Όσιος Θαλάσσιος ο Λίβυος – Περί αγάπης και εγκρατείας και της κατά νουν πολιτείας, Πρός τον πρεσβύτερο Παύλο. Τέταρτη Εκατοντάδα. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄).

* Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄ (σελ. 291-297).

Όσιος Θαλάσσιος ο Λίβυος

Περί αγάπης και εγκρατείας και της κατά νουν πολιτείας. Πρός τον πρεσβύτερο Παύλο

Τέταρτη εκατοντάδα

* Ακροστυχίδα πρωτοτύπου : »Όμως ουν και εκ των κυρίως κακών, και των μη κυρίως, νομιζομένων δε, εύξαι εκτενώς προς Κύριον τον Θεόν ημών λυτρωθήναι ημάς».

1. Εκείνος που απομάκρυνε το νου του από την αγάπη και την περιποίηση του σώματος, αυτός θανάτωσε μέσω τού ζωοποιού Πνεύματος τις πράξεις του σώματος(Ρωμ. 8, 13).

2. Μη νομίζεις ότι χωρίστηκες από τη σχέση προς τη σάρκα, εφόσον ο νους σου ασχολείται ακόμη μ’ εκείνα που είναι οικεία στη σάρκα.

3. Όπως οικεία στη σάρκα είναι η αίσθηση και τα αισθητά, έτσι οικεία στην ψυχή είναι ο νους και τα νοητά.

4. Περιμάζεψε την ψυχή σου από την αίσθηση των αισθητών, και τότε ο νους σου βρίσκεται στο Θεό και στα νοητά.

5. Συγγενείς στη θεότητα είναι οι νοερές φύσεις, οι οποίες μόνο στο νου είναι αντιληπτές. Η αίσθηση και τα αισθητά κτίσθηκαν για να υπηρετούν το νου.

6. Ας σε υπηρετούν η αίσθηση και τα αισθητά στην πνευματική θεωρία, και όχι αντιθέτως να υπηρετούν την αίσθηση όσα παρακινούν στην επιθυμία της σάρκας.

7. Έλαβες εντολή να νεκρώσεις τις πράξεις του σώματος, ώστε ν’ αναστήσεις με τους κόπους σου την ψυχή που νεκρώθηκε στις ηδονές.

8. Να κυριαρχείσαι από το Θεό και να κυριαρχείς πάνω στην αίσθηση, και μην παραδώσεις την εξουσία, συ ο καλύτερος, στη χειρότερη.

9. Ο Θεός είναι αιώνιος και απέραντος και απεριόριστος, και υποσχέθηκε αιώνια και απέραντα και ανέκφραστα αγαθά σ’ εκείνους που υπακούουν σ’ Αυτόν.

10. Ιδίωμα του νου είναι να ζει στο Θεό και να διανοείται γι’ Αυτόν, για την πρόνοιά Του και για τις φοβερές κρίσεις Του.

11. Έχεις εξουσία να κλίνεις ή στο καλό ή στο κακό. Διάλεξε το καλύτερο και βάζεις κάτω από την εξουσία σου το χειρότερο.

12. Καλή είναι η αίσθηση και καλά τα αισθητά, γιατί είναι έργα τού αγαθού Θεού. Δεν συγκρίνονται όμως διόλου με το νου και τα νοητά.

13. Ο Κύριος δημιούργησε τη λογική και νοερή ουσία τέτοια, ώστε να είναι δεκτική της γνώσεως του παντός και της δικής Του· την αίσθηση και τα αισθητά τα δημιούργησε για να την υπηρετούν.

14. Όπως είναι άτοπο να υποτάξεις αγαθό κύριο σε κακό δούλο, έτσι είναι άτοπο να υποδουλώσεις το λογικό νου στο φθαρτό σώμα.

15. Ο νους που δεν επιστατεί στην αίσθηση, πέφτει στα κακά εξαιτίας της. Ξεγελασμένος από την ηδονή των αισθητών, γεννά στον εαυτό του κάθε κακία.

16. Όταν κυριαρχείς πάνω στην αίσθηση, ν’ ασφαλίζεσαι κι από τη μνήμη. Γιατί οι εμπαθείς εντυπώσεις της αισθήσεως ανακινούν τα πάθη.

17. Να καταπονείς το σώμα και να προσεύχεσαι συνεχώς, και θα απαλλαγείς πολύ γρήγορα από τους λογισμούς που προξενούν οι εμπαθείς εντυπώσεις.

18. Να ασχολείσαι ακατάπαυστα με τα θεία λόγια, γιατί η φιλοπονία γύρω απ’ αυτά καταστρέφει τα πάθη.

19. Σταματούν το νου από την περιπλάνηση γύρω στα πάθη, η ανάγνωση και η αγρυπνία, η προσευχή και η ψαλμωδία.

20. Όπως η άνοιξη ανακινεί τα φυτά να βλαστήσουν, έτσι και η απάθεια το νου προς τη γνώση των όντων.

21. Τήρησε τις εντολές και θα βρεις ειρήνη, θα αγαπήσεις το Θεό και θα επιτύχεις τη γνώση.

22. Με κόπο και μόχθο και με ιδρώτα του προσώπου σου καταδικάστηκες να τρως τον άρτο της θείας γνώσεως(Γεν. 3, 19).

23. Η αμέλεια οδήγησε τον Προπάτορα στην παράβαση και αντί της τρυφής του Παραδείσου τον καταδίκασε σε θάνατο(Γεν. 3, 22).

24. Να κυριαρχείς και συ στην Εύα (αίσθηση)· πρόσεχε το φίδι, μήπως την εξαπατήσει και δώσει αυτή έπειτα και σε σένα από το καρπό της παραβάσεως(Γεν. 3, 1-5).

25. Όπως η ψυχή ζωοποιεί κατά φύση το σώμα, έτσι και την ψυχή η αρετή και η γνώση.

26. Ο αλαζονικός νους είναι άνυδρο σύννεφο(Ιούδα 12) που το παρασύρουν οι άνεμοι της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας.

27. Όταν κυριαρχείς στην κενοδοξία, πρόσεχε την πορνεία· μη τυχόν, ενώ αποφεύγεις τις τιμές, πέσεις στην ατιμία της αμαρτίας.

28. Όταν αποφεύγεις την κενοδοξία, έχετο νου σου στο Θεό. Διαφορετικά θα πέσεις ή στην οίηση ή στην πορνεία.

29. Ιδίωμα της κενοδοξίας είναι το επιδεικτικό φέρσιμο, και της υπερηφάνειας το να εξευτελίζει κανείς τους άλλους και να θυμώνει.

30. Όταν αποφεύγεις τη γαστριμαργία, να φυλάγεσαι από την ανθρωπαρέσκεια, που σε ωθεί να επιδείξεις την ωχρότητα του προσώπου σου.

31. Ωραία νηστεία είναι αυτή που αγαπά τη λιγοφαγία, γιατί και λιτότητα είναι και αποφεύγει την ανθρωπαρέσκεια.

32. Όταν νηστεύεις μέχρι το βράδυ, μη χορτάσεις υπερβολικά, για να μην οικοδομήσεις πάλι εκείνα που κατεδάφισες(Γαλ. 2, 18).

33. Όταν δεν πίνεις κρασί, μη χορτάσεις με νερό. Διαφορετικά δίνεις το ίδιο υλικό στην πορνεία.

34. Η υπερηφάνεια απομακρύνει από τη βοήθεια του Θεού, κάνει τον άνθρωπο να έχει πεποίθηση στον εαυτό του και να υπερηφανεύεται απέναντι στους άλλους.

35. Εναντίον της υπερηφάνειας δύο πράγματα υπάρχουν, τα οποία όποιος δεν τα αποδέχεται, θα του έρθει τρίτο, πάρα πολύ οδυνηρό.

36. Την υπερηφάνεια εξαφανίζει η προσευχή με δάκρυα, το να μην εξευτελίζει ο άνθρωπος κανένα και οι αθέλητες συμφορές.

37. Η παιδαγωγία με πειρασμούς είναι νοητό ραβδί που διδάσκει αυτόν που επαίρεται μέσα στην ανοησία του, να ταπεινοφρονεί.

38. Έργο που προσιδιάζει στο νου είναι το να μην ανέχεται κανένα λογισμό που καταλαλεί κρυφά τον πλησίον.

39. Όπως ο κηπουρός, όταν δεν ξεριζώνει τα αγριόχορτα, πνίγονται τα λαχανικά, έτσι και ο νους, όταν δεν καθαρίζει τους λογισμούς, χάνει τους κόπους.

40. Είναι συνετός άνθρωπος εκείνος που δέχεται συμβουλή, και μάλιστα συμβουλή πνευματικού πατέρα που συμβουλεύει κατά Θεόν.

41. Εκείνος που έχει νεκρωθεί από τα πάθη του, δεν αισθάνεται τη συμβουλή, ούτε ανέχεται καθόλου πνευματική παιδαγωγία.

42. Εκείνος που δε δέχεται συμβουλή, δε βαδίζει ορθά τους δρόμους του, αλλά πάντοτε τραβάει στους γκρεμούς και τα φαράγγια.

43. Μοναχός είναι ο νους που απαρνήθηκε την αίσθηση και δεν καταδέχεται ούτε και να δει ένα λογισμό ηδονής.

44. Γιατρός είναι ο νους που γιάτρεψε τον εαυτό του, και γιατρεύει τους άλλους από εκείνα που γιατρεύτηκε.

45. Ζήτησε την αρετή και μην την χάσεις, για να μην ζήσεις αισχρά και πεθάνεις ελεεινά.

46. Ο Κύριος μας Ιησούς χάρισε σε όλους το φως, αλλά εκείνοι που δεν πείθονται σ’ Αυτόν, σκοτίζουν τον εαυτό τους.

47. Μη νομίζεις ότι είναι μικρή ζημιά να χάσεις την αρετή. Γιατί απ’ αυτό μπήκε ο θάνατος στον κόσμο.

48. Υπακοή στην εντολή είναι ανάσταση των νεκρών γιατί την αρετή εκ φύσεως ακολουθεί η ζωή.

49. Αφού νεκρώθηκε ο νους με την παράβαση της εντολής, ακολούθησε κατ’ ανάγκην ο θάνατος του σώματος.

50. Όπως ο Αδάμ με την παράβαση της εντολής υπέκυψε στο θάνατο, έτσι ο Σωτήρας με την υπακοή Του νέκρωσε το θάνατο.

51. Νέκρωσε την κακία για να μη βρεθείς νεκρός κατά την ανάσταση και από μικρό θάνατο μεταβείς σε μεγάλο.

52. Για την παράβαση του Αδάμ έγινε άνθρωπος ο Σωτήρας, για να καταργήσει την καταδίκη και ν’ αναστήσει όλους.

53. Από την παρούσα ζωή πηγαίνει στην μέλλουσα, εκείνος που νέκρωσε τα πάθη του και χωρίστηκε από την άγνοια.

54. Ερεύνησε τις Γραφές και θα βρεις τις εντολές· κάνε ό,τι λένε, και θ’ απαλλαγείς από τα πάθη.

55. Η υπακοή στην εντολή προξενεί την κάθαρση της ψυχής. Και η κάθαρση της ψυχής προκαλεί μέθεξη φωτός.

56. «Δένδρο της ζωής»(Γεν. 2, 9) είναι η γνώση του Θεού. Μετέχοντας σ’ αυτό ο καθαρός, μένει αθάνατος.

57. Αρχή της πρακτικής αρετής είναι η πίστη του Χριστού, και τέλος της η αγάπη του Χριστού.

58. Ο Ιησούς είναι ο Χριστός και Κύριος και Θεός μας, ο οποίος μας χάρισε την πίστη σ’ Αυτόν για να ζήσομε.

59. Με ψυχή και σώμα και θεότητα μας φανερώθηκε ο Ιησούς, για να λυτρώσει και την ψυχή και το σώμα, ως Θεός, από τον θάνατο.

60. Ας αποκτήσομε πίστη για να φτάσομε στην αγάπη, από την οποία γεννιέται ο φωτισμός της γνώσεως.

61. Την απόκτηση της πίστεως την ακολουθούν τα εξής: ο φόβος του Θεού, η εγκράτεια των ηδονών, η υπομονή των κόπων, η ελπίδα στο Θεό, η απάθεια και η αγάπη.

62. Από την ειλικρινή αγάπη γεννιέται η φυσική γνώση. Αυτή τη διαδέχεται το έσχατο επιθυμητό. Αυτό είναι η χάρη της θεολογίας.

63. Ο νους που κυριαρχεί στα πάθη, ενεργεί οπωσδήποτε από φόβο, επειδή πιστεύει στο Θεό για όσα ήλπισε και για όσα υποσχέθηκε ο Θεός.

64. Σ’ όποιον έδωσε ο Θεός πίστη, απ’ αυτόν ζητάει εγκράτεια. Αυτή όταν πολυκαιρίσει, γεννά την υπομονή, η οποία είναι έξη που κατακτήθηκε με πολύν κόπο.

65. Σημάδι της υπομονής είναι η αγάπη των κόπων. Σ’ αυτούς έχει θάρρος ο νους και ελπίζει να επιτύχει τις θείες υποσχέσεις και να αποφύγει τις απειλημένες τιμωρίες.

66. Η προσδοκία των μελλοντικών αγαθών ενώνει το νου με όσα προσδοκά· όταν χρονίσει σ’ αυτά, λησμονεί τα παρόντα.

67. Απορρίπτει τα παρόντα εκείνος που γεύθηκε τα ελπιζόμενα, γιατί μετάγγισε όλον τον πόθο του σ’ εκείνα.

68. Ο Θεός είναι εκείνος που υποσχέθηκε τα μέλλοντα αγαθά, στον οποίο πιστεύοντας ο εγκρατής, ποθεί τα μέλλοντα σαν να είναι παρόντα.

69. Σημάδι ότι ο νους μένει στα ελπιζόμενα αγαθά είναι να φτάσει σε τέλεια λήθη των εδώ και να εκτείνεται στη γνώση των μελλόντων.

70. Καλή είναι η απάθεια, την οποία διδάσκει ο Θεός της αλήθειας,πληροφορώντας από εδώ την ψυχή που τον αγαπά.

71. Υπεραιώνια και πριν από κάθε αιώνα και πάνω από κάθε νου και λόγο είναι τα αγαθά που περιμένουν τους κληρονόμους της θείας υποσχέσεως.

72. Ας ρυθμίσομε τους εαυτούς μας σύμφωνα με τους κανόνες της ευσέβειας, για να μην ξεστρατίσομε σε πάθη και χάσομε όσα ελπίζομε.

73. Ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο ένας από την Αγία Τριάδα, του Οποίου μέλλεις να γίνεις κληρονόμος.

74. Εκείνος που διδάχθηκε από το Θεό τη γνώση των όντων, δεν έχει δυσπιστία στην Αγία Γραφή για τα προλεχθέντα.

75. Όταν το Άγιο Πνεύμα βρει νου που γυμνώθηκε από τα πάθη, τον διδάσκει ανάλογα για όλα όσα ελπίζομε.

76. Ανάλογα με την κάθαρση του νου, χορηγείται στην ψυχή η γνώση των θείων λόγων.

77. Εκείνος που εχει βάλει κανόνα στο σώμα του και παραμένει στη γνώση, με αυτή τη γνώση καθαρίζεται όλο και περισσότερο.

78. Ο νους που αρχίζει να φιλοσοφεί τα θεία, αρχίζει από την πίστη. Περνώντας από τα ενδιάμεσα, πάλι καταλήγει στην ανώτατη πίστη.

79. Στην αρχή της κατά Θεόν φιλοσοφίας βρίσκεται, όπως παρατηρείται, ο φόβος, που όμως έπεται· στο τέλος της βρίσκεται η αγάπη, που πρέπει να προηγείται.

80. Ο νους που αρχίζει την κατά Θεόν φιλοσοφία από την άμεση πίστη, καταλήγει στην πέρα από κάθε νου θεολογία, την οποία ορίζουν ως αδιάπτωτη πίστη και όραση των αοράτων πραγμάτων.

81. Οι περί Θεού λόγοι, τους οποίους θεωρούν οι Άγιοι, δεν αναφέρονται στην ουσία του Θεού, αλλά στα ιδιώματα και τις ενέργειές Του.

82. Όλοι οι λόγοι που αναφέρονται στο Θεό, νοούνται άλλοι θετικά και άλλοι κατά αφαίρεση.

83. Η ουσία για παράδειγμα, η θεότητα, η αγαθότητα και όσα διατυπώνονται καταφατικά, νοούνται θετικά. το άναρχο, το άπειρο, το απεριόριστο του Θεού και όσα διατυπώνονται αποφατικά, νοούνται κατά αφαίρεση.

84. Αφού η Αγία Τριάδα είναι μία ουσία πάνω από νου και λόγο και κρύφια θεότητα, όσα συλλογίζεται κανείς σχετικά μ’ Αυτήν είναι αυτά που προείπαμε και τα όμοια.

85. Όπως ομολογούν οι Άγιοι μία θεότητα στην Αγία Τριάδα, έτσι πιστεύουν και ότι είναι τρεις οι υποστάσεις της μιάς θεότητας.

86. Όσα προαναφέρθηκαν θετικά ή κατά αφαίρεση, νοούνται κοινά στα τρία πρόσωπα της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος, εκτός από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του κάθε Προσώπου, επειδή και από αυτά τα πλείστα τ’ αποδίδουν θετικά, ενώ άλλα κατά αφαίρεση.

87. Ιδιαίτερα γνωρίσματα πάλι των θείων Υποστάσεων λένε οι Άγιοι τούτα: την πατρότητα, την υιότητα, την εκπόρευση και όλα όσα αναφέρονται στην καθεμία ιδιαίτερα.

88. Την υπόσταση την ορίζουν ως ουσία με ιδιαίτερα γνωρίσματα. Γι’ αυτό κάθε Υπόσταση έχει κοινή τη θεία ουσία και ιδιαίτερο το γνώρισμα της υποστάσεως.

89. Και εκείνα πάλι που έχουν λεχθεί ως κοινά στην Αγία Τριάδα κατά αφαίρεση, τα κρίνουν ως κυριότερα. Όχι όμως και εκείνα που ανήκουν στα ιδιώματα των Υποστάσεων. Επειδή και από αυτά, άλλα λένε θετικά και άλλα κατά αφαίρεση, όπως προείπαμε· όπως είναι το γεννητό, το αγέννητο και τα όμοια. Γιατί η αγεννησία μόνον κατά τη σημασία διαφέρει από τη γέννηση. Η αγεννησία σημαίνει ότι ο Πατέρας δε γεννήθηκε, ενώ η γέννηση σημαίνει ότι ο Υιός έχει γεννηθεί.

90. Χρησιμοποιήθηκαν λέξεις και ονόματα για τη σαφήνεια των λόγων που συλλογίζεται κανείς σχετικά με την ουσία της Αγίας Τριάδας, όπως είπαμε. Γιατί οι λόγοι αυτοί είναι άγνωστοι και ανέκφραστοι για κάθε νου και λόγο, και μόνο η Αγία Τριάδα τους γνωρίζει.

91. Όπως λένε οι Άγιοι τρισυπόστατη τη μία ουσία της θεότητας, έτσι ομολογούν και ομοούσια την Αγία Τριάδα.

92. Ο ίδιος πάλι ο Πατέρας οράται και άναρχος και αρχή. Άναρχος, ως αγέννητος· αρχή, ως Αυτός που γεννά τον Υιό και προβάλλει το Άγιο Πνεύμα, που προήλθαν απ’ Αυτόν κατά την ουσία και υπάρχουν προαιώνια σ’ Αυτόν.

93. Η Μονάδα, που κινήθηκε ως την Τριάδα αφ’ εαυτής, παραμένει Μονάδα· και η Τριάδα που συνάγεται πάλι ως τη Μονάδα, παραμένει Τριάδα, πράγμα βέβαια παράδοξο.

94. Τον Υιό και το Πνεύμα πάλι νοούν οι Άγιοι [όχι] άναρχα, όμως αιώνια. Όχι άναρχα, γιατί αναφέρονται προς τον Πατέρα ως αρχή και πηγή Τους. Αιώνια, επειδή συνυπάρχουν προαιώνια με τον Πατέρα, ο Υιός κατά γέννηση και το Πνεύμα κατά εκπόρευση.

95. Τη μία όμως θεότητα της Αγίας Τριάδας κρατούν αδιαίρετη, και διατηρούν ασύγχυτες οι τρεις Υποστάσεις της μιάς θεότητας.

96. Ως ιδιότητες του Πατέρα αναφέρουν το άναρχο και αγέννητο. Του Υιού, το ότι ήταν από την αρχή(Ιω.1, 2) και το γεννητό. Του Αγίου Πνεύματος το ότι ήταν μαζί με την αρχή και το εκπορευτό. Λέγοντας όμως αρχή του Υιού και του Αγίου Πνεύματος δεν εννοούν χρονική — πώς θα ήταν δυνατόν; — αλλά θέλουν να δηλώσουν την Αιτία, από την οποία, όπως το φως από τον ήλιο, έχουν προαιώνια την ύπαρξη. Γιατί από Αυτήν προέρχονται κατά την ουσία, αν και δεν είναι μετά από Αυτήν.

97. Την ιδιαιτερότητα πάλι των Υποστάσεων τη διατηρούν ακίνητη και αμετάπτωτη. Η κοινή ουσία όμως, δηλαδή η θεότητα, παραμένει αδιαίρετη.

98. Ομολογούν Μονάδα σε Τριάδα και Τριάδα σε Μονάδα, η οποία διαιρείται αδιαίρετα και ενώνεται χωρίς ταύτιση.

99. Τον Πατέρα αναγνωρίζουν ως τη μία αρχή όλων. Του Υιού και του Πνεύματος, ως γεννήτορα και ως πηγή αιώνια και συναιώνια και συνάπειρη και απεριόριστη και ομοούσια και αχώριστη. Και των κτισμάτων, ως δημιουργό και προνοητή και κριτή, εννοείται μέσω του Υιού με τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος. «Όλα, λέει η Γραφή, υπάρχουν από Αυτόν και μέσω Αυτού, κι Αυτόν έχουν σκοπό τους. Ας είναι δοξασμένος στους αιώνες»(Ρωμ. 11, 36).

100. Ο Υιός πάλι και το Άγιο Πνεύμα, λένε, είναι συναιώνια με τον Πατέρα, όχι όμως και συνάναρχα. Συναιώνια, γιατί συνυπάρχουν με τον Πατέρα προαιώνια. και όχι συνάναρχα, γιατί δεν είναι αναίτια, αφού από Αυτόν προέρχονται, όπως το φως από τον ήλιο, αν και δεν είναι μετά από Αυτόν, όπως προείπαμε. Λέγονται επίσης και άναρχα όταν εννοείται η αρχή στο χρόνο, για να μη νοηθούν υποκείμενα στο χρόνο Αυτά, από τα οποία προέρχεται ο χρόνος. Δεν είναι λοιπόν άναρχα κατά την Αιτία, είναι όμως άναρχα ως προς το χρόνο, επειδή υπάρχουν πριν από κάθε χρόνο και αιώνα και είναι πάνω από κάθε αιώνα και χρόνο και επειδή από Αυτά προήλθε κάθε αιώνας και χρόνος και όλα όσα περιλαμβάνονται σε αιώνα και χρόνο, και γιατί, όπως προείπαμε, είναι συναιώνια με τον Πατέρα. Σ’ Αυτόν, μαζί μ’ Αυτά, ανήκει η δόξα και η εξουσία είς τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, β΄τόμος, σελ. 291-297.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: