πριν πολυκαιρίσει, οπότε θα κοπιάσει να το νικήσει όταν καταλάβει ότι είναι βλαβερό. Αυτό το λέω για κάθε πράγμα και νόημα, χωρίς τα οποία μπορούμε να ζήσομε σωματικά και να ευαρεστήσομε το Θεό. Γιατί η συνήθεια, όταν πολυκαιρίσει, παίρνει δύναμη φυσικής ιδιότητας, ενώ αν δεν υποχωρείς σ’ αυτήν αδυνατίζει και σιγά-σιγά χάνεται. Είτε καλή συνήθεια είναι, είτε κακή, ο χρόνος την τρέφει, όπως τα ξύλα τρέφουν τη φωτιά. Γι’ αυτό οφείλομε να μελετούμε και να πράττομε το αγαθό με όλη μας τη δύναμη, για να μας γίνει έξη. Και τότε η συνήθεια εργάζεται αυτόματα το κάθε αγαθό χωρίς κόπο όπως οι Πατέρες νίκησαν με τα μικρά τα μεγάλα. Εκείνος π.χ. που δεν παραδέχεται ούτε τ’ απαραίτητα για το σώμα, αλλά τα απορρίπτει για να βαδίζει τη στενή και γεμάτη δυσκολίες οδό(Ματθ. 7,14), πότε θα πέσει στη φιλοκτημοσύνη;

Δεν είναι βέβαια φιλιοκτημοσύνη μόνο η κτήση πολλών πραγμάτων, αλλά και η εμπαθής προσκόλληση σε κάτι και η κακή ή η υπερβολική χρήση του. Πολλοί από τους παλιούς Αγίους είχαν πολλά όπως ο Αβραάμ(Γεν. 13,2), ο Ιώβ(Ιωβ. 1,3), ο Δαβίδ(Α΄ Παρ. 29,28) και άλλοι πολλοί. Όμως δεν είχαν προσκόλληση σ’ αυτά, αλλά τα είχαν ως πράγματα του Θεού, και μάλλον με αυτά ήθελαν να ευαρεστήσουν το Θεό. Ο Κύριος όμως, καθώς είναι υπερτέλειος και η ίδια η σοφία, έκοψε και τη ρίζα: όχι μόνο δηλαδή συμβούλεψε εκείνους που Τον ακολουθούν με τη μίμηση της τελειότατης αρετής Του, να μην έχουν χρήματα και κτήματα αλλά ούτε ψυχή(Λουκ. 14,26), δηλαδή θέλημα ή νόημα δικό τους.

Γνωρίζοντας αυτό οι Πατέρες, απέφυγαν τον κόσμο ως εμπόδιο για την τελειότητα, αλλά απέφυγαν ακόμη και τα θελήματά τους. Γιατί κανείς ποτέ από αυτούς δεν έκανε δικό του θέλημα. Αλλά άλλοι έγιναν υποτακτικοί για να έχουν στη θέση του Χριστού τον πνευματικό πατέρα οδηγό σε κάθε τους νόημα. Άλλοι έζησαν στην έρημο με τέλεια αποφυγή των ανθρώπων κι είχαν τον ίδιο Θεό δάσκαλο, που για χάρη Του θέλησαν να υπομείνουν το θάνατο της προαιρέσεώς τους. Άλλοι ακολούθησαν τη βασιλική οδό, έζησαν δηλαδή μαζί με έναν ή δύο άλλους αδελφούς τον ησυχαστικό βίο και είχαν ο ένας τον άλλο σύμβουλο για ευαρέστηση του Θεού. Και όσοι μετά την υποταγή, με άδεια του πνευματικού τους, τάχθηκαν να καθοδηγούν άλλους αδελφούς, ζούσαν σαν να ήταν υποτακτικοί, φυλάγοντας τις παραδόσεις των Πατέρων τους, και πήγαινε καλά ό,τι επιχειρούσαν. Τώρα όμως, επειδή δεν θέλομε ούτε οι υποτακτικοί, ούτε οι υπεύθυνοι να παραμερίσομε τα θελήματά μας, γι’ αυτό κανείς δεν προκόβει. Και ίσως έχει απομείνει, αν έχει μείνει κι αυτό, η αποφυγή των ανθρώπων και των βιοτικών υποθέσεων, η πορεία στη βασιλική οδό και ο βίος της ησυχίας μαζί με έναν ή δύο άλλους και η μελέτη των εντολών του Χριστού και όλης της Γραφής νύχτα και ημέρα, ώστε καθώς θα ελέγχεται απ’ όλα αυτά και από τη συνείδηση και από την προσοχή κατά την ανάγνωση και την προσευχή, να καταλήξει τουλάχιστον κανείς στην πρώτη εντολή, δηλαδή το φόβο του Θεού, ο οποίος έρχεται από την πίστη και την μελέτη των θείων Γραφών. Και από το φόβο του Θεού να φτάσει στο πένθος, και με αυτό στις εντολές που είπε ο Απόστολος, δηλαδή την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη(Α΄ Κορ. 13,13). Γιατί εκείνος που πιστεύει στον Κύριο, φοβάται την κόλαση, κι εκείνος που φοβάται την κόλαση, τηρεί τις εντολές. Κι εκείνος που τηρεί τις εντολές, υπομένει τις θλίψεις. Κι εκείνος που υπομένει τις θλίψεις, θα αποκτήσει την ελπίδα στο Θεό. Η ελπίδα χωρίζει το νου από κάθε δεσμό με τα πάθη. Κι εκείνος που απαλλάχθηκε από κάθε δεσμό με τα πάθη θα αποκτήσει την αγάπη στο Θεό. Αυτά όπου κι αν θέλει κανείς να τα εκτελεί, σώζεται.

Η ησυχία πάλι, επειδή είναι αρχή καθάρσεως της ψυχής, πραγματοποιεί χωρίς κόπο όλες τις εντολές για εκείνον που έχει αγαθή προαίρεση. Όπως λένε: «Φεύγε από τον κόσμο, σώπαινε, ησύχαζε, γιατί αυτές είναι οι ρίζες της αναμαρτησίας». Και πάλι λένε: «Απόφευγε τους ανθρώπους, και σώζεσαι». Γιατί οι συναντήσεις κι οι συνομιλίες δεν αφήνουν το νου να δει ούτε τα αμαρτήματά του, ούτε τις πανουργίες των δαιμόνων, για να φυλάει τον εαυτό του ο άνθρωπος, αλλά ούτε και τις ευεργεσίες και τις πρόνοιες του Θεού, για να αποκτήσει από αυτά τη γνώση του Θεού και τη ταπείνωση. Και γι’ αυτό οφείλει εκείνος που θέλει να βαδίζει σύντομο δρόμο προς το Χριστό, δηλαδή την απάθεια και τη γνώση, και να φτάσει με χαρά στην τελειότητα, να μη βαδίζει αλλού κι αλλού, δηλαδή δεξιά ή αριστερά, αλλά σ’ όλη του τη ζωή ν’ ακολουθεί με προθυμία τη βασιλική οδό. Και να αποφεύγει με σταθερότητα και τις υπερβολές και τις ελλείψεις, γιατί και οι δύο προκαλούν ηδονή. Ούτε δηλαδή με το πλήθος των φαγητών και των συνομιλιών να σκοτίζει το νου, και από τους περισπασμούς σε διάφορα πράγματα να τον κάνει τυφλό. Ούτε πάλι με τη μακρά νηστεία και αγρυπνία να θολώνει τη διάνοια. Αλλά να εργάζεται ορθά και με υπομονή τους επτά τρόπους, δηλαδή τις σωματικές πράξεις, και να ανεβαίνει όπως σε σκάλα, κατέχοντας όλες μαζί τις επτά και βαδίζοντας προς την ηθική πράξη, με την οποία δίνονται από τη χάρη του Θεού οι πνευματικές θεωρίες σ’ εκείνον που πιστεύει, όπως λέει ο Κύριος(Ματθ. 13,11-12).

Και να ξέρει ότι όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη και ωφέλιμη(Β΄ Τιμ. 3,16), και ότι δεν μπορεί κανείς να εμποδίσει εκείνον που θέλει να σωθεί, ούτε έχει κανείς άλλος εξουσία πάνω μας, παρά μόνο Εκείνος που μας έπλασε, που είναι και έτοιμος να βοηθήσει και να σκεπάσει από κάθε πειρασμό εκείνους που Τον επικαλούνται με όλη τους την καρδιά και θέλουν να κάνουν το άγιο θέλημά Του. Γιατί χωρίς Αυτόν, κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι καλό(Ιω. 15,5), ούτε να πάθει αθέλητα κανένα κακό, αν Αυτός δεν παραχωρήσει, για να παιδαγωγήσει τον αμαρτωλό και να σώσει την ψυχή του. Και να ξέρει επίσης ότι τα πονηρά έργα είναι δικά μας και γίνονται από ραθυμία δική μας και συνέργεια των δαιμόνων, ενώ κάθε γνώση και αρετή και δύναμη είναι χάρη Θεού, όπως και όλα τα άλλα. Και ότι ο Θεός κατά χάρη έδωσε σ’ όλους τη δυνατότητα να γίνουν παιδιά Του(Ιω. 1,12) με την τήρηση των θείων εντολών, που μάλλον απ’ αυτές φυλάγουν εμάς και είναι χάρη Θεού. Γιατί χωρίς τη χάρη του Θεού ούτε αυτές δεν μπορούμε να τηρήσομε, μα ούτε κι έχομε τίποτε άλλο να Του προσφέρομε, παρά πίστη και καλή προαίρεση. Και γενικά, κατέχοντας όλα τα ορθά δόγματα με τη βέβαιη πίστη και την ακοή, να αρχίζομε την εργασία με απερίσπαστη προσοχή, σαν τα μαθήματα στο σχολείο, και έτσι να μαθαίνουμε με επιμέλεια τις πετά πράξεις που προείπαμε, οι οποίες παρουσιάζονται στη συνέχεια.

Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, γ΄τόμος, σελ. 68-81.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: