Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – Διαφόρα κεφάλαια περί θεολογίας, οικονομίας, αρετής και κακίας. Πέμπτη εκατοντάδα. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄).

* Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄ (σελ. 186-207).

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Διαφόρα κεφάλαια περί θεολογίας, οικονομίας, αρετής και κακίας

Πέμπτη εκατοντάδα

1. Eκείνος που τη γνώση του συνοδεύει η πράξη και την πράξη του η γνώση, είναι θρόνος και υποπόδιο του Θεού(Ησ. 66,1). Θρόνος είναι για τη γνώση που έχει, και υποπόδιο για την πρακτική του αρετή. Αν τώρα κανείς υποστηρίξει ότι και ο ανθρώπινος νους είναι ουρανός, καθαρός από κάθε υλική φαντασία και ασχολούμενος, ή μάλλον καταστολισμένος με τους θείους λόγους των νοητών, νομίζω ότι δε βρίσκεται έξω από την αλήθεια.

2. Κάθε φιλόσοφος και ευσεβής που φρουρείται από την αρετή και τη γνώση, ή την πράξη και τη θεωρία, όταν δει να έχει εξεγερθεί εναντίον του με τα πάθη η πονηρή δύναμη, όπως εναντίον του Εζεκία ο βασιλιάς των Ασσυρίων(Β΄ Παρ. 32, 1), μία μόνο βοήθεια έχει για τη διάλυση των δεινών, το Θεό, που τον εξιλεώνει με αλάλητη κραυγή, με την επίταση δηλαδή της αρετής και της γνώσεως, και τότε δέχεται σε συμμαχία, ή μάλλον προς σωτηρία, άγγελο, δηλαδή λόγο ανώτερης σοφίας και γνώσεως, που συντρίβει κάθε δυνατό πολεμιστή και άρχοντα και στρατηγό στο εχθρικό στρατόπεδο(Β΄ Παρ. 32, 20-21).

3. Αρχή κάθε πάθους είναι το αντίστοιχο αισθητό. Χωρίς να υπάρχει κάτι που να κινεί προς τον εαυτό του τις δυνάμεις της ψυχής διά μέσου κάποιας αισθήσεως, πάθος δε δημιουργείται ποτέ. Γιατί χωρίς αισθητό πράγμα δε σχηματίζεται πάθος. Αν δεν υπάρχει π.χ. γυναίκα, δεν υπάρχει πορνεία· χωρίς φαγητά, δεν υπάρχει γαστριμαργία· και αν δεν υπάρχει χρυσάφι, δεν υπάρχει φιλαργυρία. Λοιπόν σε κάθε εμπαθή κίνηση των φυσικών μας δυνάμεων δεσπόζει κάποιο αισθητό, δηλαδή διά μέσου αυτού ερεθίζει ο δαίμονας την ψυχή να αμαρτήσει.

4. Η τριβή εξαφανίζει μόνο την ενέργεια, ενώ η εκτριβή και αυτή τη θύμηση της κακίας. Γιατί η τριβή καταργεί μόνο την ενεργητική εμπαθή πράξη, ενώ η εκτριβή εξαφανίζει εντελώς και τις πονηρές κινήσεις της διάνοιας.

5. Ανάμεσα στο Θεό και στους ανθρώπους είναι τα αισθητά και τα νοητά, τα οποία υπερβαίνει ο ανθρώπινος νούς που κινείται προς το Θεό. Αυτό συμβαίνει όταν ο νους κατά την πράξη δεν υποδουλώνεται στα αισθητά, και κατά τη θεωρία δεν ανακόπτεται καθόλου από τα νοητά.

6. Η κτίση γίνεται κατήγορος των ασεβών ανθρώπων. Γιατί με τους λόγους που βρίσκονται μέσα σ’ αυτήν, κηρύττει τον Ποιητή της, ενώ με τους φυσικούς νόμους που αφορούν καθένα είδος, παιδαγωγεί τον άνθρωπο προς την αρετή. Οι λόγοι λοιπόν αναγνωρίζονται στη συνοχή της μονιμότητας καθενός είδους, ενώ οι νόμοι φαίνονται στην ταυτότητα της φυσικής ενέργειας του κάθε είδους. Όταν όμως δε μελετάμε αυτά με τη νοερή δύναμη που έχομε μέσα μας, τότε και την Αιτία των όντων αγνοούμε και είμαστε προσκολλημένοι σε όλα τα παρά φύση πάθη.

7. Ο θείος λόγος μας συμβουλεύει να προσφέρομε δώρα στο Θεό, για να μας δείξει πόσο άπειρη είναι η θεία αγαθότητα, και σαν να μη μας έχει δώσει τίποτα εκ των προτέρων, δέχεται τις εισφορές από εμάς σαν δώρα και αποδίδει την εισφορά ολόκληρη σ’ εμάς. Με αυτό δείχνει ότι είναι μεγάλη και ανέκφραστη η αγαθότητα του Θεού προς εμάς, αφού δέχεται ως δικά μας τα δικά Του που εμείς του προσφέρομε και ομολογεί ότι μας τα οφείλει, σαν να μην είναι δικά Του.

8. Ο άνθρωπος κατανοώντας τους πνευματικούς λόγους των ορατών, μαθαίνει ότι υπάρχει κάποιος Δημιουργός όσων βλέπομε, δεν εξετάζει όμως πως είναι Αυτός, γιατί τούτο είναι ανέφικτο. Γιατί η κτίση, όπως τη βλέπομε, μας δίνει να καταλάβομε ότι υπάρχει Δημιουργός, όχι όμως και πως είναι.

9. Οργή Θεού είναι η οδυνηρή αίσθηση εκείνων που παιδαγωγούνται από το Θεό. Και γίνεται οδυνηρή αίσθηση όταν έρχονται αθέλητοι πόνοι, με τους οποίους ο Θεός οδηγεί πολλές φορές το νου, που φουσκώνει για την αρετή και τη γνώση του, σε συστολή και ταπείνωση· έτσι παραχωρεί ν’ αποκτήσει επίγνωση του ίδιου του εαυτού του και συναίσθηση της ασθένειάς του. Κι όταν τη συναισθανθεί, αποβάλλει τη μάταιη έπαρση της καρδιάς του.

10. Οργή Κυρίου είναι το σταμάτημα της χορηγίας των θείων χαρισμάτων, η οποία γίνεται σε κάθε νου που μετεωρίζεται στα υψη και καυχιέται για τα καλά που του έδωσε ο Θεός, σαν να είναι δικά του.

11. Ο κάθε γνωστικός και φιλόσοφος νους κατέχει και την Ιουδαία και την Ιερουσαλήμ· την Ιουδαία ως πρακτική φιλοσοφία, ενώ την Ιερουσαλήμ ως θεωρητική μυσταγωγία. Όταν λοιπόν με τη θεία χάρη ο φιλόθεος νούς αποκρούει στην πράξη και τη θεωρία κάθε δύναμη που είναι ενάντια στην αρετή και τη γνώση και αναδειχθεί τέλειος νικητής των πονηρών πνευμάτων, δεν αποδώσει όμως την πρέπουσα ευχαριστία στο Θεό που είναι αίτιος της νίκης, αλλά υπερηφανευτεί και νομίσει τον εαυτό του αίτιο του όλου κατορθώματος, τότε επειδή δεν ανταπέδωσε στο Θεό τις ευεργεσίες που του έκανε, δέχεται όχι μόνον αυτός την οργή της εγκαταλείψεως από το Θεό, να ξεσπά επάνω του, αλλά και η Ιουδαία και η Ιερουσαλήμ(Β΄ Παρ. 32, 25), δηλαδή η έξη της πράξεως και της θεωρίας. Και αμέσως, κατά παραχώρηση Θεού, από τη μια επαναστατούν εναντίον της πρακτικής αρετής τα πάθη της ατιμίας και μολύνουν την μέχρι τότε καθαρή συνείδηση· κι από την άλλη, συμπλέκονται με τη θεωρία των όντων οι ψεύτικες έννοιες και διαστρέφουν τη μέχρι τότε σωστή γνώση. Γιατί εκείνον που υπερηφανεύεται για την πρακτική αρετή, τον περιμένει η ατιμία των παθών κι εκείνον που επαίρεται για τη γνώση, τον αφήνει η δίκαιη κρίση του Θεού να σφάλλει γύρω από την αληθινή θεωρία.

12. Υπάρχει μέσα στα όντα κατά θεία πρόνοια θεϊκός αληθινά κανόνας και νόμος που επιτρέπει, εκείνοι που φάνηκαν αγνώμονες για τα καλά που έλαβαν, να τιμωρούνται με τα αντίθετά τους, για να γίνουν ευγνώμονες και την πείρα από αυτά να την κάνουν επίγνωση της θείας δυνάμεως που κατορθώνει τα καλά. Τούτο για να μην παραχωρηθεί από την πρόνοια να έχομε ανίκητη την οίηση για τα κατορθώματα και γλιστρήσομε στην αντίθεη υπερηφάνεια, νομίζοντας ότι η αρετή και η γνώση είναι κτήμα δικό μας από τη φύση μας και όχι μεταγενέστερο απόκτημα με τη δύναμη της χάρης. Οπότε θα φανεί ότι μεταχειριζόμαστε το καλό για τη δημιουργία του κακού, κι ακόμα ότι αυτά, με τα οποία έπρεπε να συσφιχθεί περισσότερο και να μείνει ασάλευτη μέσα μας η θεία επίγνωση, να γίνονται —όπως δεν έπρεπε— αιτία να περιπέσομε στην άγνοιά της.

13. Γνωρίζομε ότι η πρόνοια που συγκρατεί τα όντα ενυπάρχει σ’ αυτά ως θείος κανόνας και νόμος. Αυτή, κατά δίκαιη κρίση, εκείνους που φάνηκαν αχάριστοι απέναντι στο Θεό για τα άφθονα αγαθά που τους έδωσε, τους παιδαγωγεί με τη στέρηση των αγαθών ώστε να γίνουν ευγνώμονες, και με τα αντίθετά τους οδηγεί σε συναίσθηση και αναγνώριση Αυτού που χαρίζει τα καλά. Γιατί η οίηση για την αρετή, όταν μένει ατιμώρητη, γεννά το νόσημα της υπερηφάνειας που κάνει την προαίρεση του ανθρώπου να είναι αντίθετη με το Θεό.

14. Εκείνος που νομίζει ότι έφτασε στο άκρο της αρετής, δεν θα ζητήσει διόλου πλέον την πηγαία Αιτία που παρέχει τα καλά, γιατί περιόρισε τη δύναμη της επιθυμίας στον εαυτό του μόνο, και τον όρο της σωτηρίας του, εννοώ το Θεό, τον χάνει από τον εαυτό του. Εκείνος όμως που συναισθάνεται τη φυσική φτώχεια του στα καλά, δε σταματά να τρέχει βιαστικά προς εκείνον που μπορεί να αναπληρώσει τις ελλείψεις του.

15. Εκείνος που κατάλαβε ότι η αρετή είναι απεριόριστη, δεν παύει ποτέ να τρέχει προς αυτή, πρώτα για να μη χάσει την αρχή και το τέλος της αρετής, δηλαδή το Θεό, περιορίζοντας την κίνηση της επιθυμίας του γύρω από τον εαυτό του, και δεύτερο, μην τυχόν, χωρίς να το αντιληφθεί, νομίσει ότι έφτασε στην τελειότητα και ξεπέσει από το αληθώς Ον, προς το Οποίο βιάζεται να φτάσει κάθε αγωνιστής.

16. Στο νου που υψηλοφρονεί, δίκαια επέρχεται οργή, δηλαδή εγκατάλειψη, όπως ειπώθηκε· παραχώρηση δηλαδή να ενοχλείται από τους δαίμονες κατά τη θεωρία, για να συναισθανθεί την φυσική ασθένειά του και να γνωρίσει καλά τη θεία δύναμη και χάρη που τον σκεπάζει και κατορθώνει κάθε αγαθό, και τέλος να ταπεινωθεί και να απομακρύνει εντελώς το αλλόκοτο και παρά φύση υπερήφανο φρόνημα, ώστε να μην επέλθει σ’ αυτόν η άλλη οργή, η αφαίρεση δηλαδή των χαρισμάτων που του δόθηκαν, αφού θα έχει ταπεινωθεί και θα έχει έρθει σε συναίσθηση Εκείνου που χορηγεί τα καλά.

17. Εκείνος που με το πρώτο είδος της οργής, δηλαδή της εγκαταλείψεως, δε σωφρονίστηκε, ώστε να έρθει σε ταπείνωση, θεωρώντας την δάσκαλο της θεογνωσίας, αυτός δέχεται το δεύτερο είδος της οργής, η οποία του αφαιρεί την ενέργεια των χαρισμάτων και τον αφήνει έρημο από τη δύναμη που τον φρουρούσε πρωτύτερα. Γιατί λέει ο Θεός για τον αχάριστο Ισραήλ: «Θα αφαιρέσω το περίφραγμά του και θα παραδοθεί στη διαρπαγή, θα χαλάσω τον τοίχο του και θα καταπατηθεί· θα εγκαταλείψω το αμπέλι μου και δε θα κλαδευτεί ούτε θα σκαφτεί· θα μείνει χέρσο και θα γεμίσει αγκάθια και θα δώσω διαταγή στα σύννεφα να μη βρέξουν πάνω του»(Ησ. 5, 5-6).

18. Η αναισθησία για τη στέρηση των αρετών είναι κατήφορος προς την ασέβεια. Γιατί εκείνος που συνήθισε για τις ηδονές της σάρκας να παρακούει το Θεό, θα φτάσει και να τον αρνηθεί όταν δοθεί αφορμή, και θα προτιμήσει τη ζωή της σάρκας αντί το Θεό, τις ηδονές της οποίας θεωρεί καλύτερες από τα θελήματα του Θεού.

19. Όταν νομίσομε με οποιοδήποτε τρόπο ότι κάτι έπαθε ο νούς, τότε να πιστέψομε ότι με το νου αυτό, σύμφωνα με το φυσικό τους λόγο, συμπάσχουν οπωσδήποτε τόσο η πρακτική, όσο και η θεωρητική του δύναμη. Γιατί δεν μπορεί να πάθει κάτι το υποκείμενο και να μην πάσχουν εκείνα που βρίσκονται μέσα σ’ αυτό. Υποκείμενο εννοώ το νου, γιατί αυτός δέχεται την αρετή και τη γνώση. Μέσα σ’ αυτό εννοώ ότι βρίσκεται η πράξη και η θεωρία, οι οποίες ακολουθούν το νου. Γι’ αυτό και όταν πάσχει ο νούς, συμπάσχουν οπωσδήποτε και αυτές, έχοντας την όποια κίνησή του ως αρχή της δικής τους μεταβολής.

20. Κάθε θεοφιλής και ενάρετος άνθρωπος, όπως ο Εζεκίας, που με τη γνώση έχει ζωστεί δύναμη κατά των δαιμόνων, μπορεί ν’ αντιμετωπίσει επίθεση των πονηρών πνευμάτων που διεξάγουν αοράτως εναντίον του νοερό πόλεμο, και να δεχτεί με την προσευχή του άγγελο σταλμένο από το Θεό, εννοώ λόγο ανώτερης σοφίας, και να συντρίψει και να διασκορπίσει όλο το στράτευμα του διαβόλου(Β΄ Παρ. 32, 20-21). Αν αυτός δεν αναγνωρίσει το Θεό ως αίτιο αυτής της νίκης και σωτηρίας, αλλά αποδώσει όλη τη νίκη στον εαυτό του, τότε δεν ανταπέδωσε στο Θεό σύμφωνα με τη δωρεά Του(Β΄ Παρ. 32, 25), και δεν εξίσωσε τις ευχαριστίες με το μέγεθος της σωτηρίας, ούτε έδειξε ευγνωμοσύνη ανάλογη με την ευεργεσία Εκείνου που τον έσωσε.

21. Ας φωτίσομε το νου με τα θεία νοήματα και ας λαμπρύνομε το σώμα με τους τρόπους των πιο θείων λόγων που νοήσαμε, κάνοντάς το λογικό εργαστήριο αρετής με την αποβολή των παθών. Γιατί τα έμφυτα πάθη του σώματος, όταν τα κυβερνά το λογικό, είναι αδιάβλητα· όταν όμως κινούνται χωρίς το λογικό, γίνονται διαβλητά. Πρέπει λοιπόν να αποβάλομε τα πάθη που έχουν έμφυτη κίνηση, αλλά που δε γίνεται πολλές φορές σύμφωνα με τη φύση η χρήση τους, γιατί δεν την κυβερνά το λογικό.

22. Καθένας που υπερηφανεύτηκε για τα χαρίσματα που έλαβε, και υψηλοφρόνησε σαν να μην τα έλαβε από το Θεό(Α΄ Κορ. 4, 7), δέχεται δίκαια επάνω του την οργή, με το να παραχωρεί ο Θεός στο διάβολο να τον πολεμήσει νοερά και να ταράξει κατά την πράξη τους τρόπους της αρετής, και να θολώσει κατά τη θεωρία τους διαυγείς λόγους της γνώσεως. Έτσι θα μάθει την ασθένειά του και θα αναγνωρίσει τη μόνη δύναμη που καταπολεμεί μέσα μας τα πάθη. Κι αφού μετανοήσει και ταπεινωθεί, απορρίπτοντας τον κομπασμό της οιήσεως, και το Θεό θα εξιλεώσει, και την οργή που έρχεται στους αμετανόητους θ’ αποφύγει, η οποία αφαιρεί τη χάρη που φρουρεί την ψυχή και αφήνει έρημο τον αχάριστο νου.

23. Οργή σωτήρια είναι η παραχώρηση από το Θεό να πολεμείται ο υπερήφανος νους με τα πάθη από τους δαίμονες. Έτσι μαθαίνει, καθώς πάσχει με ατιμία επειδή κόμπαζε για τις αρετές του, ποιος είναι εκείνος που τις δίνει, ή απογυμνώνεται από αυτές που δεν είναι δικές του, αλλά που νόμιζε ότι τις έχει ο ίδιος χωρίς να τις λάβει από το Θεό.

24. Μακάριος πράγματι είναι εκείνος ο νους που πέθανε με τρόπο αξιέπαινο για όλα τα όντα. Για τα αισθητά με την απόθεση της ενέργειας των αισθήσεων, ενώ για τα νοητά με την παύση της νοερής κινήσεως. Σημείωσε ότι επαινετό θάνατο του νου εννοεί την προαιρετική αποδέσμευση από όλα τα όντα, ύστερα από την οποία ο νούς δέχεται τη ζωή της θείας χάρης, όπου παίρνει ως ανταπόδοση αντί των όντων, τον Αίτιο των όντων με τρόπο που δεν μπορεί να εννοηθεί.

25. Μακάριος είναι εκείνος που ένωσε την πράξη με το κατά φύση αγαθό, και τη θεωρία με την κατά φύση αλήθεια. Γιατί κάθε πράξη γίνεται για το αγαθό, και κάθε θεωρία επιζητεί τη γνώση για χάρη της αλήθειας μόνο. Όταν αυτά ολοκληρωθούν, τίποτε απολύτως δε θα υπάρχει πιά που να επηρεάζει την πρακτική ικανότητα της ψυχής, ούτε να τραυματίζει οδυνηρά τη θεωρητική της ικανότητα με άσχετα θεωρήματα. Η ψυχή θα έχει πάει πια πολύ πέρα από ό,τι υπάρχει και από ό,τι νοείται και θα έχει εισδύσει στον ίδιο το Θεό, τον μόνο που είναι αγαθός και αληθινός και βρίσκεται πάνω από κάθε ουσία και κάθε νόηση.

26. Τέλος της πρακτικής αρετής είναι, λένε, το αγαθό. Η ολοκλήρωσή του οφείλεται στη θεία ενέργεια που οδηγεί προς αυτή το λογικό της ψυχής με τη σύμφωνη με τη φύση χρήση του θυμού και της επιθυμίας· σ’ αυτήν συνηθίζει να φανερώνεται το «καθ’ ομοίωσιν» κάλλος. Η δε αλήθεια είναι, λένε, το τέλος της θεωρητικής φιλοσοφίας. Αυτή είναι η αδιαίρετη και ενιαία γνώση όλων όσα αφορούν το Θεό, προς την οποία κατευθύνεται ο καθαρός νους, αφού σβήσει από τον εαυτό του εντελώς την κρίση που βασίζεται στην αίσθηση. Στη γνώση αυτή φανερώνεται απαραποίητα το αξίωμα της θείας εικόνας.

27. Κανείς δεν μπορεί να δοξάζει αληθινά το Θεό, αν δεν αγιάσει το σώμα του με τις αρετές και δεν καταφωτίσει την ψυχή του με τις γνώσεις. Γιατί η ενάρετη διάθεση είναι το πρόσωπο του θεωρητικού νου, το οποίο στρέφεται σαν σε ουρανό προς το ύψος της αληθινής γνώσεως.

28. Μακάριος είναι εκείνος που γνωρίζει ότι με όλους εμάς ως όργανα, ο Θεός πραγματοποιεί την πράξη και τη θεωρία, την αρετή και τη γνώση, τη νίκη και τη σοφία, την αγαθότητα και την αλήθεια, χωρίς εμείς να προσφέρομε τίποτε, εκτός από την καλή μας προαίρεση. Αυτήν είχε ο μέγας Ζοροβάβελ σχετικά με τα πιό πάνω, κι έλεγε προς το Θεό: «Ευλογημένος είσαι, που μου έδωσες σοφία, και ομολογώ, Θεέ των πατέρων μας, ότι από Σένα προέρχεται η νίκη, και από Σένα η σοφία· σε Σένα ανήκει η δόξα κι εγώ είμαι δικός Σου δούλος»(Α΄ Έσδρ. 4, 59-60). Πράγματι, ως ευγνώμων δούλος ανέθεσε τα πάντα στο Θεό που του χάρισε τα πάντα, από τον Οποίο είχε λάβει τη σοφία, και σε Αυτόν που ήταν Θεός των πατέρων ομολογούσε τη δύναμη των αγαθών που του χάρισε, τα οποία όπως είπαμε, είναι ένωση νίκης και σοφίας, αρετής και γνώσεως, πράξεως και θεωρίας, αγαθότητας και αλήθειας. Γιατί αυτές οι αρετές ενωμένες μαζί αστραποβολούν μια δόξα και λάμψη Θεού.

29. Όλα τα κατορθώματα των Αγίων ήταν ολοφάνερα χαρίσματα του Θεού, και κανένας δεν είχε απολύτως τίποτε, παρά μόνο αυτό το αγαθό που του είχε δοθεί από τον Κύριο το Θεό, και που ήταν ανάλογο με το μέτρο της ευγνωμοσύνης και αγάπης εκείνου που το δεχόταν. Και είχε εκείνα μόνο, όσα θέλησε να του δωρίσει ο Κύριος.

30. Ο νους που κατευθύνει την αρετή και τη γνώση και είναι αποφασισμένος να απαλλάξει την ψυχή από την κακή δουλεία των παθών, λέει: «Υπερισχύουν οι γυναίκες, υπερνικά όμως η αλήθεια»(Α΄ Έσδρ. 3, 10). Γυναίκες εννοεί τις θεοποιητικές αρετές, από τις οποίες αποτελείται η αγάπη που ενώνει τους ανθρώπους με το Θεό και μεταξύ τους· αυτή αρπάζει την ψυχή μακριά απ’ όλα όσα εξουσιάζονται από τη γένεση και τη φθορά, ακόμη και από τις νοητές πάνω απ’ αυτά ουσίες, και την συνδέει σε μια ερωτική ένωση με το Θεό, όσο είναι δυνατό στην ανθρώπινη φύση, και δημιουργεί μυστικά την αμόλυντη και θεία συμβίωση. Αλήθεια πάλι εννοεί τη μόνη και μία Αιτία των όντων, την αρχή και τη βασιλεία και τη δύναμη και τη δόξα, από την οποία και για την οποία όλα έγιναν και γίνονται, και από την οποία και μέσω της οποίας όλα συγκρατούνται στο είναι, και για χάρη της οποίας εκδηλώνεται από τους φιλόθεους κάθε επιμέλεια και κίνηση.

31. Λέγοντας παραπάνω, «οι γυναίκες», υποδήλωσε το τέλος των αρετών, την αγάπη, η οποία είναι η αμείωτη ηδονή όσων μετέχουν στο φύσει αγαθό που επιθυμούν, και η αδιάσπαστη ένωση με αυτό. Λέγοντας «αλήθεια» υποδήλωσε το πέρας κάθε γνώσεως και κάθε αντικειμένου γνώσεως, προς το οποίο, σαν αρχή και τέλος όλων των όντων, έλκονται γενικώς όλες οι φυσικές κινήσεις. Γιατί η αρχή και Αιτία των όλων, ως Αλήθεια, τα νικά όλα από τη φύση της και έλκει προς τον εαυτό της την κίνηση των όντων.

32. Η αλήθεια από τη φύση της εμφανίζεται ως ένα και μόνο, κατά την απόλυτη απουσία των πολλών, καλύπτοντας τις γνωστικές δυνάμεις όλων όσα μπορούν να νοήσουν και να νοηθούν, επειδή η υπερούσια ύπαρξή της είναι πάνω απ’ όσα νοούν και όσα νοούνται. Και επειδή περικλείει με άπειρη δύναμη τα άκρα της αρχής και του τέλους των όντων, έλκει προς τον εαυτό της κάθε κίνηση όλων. Και σε άλλους παρέχει ολοφάνερη γνώση της χάρης που στερήθηκαν, ενώ σε άλλους δωρίζει με ανέκφραστη αίσθηση την επίγνωση της αγαθότητας που επιθυμούσαν, ολοκάθαρη με τη μετοχή σ’ αυτήν.

33. Ο νούς είναι όργανο της σοφίας, ενώ το λογικό, της γνώσεως. Η φυσική εσωτερική βεβαιότητα του νου και του λογικού είναι όργανο της πίστεως που συγκροτείται με τη σοφία και τη γνώση. Η φυσική φιλανθρωπία είναι όργανο του χαρίσματος των ιαμάτων. Γιατί κάθε χάρισμα θεϊκό, έχει μέσα μας το επιτήδειο και κατάλληλο δεκτικό του όργανο σαν δύναμη ή έξη ή διάθεση. Παράδειγμα· εκείνος που καθάρισε το νου του από κάθε φαντασία αισθητών, δέχεται σοφία. Εκείνος που έκανε το λογικό κύριο των έμφυτων παθών, εννοώ του θυμού και της επιθυμίας, δέχεται γνώση. Εκείνος που έχει την ακλόνητη βεβαιότητα με το νου και το λογικό σχετικά με τα θεία, δέχεται την πίστη που μπορεί να κάνει τα πάντα. Κι εκείνος που κατόρθωσε τη φυσική φιλανθρωπία, αφού ξερίζωσε τελείως τη φιλαυτία του, δέχεται χαρίσματα ιαμάτων.

34. Ο καθένας από εμάς ανάλογα με την πίστη του(Ρωμ. 12, 6) έχει και τις εκδηλώσεις της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Ώστε ο καθένας είναι ταμίας της χάρης για τον εαυτό του. Και ποτέ —αν σκέφτεται σωστά— δε θα φθονήσει άλλον που προοδεύει στα χαρίσματα, αφού από αυτόν εξαρτάται η διάθεση που δέχεται τα θεϊκά αγαθά.

35. Αιτία της διανομής των θεϊκών αγαθών είναι το μέτρο της πίστεως του καθενός. Γιατί ανάλογος με την πίστη μας είναι ο βαθμός της προθυμίας μας να πράττομε. Εκείνος λοιπόν που πράττει, ανάλογα με την πράξη δείχνει και το μέτρο της πίστεώς του, και δέχεται όσο πίστεψε το μέτρο της χάρης. Εκείνος που δεν πράττει, ανάλογα με την απραξία του φανερώνει και το μέτρο της απιστίας του και δέχεται, όσο απίστησε, τη στέρηση της χάρης. Επομένως δεν κάνει καλά ο φθονερός να φθονεί εκείνους που κατορθώνουν την αρετή, αφού σαφώς από αυτόν εξαρτάται, κι όχι από άλλον, η επιλογή μέσω της πίστεως και των έργων του, να δεχτεί τη χάρη που έρχεται κατά το μέτρο της πίστεως.

36. Εκείνος που έχει έρωτα προς τα καλά, κατά θεία πρόνοια σπεύδει θεληματικά προς τη χάρη της θεώσεως μέσω των λόγων της σοφίας. Εκείνος που δεν έχει τέτοιον έρωτα, κατά δίκαιη κρίση του Θεού απομακρύνεται χωρίς να θέλει από την κακία μέσω τρόπων παιδαγωγίας. Ο πρώτος, ως φιλόθεος, θεώνεται από την πρόνοια· ο δεύτερος δεν αφήνεται με την παιδαγωγική τιμωρία να έρθει ως φιλόυλος σε καταδίκη. Γιατί ο Θεός, ως αγαθός, με λόγους σοφίας περιποιείται τους πρόθυμους, ενώ με παιδαγωγικούς τρόπους θεραπεύει εκείνους που είναι δυσκίνητοι στην αρετή.

37. Η πραγματική πίστη είναι αλήθεια που συνέχει και συγκρατεί όλα και δεν περιέχει ψεύδος. Η αγαθή συνείδηση φέρνει τη δύναμη της αγάπης, γιατί δεν τη βαρύνει καμιά παράβαση εντολής.

38. «Και θα αναπαυτούν —λέει— σ’ αυτόν επτά πνεύματα: το πνεύμα της σοφίας, το πνεύμα της συνέσεως, το πνεύμα της γνώσεως, το πνεύμα της επιστήμης, το πνεύμα της βουλής, το πνεύμα της ισχύος, το πνεύμα του φόβου του Θεού»(Ησ. 11, 2-3). Ιδιαίτερα γνωρίσματα αυτών των πνευματικών χαρισμάτων είναι: του φόβου, η αποβολή των κακών της ισχύος, η πραγμάτωση των αγαθών της βουλής, η διάκριση των αντιθέτων της επιστήμης, η ανόθευτη πληροφορία για ό,τι οφείλομε· της γνώσεως, η ενεργητική κατανόηση των θείων λόγων των αρετών· της συνέσεως, η καθολική συγκατάθεση της ψυχής προς όσα κατανοήθηκαν· της σοφίας, η ακατανόητη ένωση με το Θεό. Κατ’ αυτή, η επιθυμία του Θεού γίνεται για τους άξιους απόλαυση του Θεού, η οποία με τη μετοχή στο Θεό θεώνει αυτόν που μετέχει και τον κάνει εξηγητή της θείας μακαριότητας κατά την αέναη και μυστική προβολή και κοινοποίηση των θείων μυστηρίων σε όσους έχουν ανάγκη.

39. Το πνεύμα του φόβου του Θεού είναι αποχή από τη διάπραξη των κακών· το πνεύμα της ισχύος είναι η πρόθυμη ορμή και κίνηση προς εργασία των εντολών· το πνεύμα της βουλής είναι η έξη της διακρίσεως σύμφωνα με την οποία πράττομε με λόγο τις θείες εντολές και αποχωρίζομε τα καλύτερα από τα χειρότερα· το πνεύμα της επιστήμης είναι η σωστή πληροφορία των τρόπων που πράττομε τις αρετές, που όταν ενεργούμε σύμφωνα μ’ αυτή, δεν πέφτομε έξω στην ορθή κρίση του λογικού· το πνεύμα της γνώσεως είναι η κατανόηση των εντολών και των λόγων τους, σύμφωνα με τους οποίους υπάρχουν οι τρόποι των αρετών· το πνεύμα της συνέσεως είναι η συγκατάθεση στους τρόπους και στους λόγους των αρετών, ή κυριολεκτικότερα, η μεταβολή με την οποία γίνεται ανάμιξη των φυσικών δυνάμεων με τους τρόπους και τους λόγους των εντολών· το πνεύμα της σοφίας είναι η ανάβαση προς την Αιτία των πιό πνευματικών λόγων των εντολών και η ένωση μ’ Αυτή. Κατά την ένωση αυτή, με τρόπο άγνωστο, εισαγόμαστε γενικά στους λόγους των όντων που υπάρχουν στο Θεό —όσο είναι δυνατό στους ανθρώπους—, και από την καρδιά μας, σαν από πηγή που αναβλύζει, προσφέρομε με διάφορους τρόπους στους ανθρώπους την αλήθεια που υπάρχει στα πάντα.

40. Από εκείνα που είναι στο Θεό μακριά και σ’ εμάς κοντά, ανεβαίνομε διαδοχικά και με τάξη στα πρώτα, που είναι μακριά από μας και κοντά στο Θεό. Από την αποχή των κακών λόγω φόβου, προχωρούμε με την ισχύ στην εργασία των αρετών από αυτήν, στη διάκριση της βουλής· από τη διάκριση, στην έξη των αρετών, δηλαδή την επιστήμη· από την έξη των αρετών, στη γνώση των λόγων αυτών των αρετών· από αυτή, στην έξη που μας μεταβάλλει σύμφωνα με τους λόγους των αρετών που γνωρίσαμε, δηλαδή τη σύνεση· από αυτήν τέλος, στην απλή και ακριβή θεωρία της αλήθειας που βρίσκεται σε όλα. Από αυτήν ξεκινώντας, θα προσφέρομε πολλούς και ποικίλους ευσεβείς λόγους για την αλήθεια από τη σοφή θεωρία των αισθητών όντων και των νοητών ουσιών.

41. Το καλό που είναι πρώτο κατά την ενέργειά του σ’ εμάς, δηλαδή το φόβο, ο λόγος της Γραφής το απαρίθμησε τελευταίο, επειδή είναι αρχή της σοφίας. Από τον φόβο ξεκινούμε και ανεβαίνομε στο τέλος της σοφίας, τη σύνεση, ύστερα από την οποία πλησιάζομε το Θεό, έχοντας μόνο τη σοφία να μεσιτεύει για την ένωσή μας μ’ Αυτόν. Γιατί δεν είναι δυνατό να επιτύχει τη σοφία εκείνος που διά μέσου του φόβου και των λοιπών ενδιαμέσων χαρισμάτων δεν αποτίναξε τελείως από πάνω του το μόλυσμα της άγνοιας και τη σκόνη της κακίας. Γι’ αυτό η τάξη της Γραφής τοποθέτησε τη σοφία κοντά στο Θεό και το φόβο κοντά σ’ εμάς, για να μάθομε τον κανόνα και το νόμο της σωστής τάξεως.

42. Ανεβαίνοντας λοιπόν μ’ αυτά τα μάτια της πίστεως, δηλαδή με τους φωτισμούς, συναγόμαστε στη θεία μονάδα της σοφίας. Αποκαθιστούμε τη διαίρεση των χαρισμάτων που έγινε για χάρη μας, μέσα στην Αιτία τους, με τις επιμέρους κατακτήσεις των αρετών. Δεν παραλείπομε τίποτε από εκείνα που είπαμε —με τη βοήθεια του Θεού— για να μην κάνομε την πίστη μας, αμελώντας σιγά-σιγά, τυφλή και αόμματη, χωρίς δηλαδή τους φωτισμούς του Πνεύματος μέσω των έργων, και κολαστούμε δίκαια στους άπειρους αιώνες, γιατί τυφλώσαμε μέσα μας, όσο εξαρτιόταν από μας, τα θεια μάτια της πίστεως.

43. Καθένας που με την απραξία των εντολών τύφλωσε μέσα του αυτά τα μάτια της πίστεως, είναι οπωσδήποτε άξιος καταδίκης, και δεν έχει πλέον το Θεό να τον επιβλέπει. Αν δηλαδή ο θείος λόγος αποκαλεί «οφθαλμούς Κυρίου»(Δευτ. 11, 12) τις ενέργειες του Πνεύματος, εκείνος που δεν ανοίγει αυτά τα μάτια με την εργασία των εντολών, δεν έχει το Θεό να τον επιβλέπει. Γιατί ο Θεός, όπως είναι εύλογο, από τη φύση Του δεν επιβλέπει με άλλα μάτια τους ανθρώπους, αφού βέβαια ακτίνα της θείας οράσεως είναι ο φωτισμός μας που συνοδεύει την αρετή.

44. Η σοφία είναι μονάδα, και φαίνεται αδιαίρετη στις αρετές που πηγάζουν από αυτή. Γίνεται νοητή με τις ενέργειες των αρετών σαν ένα, και πάλι μέ τις αποκαταστάσεις σ’ αυτήν των αρετών που απ’ αυτήν προέρχονται, αποδεικνύεται απλή μονάδα, όταν εμείς που για χάρη μας προοδεύει με την επιτυχία κάθε μιας αρετής, ανεβαίνομε με κάθε αρετή και συναγόμαστε σ’ αυτήν.

45. Εκείνος που δεν εργάζεται τα θεία προστάγματα της πίστεως, έχει πίστη τυφλή. Γιατί αν τα προστάγματα του Θεού είναι φως(Ησ. 126, 9), γίνεται φανερό ότι είναι χωρίς θεϊκό φως εκείνος που δεν πράττει τα θεία προστάγματα, αλλά περιφέρει κούφια και χωρίς περιεχόμενο τη θεία κλήση.

46. Κανένας από όσους αμαρτάνουν δεν μπορεί να έχει συνήγορο της αμαρτίας τήν ασθένεια τής σάρκας. Η ένωση με το Θεό Λόγο θεράπευσε όλη την ανθρώπινη φύση με την κατάργηση της κατάρας, στερώντας από δικαιολογία την προσκόλληση της προαιρέσεώς μας στα πάθη. Γιατί η θεότητα του Λόγου με την παντοτινή κατά χάρη παρουσία της σε όσους πιστεύουν σ’ Αυτόν, μαραίνει ολωσδιόλου το νόμο της αμαρτίας που βρίσκεται στη σάρκα.

47. Εκείνος που με την πίστη και την αγάπη στο Θεό νίκησε τις παράλογες επιθυμίες ή κινήσεις των παρά φύση παθών, βγαίνει έξω από την περιοχή κι αυτού του φυσικού νόμου και μεταφέρεται ολόκληρος στη χώρα των νοητών, συνελευθερώνοντας και το συγγενικό κατά φύση μαζί με όλα όσα έχει αποκτήσει, από τη δουλεία στον εχθρό.

48. Όταν η γνώση δεν χαλιναγωγείται κατά την πράξη από το φόβο του Θεού, προκαλεί έπαρση, πείθοντας αυτόν που επαίρεται γι’ αυτήν να παρουσιάζει σάν δικό του ό,τι έχει δανειστεί και να συλλέγει τη λογική γνώση με στόχο τον έπαινό του. Κι όταν η πράξη που αυξάνει μαζί με το θείο πόθο δεν ενδιαφέρεται για τη γνώση που είναι πέρα απ’ ό,τι πρέπει να πραχθεί, κάνει ταπεινόφρονα τον πρακτικό, γιατί τον συμμαζεύει στα όρια των λόγων της δυνάμεώς του.

49. Ουράνια κατοικία είναι η απαθής έξη της αρετής και η γνώση που δεν περιέχει κανένα στοιχείο πλάνης που να την υπονομεύει.

50. Τέλος της μονάδας που κινήθηκε είναι η μυριάδα, και αρχή μυριάδας που δεν κινήθηκε, η μονάδα· γιατί αρχή κάθε τέλους είναι η ακινησία του, και τέλος κάθε αρχής είναι η συμπλήρωση της κινήσεώς της. Έτσι και η πίστη είναι φυσική αρχή των αρετών, και τέλος έχει την συμπλήρωση του αγαθού μέσω των αρετών. Και το κατά φύση αγαθό, ως τέλος των αρετών, έχοντας αρχή την πίστη, προς αυτήν συνάγεται με ενδιάθετη κίνηση. Γιατί η πίστη είναι ενδιάθετο αγαθό, ενώ το αγαθό είναι πραγματοποιημένη πίστη. Πιστός από τη φύση Του και αγαθός είναι ο Θεός(Ματθ. 19, 17). Πιστός, ως πρώτο αγαθό· αγαθός, ως έσχατο επιθυμητό. Αυτά από κάθε άποψη είναι μεταξύ τους το ίδιο, και με κανένα τρόπο, παρά μόνο θεωρητικά, δε διαιρούνται το ένα από το άλλο λόγω της κινήσεως όσων αρχίζουν από Αυτόν και καταλήγουν σ’ Αυτόν. Άρα η μυριάδα, που συμβολίζει το έσχατο επιθυμητό, περικλείει τέλεια την επιθυμία εκείνων που κινούνται προς αυτό. Και η μονάδα, που είναι σύμβολο του πρώτου αγαθού, δίνει την τέλεια βάση εκείνων που ξεκινούν από αυτό.

51. Πρώτη απάθεια είναι η τέλεια αποχή από τα έμπρακτα κακά, η οποία παρατηρείται στους αρχαρίους. Δεύτερη, η τέλεια αποβολή από τη διάνοια των λογισμών της συγκαταθέσεως στα κακά, η οποία γίνεται σ’ εκείνους που επιδιώκουν έλλογα την αρετή. Τρίτη, η τέλεια ακινησία της επιθυμίας προς τα πάθη· αυτή υπάρχει σ’ εκείνους που βλέπουν νοερά μέσω των σχημάτων των ορατών τους λόγους τους. Τέταρτη απάθεια είναι η πλήρης κάθαρση και αυτής της ψιλής φαντασίας, η οποία γίνεται σ’ εκείνους που με τη γνώση και τη θεωρία έκαναν το νου τους καθαρό και διαφανή καθρέφτη του Θεού. Εκείνος λοιπόν που καθάρισε τον εαυτό του από την ενέργεια των παθών, ελευθερώθηκε από τη διανοητική συγκατάθεση σ’ αυτά, σταμάτησε να κινείται προς τα πάθη με την επιθυμία του, και έκανε το νου του αμόλυντο και από την ψιλή φαντασία των παθών, έχοντας και τις τέσσερις γενικές απάθειες, βγήκε έξω από την ύλη και τα υλικά και τρέχει να φτάσει το νοερό και θεϊκό και ειρηνικό τέρμα των νοητών.

52. Πρώτη απάθεια εννοεί την κίνηση του σώματος που μένει ανέπαφη από την ενεργητική αμαρτία. Δεύτερη, την τέλεια αποβολή από την ψυχή των εμπαθών λογισμών, με την οποία μαραίνεται ολωσδιόλου η κίνηση των παθών της πρώτης απάθειας, καθώς δεν έχει να τη διεγείρουν σε ενέργεια οι εμπαθείς λογισμοί. Τρίτη, την τέλεια ακινησία της επιθυμίας προς τα πάθη, για την οποία συμβαίνει και η δεύτερη απάθεια που συνίσταται στην καθαρότητα των λογισμών. Τέταρτη απάθεια εννοεί την τέλεια απόθεση από τη διάνοια όλων των αισθητών φαντασιών, από την οποία δημιουργήθηκε η τρίτη που δεν έχει τις φαντασίες των αισθητών να μορφοποιούν σ’ αυτή τις εικόνες των παθών.

53. Σε κάθε πρακτικό, το λογικό και η διάνοια μοχθούν σαν υπηρέτης και υπηρέτρια, επινοώντας και δημιουργώντας τους τρόπους της πρακτικής αρετής και αντιπαρατάσσοντας κατά κάποιο τρόπο όλη τους τη δύναμη κατά των πονηρών πνευμάτων που αντιστρατεύονται στην πρακτική άσκηση. Όταν όμως ολοκληρώσουν την πρακτική φιλοσοφία, την οποία υποδήλωσε ο αριθμός των έξι ετών —γιατί έχει λεχθεί ότι ο αριθμός έξι σημαίνει την πρακτική φιλοσοφία—, τότε αφήνονται ελεύθεροι(Δευτ. 15, 12), και το λογικό και η διάνοια, για να πάνε στην πνευματική φιλοσοφία, δηλαδή ν’ ασχολούνται με τη θεωρία των λόγων των όντων που είναι συγγενικοί τους.

54. Αλλοεθνής υπηρέτης και υπηρέτρια είναι ο θυμός και η επιθυμία, τους οποίους βάζει για πάντα κάτω από το ζυγό(Λευϊτ. 25, 44-46) του λογικού ο θεωρητικός νους με τη δύναμη της ανδρείας και της σωφροσύνης, για να υπηρετούν τις αρετές· και δε δίνει καθόλου σ’ αυτούς ελευθερία, μέχρις ότου ο νόμος του πνεύματος απορροφήσει το νόμο της φύσεως, όπως καταπίνεται ο θάνατος της δύστυχης σάρκας από την άπειρη ζωή(Β΄ Κορ. 5, 4). θα φανερωθεί έτσι καθαρά ολόκληρη η εικόνα της άναρχης Βασιλείας, η οποία θα έχει με τη μίμηση όλη τη μορφή του Πρωτοτύπου. Όταν φτάσει εκεί ο θεωρητικός νους, αφήνει ελεύθερο το θυμό και την επιθυμία, μεταβάλλοντας την μέν επιθυμία στην άδολη ηδονή του θείου έρωτα και στο αμόλυντο θέλγητρο, το δε θυμό σε πνευματικό ζήλο και φλογερή ακατάπαυστη κίνηση και σε μανία γεμάτη σωφροσύνη.

55. Εικόνα της άναρχης βασιλείας είναι η σταθερότητα του νου σχετικά με την αληθινή γνώση και η αφθαρσία της αισθήσεως σχετικά με την αρετή, όταν η ψυχή και το σώμα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους μόνο με το θείο νόμο του Πνεύματος κατά την πνευματική μεταβολή της αισθήσεως σε νου. Στην κατάσταση αυτή τα διαπερνά συνεχώς η αεικίνητη και ζωντανή ενέργεια του λόγου και απουσιάζει ολότελα κάθε ανομοιότητα προς το θείο.

56. Η ηδονή λένε πως είναι επιθυμία που ενεργείται, αν βέβαια είναι παρόν αυτό που αυτή θεώρησε αγαθό. Ο θυμός είναι μια κίνηση μανίας που μελετούμε, ενώ η μανία είναι θυμός που ενεργείται. Εκείνος λοιπόν που υπόταξε στο λογικό αυτές τις δυνάμεις, θα δει να μεταβάλλεται η επιθυμία του σε ηδονή κατά την άχραντη ένωση της ψυχής με το θείο μέσω της χάρης, ενώ ο θυμός σε καθαρή φλόγα που θα φρουρεί αυτή την ηδονή και σε μανία φρόνιμη που θα αποσπά τελείως από τα όντα τη δύναμη που θέλγει την έφεση της ψυχής. Έως ότου λοιπόν ζει μέσα μας ο κόσμος και η εκούσια σχέση της ψυχής προς τα υλικά, δεν πρέπει να δίνομε ελευθερία σ’ αυτές τις δυο δυνάμεις, μην τυχόν αναμιχθούν με τα αισθητά σαν ομόφυλοί τους, πολεμήσουν την ψυχή και τη συλλάβουν, αιχμαλωτισμένη από τα πάθη, όπως κατέλαβαν παλιά την Ιερουσαλήμ οι Βαβυλώνιοι(Δ΄ Βασ. 25, 4). Γιατί ο λόγος της Γραφής, με τον αιώνα κατά τον οποίο ο Νόμος όριζε να μένουν στη δουλεία οι αλλόφυλοι υπηρέτες(Λευιτ. 25, 44-46), υποδήλωσε την προαιρετική σχέση της ψυχής προς τον κόσμο τούτο, δηλαδή προς την παρούσα ζωή, φανερώνοντας τα νοούμενα με την ιστορική διήγηση.

57. Το κακό έχει αρχή· αρχή του είναι η παρά φύση κίνηση εκ μέρους μας. Το αγαθό όμως δεν έχει αρχή· γιατί υπάρχει πριν από κάθε αιώνα και χρόνο το αγαθό από τη φύση του. Το αγαθό είναι νοητό, το οποίο μόνο πρέπει να νοούμε. Το κακό δεν είναι νοητό, το οποίο μόνο δεν πρέπει να νοούμε. Το αγαθό μπορεί να εκφραστεί, και αυτό μόνο πρέπει να λέμε. Επίσης το αγαθό γίνεται· γιατί αν και από τη φύση του είναι αγένητο, ανέχεται από φιλανθρωπία να γίνεται από μας κατά χάρη, για να οδηγεί στη θέωση όσους το πράττομε και το λέμε. Το αγαθό το κάνομε, και μάλιστα αυτό μόνο πρέπει να γίνεται. Το κακό δεν το κάνομε, και αυτό μόνο πρέπει να μη γίνεται. Το κακό είναι φθαρτό, γιατί ακριβώς η φύση του κακού είναι φθορά, και δεν έχει καθόλου και καμιά ύπαρξη. Το αγαθό είναι άφθαρτο, γιατί υπάρχει πάντοτε και δεν παύει ποτέ να υπάρχει, και φρουρεί όλους όσοι το αποκτούν. Αυτό λοιπόν το αγαθό, το ζητούμε με το λογιστικό· το ποθούμε με το επιθυμητικό· με το θυμικό το φυλάγομε ασύλητο· με την αίσθηση το κρατούμε με γνώση καθαρό και χωριστό από τα αντίθετά του· με τη φωνή το λέμε και το κάνομε φανερό σ’ όσους το αγνοούν και με την παραγωγή το αυξάνομε, ή καλλίτερα, εμείς αυξανόμαστε μ’ αυτό.

58. Ο θεωρητικός νους που βασιλεύει πάνω στα νοήματα και θεάματα των όντων και πάνω στις κινήσεις τους, πρέπει να είναι σε μια κατάσταση άγονη ως προς την κακία, δηλαδή μήτε να συλλαμβάνει καθόλου, μήτε να γεννά την κακία. Στηριγμένος σ’ αυτά πρέπει να κινείται γύρω από τη θεωρία, μη τυχόν, κάνοντας πνευματικά την εξέταση των όντων, πέσει ασυναίσθητα στην εξουσία κάποιου πονηρού πνεύματος από εκείνα που νοθεύουν την αγνή μελέτη της καρδιάς με κάποιο αισθητό πράγμα.

59. Εκείνος που έχει προσβληθεί από κενοδοξία για την αρετή του ή τη γνώση του, αυτός τρέφοντας μάταια σαν τον Αβεσαλώμ τα μαλλιά της οιήσεως, επιδεικνύει τον ηθικό βίο του επιτηδευμένο και μεικτό, σαν διπλής καταγωγής ημίονο, για να εξαπατά όσους τον βλέπουν. Και πετώντας εξαιτίας του στα σύννεφα, πιστεύει ότι θα υποτάξει τον πνευματικό του πατέρα που τον γέννησε με τη διδασκαλία του λόγου, θέλοντας, όλη τη δόξα της αρετής και της γνώσεως που έχει ο πνευματικός του πατέρας από το Θεό,σαν υπερήφανος που είναι να την τραβήξει με τυραννικό τρόπο στον εαυτό του. Βγαίνοντας όμως αυτός στο πλάτος της πνευματικής θεωρίας της φύσεως για τον λογικό πόλεμο υπέρ της αλήθειας, και επειδή η αίσθησή του είναι ακόμη ζωντανή, πιάνεται στο δάσος από την κοσμική βελανιδιά των υλικών θεαμάτων, έχοντας την ίδια την κούφια οίηση σαν δεσμό θανάτου να τον κρεμάει ανάμεσα στον ουρανό και στη γή(Β΄ Βασ. 18, 9). Γιατί ο κενόδοξος δεν έχει γνώση που να τον έλκει σαν ουρανός από την οίηση που τον σέρνει προς τα κάτω· ούτε πάλι έχει γη, εννοώ τη βάση της πράξεως που στηρίζεται στην ταπείνωση, η οποία να τον έλκει κάτω από κει που τον ανεβάζει η έπαρση. Αυτόν, από φιλανθρωπία, τον πενθεί και πεθαμένο ο διδάσκαλος που τον γέννησε(Β΄ Βασ. 18, 33) πνευματικά, ως φιλόθεος και μιμούμενος το Θεό, γιατί δε θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, όσο το να μετανοήσει και να ζήσει(Ιεζ. 33, 11).

60. Αρχή και τέλος της σωτηρίας του καθενός είναι η σοφία, η οποία αρχίζει γεννώντας πρώτα το φόβο(Παρ. 9, 10), και έπειτα, καθώς τελειοποιείται, δημιουργώντας τον πόθο. Ή μάλλον, αυτή γίνεται για μας κατ’ οικονομία στην αρχή φόβος για να κόψει από την κακία τον εραστή της· και στο τέλος γίνεται για τον εαυτό της πόθος, για να γεμίσει με χαρά εκείνους που αντάλλαξαν τα πάντα με τη συμβίωση μαζί της.

61. Η σοφία είναι και φόβος για εκείνους που δεν την επιθυμούν, που γίνεται με την αποφυγή στέρηση· είναι και πόθος που τον βρίσκομε σαν έξη απολαυστικής ενέργειας σ’ εκείνους που την αγαπούν. Γιατί η σοφία, ελευθερώνοντας με την απειλή της κολάσεως τον άνθρωπο από τα πάθη, προκαλεί φόβο, αλλά δημιουργεί και πόθο, με την απόκτηση των αρετών συνηθίζοντας το νου να βλέπει τα μέλλοντα.

62. Κάθε εξομολόγηση κάνει ταπεινή την ψυχή. Η μία εξομολόγηση τη διδάσκει ότι δικαιώθηκε με τη χάρη του Θεού, και η άλλη ότι είναι ένοχη ενώπιον του Θεού για αμαρτίες από τη ράθυμη προαίρεσή της.

63. Δύο σκοπούς έχει η εξομολόγηση. Ο ένας είναι να ευχαριστήσομε το Θεό για τα αγαθά που μας έχει χαρίσει. Ο άλλος γίνεται για έλεγχο και εξέταση εκείνων που κακώς πράξαμε. Γιατί εξομολόγηση λέγεται και η απαρίθμηση των θείων ευεργεσιών μ’ ευχαριστία απ’ όσους ευεργετήθηκαν, αλλά και η φανέρωση των σφαλμάτων τους από τους ενόχους. Και οι δύο τρόποι φέρνουν ταπείνωση. Γιατί και εκείνος που ευχαριστεί για τα καλά και εκείνος που εξετάζει τον εαυτό του για τα κακά που έπραξε, ταπεινώνονται. Ο πρώτος κρίνει τον εαυτό του ανάξιο για τα καλά που του έδωσε ο Θεός· ο δεύτερος παρακαλεί να λάβει την άφεση των αμαρτιών του.

64. Το πάθος της υπερηφάνειας αποτελείται από δύο άγνοιες, και δύο άγνοιες ενωμένες μαζί αποτελούν μια φρόνηση συγκεχυμένη. Γιατί υπερήφανος είναι μόνο εκείνος που αγνόησε και τη θεία βοήθεια και την ανθρώπινη ασθένεια. Άρα λοιπόν υπερηφάνεια είναι στέρηση θείας και ανθρώπινης γνώσεως. Γιατί με δύο αρνήσεις των αληθινών άκρων, γίνεται μία και ψεύτικη κατάφαση.

65. Η κενοδοξία είναι απομάκρυνση από το θείο σκοπό και μετάβαση σε άλλο σκοπό, διαφορετικό από το θείο. Κενόδοξος δηλαδή είναι εκείνος που εργάζεται την αρετή για χάρη της δικής του δόξας και όχι του Θεού, και με τους κόπους του εξαγοράζει τους ανυπόστατους επαίνους των ανθρώπων.

66. Ο ανθρωπάρεσκος ενδιαφέρεται μόνο για την εξωτερική συμπεριφορά, και βέβαια και για τους λόγους του κόλακα. Θέλει με τη συμπεριφορά να κλέβει την όραση, και με τον κόλακα την σκοή εκείνων που ευχαριστούνται ή και καταπλήσσονται μόνο απ’ όσα ακούνε και όσα βλέπουν και που μόνον με την αίσθηση ορίζουν την αρετή. Λέμε λοιπόν ότι ανθρωπαρέσκεια είναι η επίδειξη που κάνει κάποιος της δήθεν αρετής του με πράξεις και λόγους.

67. Υποκρισία είναι η προσποίηση φιλίας· ή το μίσος που καλύπτεται με ψεύτικο σχήμα φιλίας· ή η έχθρα που εκδηλώνεται με μορφή συμπάθειας· ή ο φθόνος που μιμείται την αγάπη· ή ο βίος που στολίζεται με πλαστή κι όχι αληθινή αρετή· ή είναι προσποίηση δικαιοσύνης που διατηρείται μόνο από την ιδέα ότι υπάρχει· ή απάτη που φαίνεται σαν αλήθεια, την οποία μεταχειρίζονται εκείνοι που μιμούνται την πανουργία του φιδιού με τους ύπουλους τρόπους τους.

68. Η αιτία των όντων και των αγαθών που υπάρχουν σ’ αυτά είναι ο Θεός. Εκείνος λοιπόν που επαίρεται για την αρετή του ή τη γνώση του και δεν επεκτείνει την επίγνωση της ασθένειάς του σ’ όλο το μήκος της κατά χάρη αρετής και προκοπής του, αυτός οπωσδήποτε δεν ξέφυγε το κακό της υπερηφάνειας. Εκείνος που για δική του δόξα κάνει το καλό, αυτός προτιμά τον εαυτό του από το Θεό και έχει διαπεραστεί από το καρφί της κενοδοξίας. Εκείνος που πράττει ή μιλάει για την αρετή για να τον δούν οι άνθρωποι, αυτός θεώρησε ανώτερη την ανθρώπινη αναγνώριση από τη θεϊκή και ασθενεί από το πάθος της ανθρωπαρέσκειας. Εκείνος που μόνο χρωμάτισε ύπουλα τα ήθη του με τη σεμνότητα της αρετής για να εξαπατήσει τους άλλους και σκεπάζει την πονηρή του προαίρεση με το φαινομενικό σχήμα της ευλάβειας, αυτός εξαγοράζει την αρετή με το δόλο της υποκρισίας. Αυτός λοιπόν σε άλλα πράγματα έστρεψε το σκοπό των έργων του, και όχι προς την Αιτία τους.

69. Κανένας από τους πονηρούς δαίμονες δεν εμποδίζει ποτέ την προθυμία του εναρέτου, αλλά μάλλον περιορίζει με δόλο τις ελλείψεις των αρετών και υπαγορεύει την επίταση τους προθυμούμενος μαζί με τον αγωνιστή· θέλει να κάνει τον ασκητή να στρέψει όλη του την έγνοια στον εαυτό του και αφού χάσει το σωστό μέτρο της μεσότητας, χωρίς να καταλάβει να βαδίζει σε άλλο τέρμα από εκείνο που σκόπευε.

70. Οι δαίμονες ούτε τη σωφροσύνη μισούν, ούτε τη νηστεία αποστρέφονται, ούτε τη διανομή των χρημάτων, ούτε τη φιλοξενία, ούτε την ψαλμωδία, ούτε την ιερή ανάγνωση, ούτε τον ησυχαστικό βίο, ούτε την πιο υψηλή διδασκαλία, ούτε τη χαμαικοιτία, ούτε την αγρυπνία, ούτε όλα όσα χαρακτηρίζουν τον κατά Θεόν βίο, έως ότου συγκλίνουν σ’ αυτούς ο σκοπός και η αιτία των αγαθών αυτών πράξεων.

71. Τους άλλους δαίμονες, αφού ο ασκητής τους νικήσει ίσως γρηγορότερα, αποφεύγει τη βλάβη που προέρχεται από αυτούς. Εκείνους όμως τους δαίμονες που φαίνονται ότι συνεργάζονται στο δρόμο της αρετής και ότι θέλουν να κτίζουν μαζί του και αυτόν το ναό του Κυρίου, ποιος άραγε νούς από τους πολύ υψηλούς μπορεί να τους καταλάβει, χωρίς το λόγο που είναι ζωντανός και δραστικός και εισχωρεί βαθιά ως το σημείο να διαχωρίζει την ψυχή από το πνεύμα(Εβρ. 4, 12-13), δηλαδή να διακρίνει ποια έργα και ποιά νοήματα είναι ψυχικά, δηλαδή φυσικές εκδηλώσεις και κινήσεις της αρετής, και ποιά είναι πνευματικά, δηλαδή είναι υπέρ φύση και αποτελούν γνωρίσματα του Θεού, δίνονται όμως στην ανθρώπινη φύση κατά χάρη από το Θεό; Ο Λόγος μπορεί ν’ αναγνωρίζει αν οι αρθρώσεις και οι μυελοί, δηλαδή οι πνευματικοί λόγοι και οι τρόποι της αρετής, είναι συνταιριασμένοι αρμονικά ή όχι αρμονικά· και διακρίνει τις ενθυμήσεις και τις έννοιες των καρδιών, δηλαδή τις αφανείς μέσα στο βάθος σχέσεις με όσα αναφέρθηκαν, και τις αόρατες αιτίες τους μέσα στην ψυχή. Για τον Λόγο δεν υπάρχει κάτι κρυφό μέσα μας, που νομίζομε ότι του διαφεύγομε· είναι όλα ανεξαιρέτως φανερά, και όσα πράξαμε και όσα σκεφτήκαμε, ακόμη κι εκείνα που θα πράξομε και θα σκεφτούμε.

72. Διαχωρισμό της ψυχής από το πνεύμα εννοεί τη διαφορά της προελεύσεως των αρετών είναι εκείνες των οποίων τους λόγους έχομε εκ φύσεως μέσα μας, και εκείνες που δίνει το πνεύμα, των οποίων δεχόμαστε δωρεάν τη χάρη. Αυτές, κρίνοντάς τις, τις διαστέλλει καθαρά ο Λόγος.

73. Ενθυμήσεις και έννοιες τις οποίες διακρίνει ο Λόγος, λέει ότι είναι οι σχέσεις τις ψυχής προς τους θείους λόγους και λογισμούς, και οι αιτίες αυτών των σχέσεων. Γιατί η ενθύμηση κινεί τη μνήμη, στοιχείο της οποίας είναι η σχέση· ενώ η έννοια αποβλέπει στο τέρμα, το οποίο χαρακτηρίζει ως αιτία.

74. Αν ο Θεός ουσιαστικά είναι γνώση, και πριν από κάθε γνώση προηγείται νους, στον οποίο και υπόκειται αυτή εκ φύσεως, άρα ο Θεός είναι πάνω από τη γνώση, γιατί και από κάθε νου —στον οποίο υπόκειται εκ φύσεως οποιαδήποτε γνώση— είναι ανώτερος υπεράπειρες φορές.

75. Ποιος άραγε είναι εκείνος ο οποίος, αν δεν έχει ένοικο το θείο λόγο στο βάθος της καρδιάς του, θα μπορέσει να αποφύγει τις κρυφές πανουργίες της υποκρισίας των δαιμόνων εναντίον μας; Πώς θα μπορέσει να σταθεί ολομόναχος με τον εαυτό του, χωρίς καμιά σχέση με αυτούς, και να οικοδομήσει το ναό του Κυρίου, όπως ο μέγας Ζοροβάβελ και ο Ιησούς και οι άρχοντες των φυλών, που φώναζαν ξεκάθαρα και με μεγάλη φωνή στους απατεώνες δαίμονες της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας και της ανθρωπαρέσκειας και της υποκρισίας: «Δεν θα οικοδομήσομε εμείς και σεις από κοινου το ναό στον Κύριο το Θεό μας· εμείς μόνοι μας θα οικοδομήσομε στον Κύριο του Ισραήλ»; Γιατί πρέπει να ξέρει ότι η σχέση με αυτούς επιφέρει την καταστροφή και τον αφανισμό όλης της οικοδομής και σωριάζει κάτω όλη τη χάρη της ευπρέπειας των θείων αφιερωμάτων.

76. Κανένας δεν μπορεί, αν έχει κάποιον από τους δαίμονες που είπαμε ως συνεργάτη στην αρετή, να οικοδομήσει ναό στον Κύριο. Γιατί δεν έχει σαν σκοπό των έργων του το Θεό, στον Οποίο ατενίζοντας τη φέρνει σε πέρας, αλλά το πάθος που μέσω αυτής προκαλεί.

77. Οι δαίμονες που μας πολεμούν με την έλλειψη, είναι αυτοί που διδάσκουν την πορνεία, τη μέθη, τη φιλαργυρία και το φθόνο. Εκείνοι που μας πολεμούν με την υπερβολή, είναι εκείνοι που διδάσκουν την οίηση, την κενοδοξία και την υπερηφάνεια, και μέσω των δεξιών μας παραδίνουν κρυφά στα αριστερά.

78. Στα πονηρά πνεύματα, τα οποία μας προσβάλλουν αοράτως με πλαστή πνευματική φιλία και κρυφά θέλουν να μας προκαλέσουν διά μέσου του αγαθού το θάνατο της αμαρτίας, και γι’ αυτό μας λένε: «ας οικοδομήσομε μαζί σας το ναό του Κυρίου σας», μακάρι εμείς να απαντούσαμε πάντοτε: «Δε θα οικοδομήσομε εμείς και σεις από κοινού το ναό στον Κύριο το Θεό μας· εμείς μόνοι μας θα οικοδομήσομε στον Κύριο του Ισραήλ». Εμείς μόνοι μας, γιατί αφού ελευθερωθήκαμε και ξεφύγαμε από τα πονηρά πνεύματα που μας πολεμούν με την έλλειψη της αρετής, δεν θέλομε φουσκώνοντας με τις υπερβολές μας να ξαναπιαστούμε και να πέσομε μια πτώση πολύ χειρότερη από την πρώτη. Στην πρώτη είχαμε εύκολη ελπίδα επιστροφής μας, αφού συγχωρεθούμε λόγω της αδυναμίας μας· στη δεύτερη όμως, ή δεν έχομε καθόλου ελπίδα, ή θα είναι δύσκολη, γιατί γινόμαστε μισητοί με την υπερηφάνειά μας και προσπαθώντας από το δεξιό να κάνομε κάτι ακόμη δεξιότερο. Και πάλι όμως δεν είμαστε μόνοι μας· έχομε τους αγίους αγγέλους βοηθούς στο καλό, ή μάλλον τον ίδιο το Θεό, που μας φανερώνει τον εαυτό Του με τα έργα της δικαιοσύνης και οικοδομεί εμάς ναό άγιο για τον εαυτό Του, ελεύθερο από κάθε πάθος.

79. Όρος της αρετής είναι η κατ’ επίγνωση ένωση της ανθρώπινης ασθένειας με τη θεία δύναμη. Εκείνος λοιπόν που περιορίζει τον εαυτό του στην ασθένεια της φύσεώς του, δεν έφτασε στον όρο της αρετής και γι’ αυτό πέφτει σε αμαρτίες, αφού δεν έλαβε τη δύναμη που ενισχύει την ασθένεια της φύσεως. Εκείνος πάλι που αντί για τη θεία δύναμη παρουσιάζει με αυθάδεια την ασθένειά του σαν δύναμη, αυτός προσπέρασε τον όρο της αρετής και γι’ αυτό δε συναισθάνεται ότι αμαρτάνει, αφού το κατώτερο το έκανε γι’ αυτόν ανώτερο. Γιατί νομίζει αρετή το αμάρτημα. Συγχωρείται λοιπόν πιο πολύ εκείνος που περιόρισε τον εαυτό του μέσα στην ανθρώπινη ασθένεια και από αμέλειά του ξέπεσε από την αρετή, παρά εκείνος που αντί για τη θεία δύναμη προβάλλει τη δική του ασθένεια σαν δύναμη για την εκτέλεση όσων πρέπει να γίνουν, κι έτσι προκάλεσε την έκπτωσή του από την αρετή μάλλον από αυθάδεια.

80. Επειδή έχει γραφεί: «Η δέηση του δικαίου, όταν ενεργοποιείται, έχει μεγάλη δύναμη»(Ιακ. 5, 16), γνωρίζω ότι αυτή ενεργοποιείται κατά δύο τρόπους. Ο ένας τρόπος είναι όταν εκείνος που έρχεται στο Θεό προσφέρει τη δέηση μαζί με τα έργα των εντολών, ώστε να μην ξεπέφτει η δέηση με κούφιο λόγο μόνο και αδειανό ήχο της φωνής και να μένει άπραγη και ανυπόστατη, αλλά να εμψυχώνεται και να γίνεται ενεργός και ζωντανή με τα έργα των θείων εντολών. Γιατί υπόσταση της προσευχής και της δεήσεως είναι ολοφάνερα η εκπλήρωση των εντολών με τις αρετές· τότε η δέηση του δικαίου είναι ισχυρή και κατορθώνει τα πάντα, καθώς ενεργοποιείται με τις εντολές. Ο άλλος τρόπος είναι όταν εκείνος που έχει ανάγκη από την προσευχή του δικαίου, πράττει τα έργα της προσευχής, διορθώνοντας τον προηγούμενο βίο του και κάνοντας ισχυρή τη δέηση του δικαίου, καθώς θα την δυναμώνει με την καλή πολιτεία του.

81. Κανένα όφελος δεν έχει από τη δέηση του δικαίου εκείνος που έχει την ανάγκη της, εφόσον ευχαριστείται περισσότερο στα αμαρτήματα παρά στις αρετές. Γιατί και ο μέγας Σαμουήλ λυπόταν για τον Σαούλ που αμάρτανε, αλλά δεν μπόρεσε να εξιλεώσει το Θεό, καθώς δεν είχε σύμμαχο της λύπης του την πρέπουσα διόρθωση του Σαούλ. Γι’ αυτό ο Θεός σταματώντας το δούλο Του από το [ανώφελο] αυτό πένθος, του είπε: «Ως πότε θα πενθείς για τον Σαούλ; Εγώ τον έκρινα ανάξιο να βασιλεύει πλέον στον Ισραήλ»(Α’ Βασ. 15, 35· 16, 1).

82. Και πάλι ο συμπαθέστατος Ιερεμίας δεν εισακούεται, όταν προσεύχεται για χάρη του λαού των Ιουδαίων που έμενε στην πλάνη των δαιμόνων· δεν ενίσχυε την προσευχή του η επιστροφή των άθεων Ιουδαίων από την πλάνη τους. Γι’ αυτό και ο Θεός τον εμπόδισε να προσεύχεται μάταια και του είπε: «μην προσεύχεσαι γι’ αυτό το λαό και μην απαιτείς από εμένα να τον ελεήσω· μην προσεύχεσαι και μην έρθεις άλλο σ’ έμενα για χάρη τους, γιατί δε θα σε ακούσω»(Ιερ. 7, 16).

83. Είναι πράγματι πολύ μεγάλη ανοησία, για να μην πω παραφροσύνη, να ζητεί τη σωτηρία του μέσω της προσευχής των δικαίων, εκείνος που αισθάνεται ευχαρίστηση μέσα του με τους λογισμούς και τις επιθυμίες του, και να ζητεί συγχώρηση για εκείνα που καυχιέται ενώ μολύνεται κάνοντάς τα θεληματικά. Εκείνος που έχει ανάγκη από τη δέηση του δικαίου, πρέπει να μην την αφήνει να γίνεται ανενεργός και ακίνητη, αν πράγματι μισεί τα πονηρά, αλλά να την κάνει ενεργό και ισχυρή και να της δίνει φτερά με τις αρετές του, ώστε να φτάνει σ’ Εκείνον που μπορεί να δώσει τη συγχώρηση των αμαρτιών.

84. Έχει μεγάλη δύναμη η δέηση του δικαίου που ενεργοποιείται είτε από τον δίκαιο που την κάνει, είτε από κείνον που ζητά από τον δίκαιο να την κάνει. Όταν ενεργοποιείται από τον δίκαιο, δίνει σ’ αυτόν παρρησία ενώπιον Εκείνου που μπορεί να εκπληρώσει τα αιτήματα των δικαίων. Κι όταν από κείνον που τη ζητεί από το δίκαιο, τον απομακρύνει από την πρωτυτερινή του κακία και μεταβάλλει προς την αρετή την προαίρεσή του.

85. Ο Απόστολος είπε: «Γι’ αυτό να χαίρεστε, έστω και αν χρειαστεί να λυπηθείτε τώρα λίγο με διάφορους πειρασμούς»(Α΄ Πέτρ. 1, 6). Πώς γίνεται να λυπάται κανείς λόγω πειρασμών και να μπορεί να χαίρεται για κείνο που λυπάται;

86. (Απόκριση.) Ο λόγος της αλήθειας θεωρεί ότι η λύπη είναι δύο ειδών. Η μία δημιουργείται μέσα στην ψυχή χωρίς να φαίνεται, ενώ η άλλη στην αίσθηση και είναι φανερή. Η πρώτη περιλαμβάνει όλο το βάθος της ψυχής που το δέρνει η συνείδηση με το μαστίγιό της· η δεύτερη περιορίζει όλη την αίσθηση που από το βάρος των οδυνηρών μαζεύεται από το φυσικό της άπλωμα. Η πρώτη είναι το τέλος της ηδονής της αισθήσεως, ενώ η άλλη είναι το τέλος της ψυχικής χαράς· ή μάλλον η μία είναι αποτέλεσμα των προαιρετικών παθών της αισθήσεως, ενώ η άλλη, των αθέλητων παθημάτων που δοκιμάζει η αίσθηση.

87. Λύπη κατά τη γνώμη μου είναι μια κατάσταση στερημένη από ηδονές. Τη στέρηση των ηδονών την προξενεί η επιφορά των πόνων. Πόνος είναι καθαρά η έλλειψη ή η υποχώρηση μιας φυσικής έξεως. Έλλειψη της φυσικής έξεως είναι πάθος της δυνάμεως που αποτελεί το φυσικό υπόβαθρο της έξεως. Το πάθος της δυνάμεως που έχει κατά φύση η έξη είναι ο τρόπος της φυσικής ενέργειας κατά την κακή χρήση του. Κακή χρήση του τρόπου ενέργειας είναι η κίνηση της δυνάμεως προς το αφύσικο και κατώτερο.

88. Η λύπη της ψυχής είναι το τέλος της ηδονής της αισθήσεως, γιατί από την ηδονή γίνεται η λύπη της ψυχής· όπως και της ψυχικής ηδονής τέλος είναι η κατά σάρκα λύπη, γιατί η ευφροσύνη της ψυχής γίνεται λύπη της σάρκας.

89. Η λύπη είναι δύο ειδών. Η μία είναι η λύπη της αισθήσεως που δημιουργείται κατά τη στέρηση των σωματικών ηδονών, ενώ η άλλη είναι του νου και συμβαίνει από στέρηση των αγαθών της ψυχής. Δύο ειδών είναι και οι πειρασμοί· άλλοι θεληματικοί, άλλοι αθέλητοι. Οι θεληματικοί είναι πατέρες της σωματικής ηδονής και γεννήτορες της ψυχικής λύπης. Γιατί μόνο η αμαρτία όταν διαπραχθεί, λυπεί την ψυχή. Οι αθέλητοι, οι οποίοι φανερώνονται στους απροαίρετους πόνους, είναι πατέρες της ψυχικής ηδονής και γεννήτορες της σωματικής λύπης της αισθήσεως.

90. Ο λόγος της αλήθειας, όπως θεωρεί ότι η λύπη είναι δύο ειδών, καθώς είπα, έτσι γνωρίζει ότι οι πειρασμοί εκδηλώνονται με δύο τρόπους. Ο ένας είναι σύμφωνος με τη γνώμη μας· ο άλλος αντίθετος μ’ αυτή. Ο πρώτος τρόπος είναι δημιουργός των θεληματικών ηδονών, ο δεύτερος επιφέρει αθέλητους πόνους. Γιατί ο πειρασμός που είναι σύμφωνος με τη γνώμη μας δημιουργεί σαφώς τις κατά προαίρεση θεληματικές ηδονές, ενώ ο πειρασμός που έρχεται παρά τη γνώμη μας προκαλεί, όπως είναι φανερό, τους αθέλητους πόνους που δε συμφωνούν με την προαίρεσή μας. Ο πρώτος τρόπος είναι αίτιος της ψυχικής λύπης, ο δεύτερος της λύπης της αισθήσεως.

91. Ο πειρασμός που συμφωνεί με τη γνώμη του ανθρώπου, προκαλεί την ψυχική λύπη και σαφώς δημιουργεί την ηδονή της αισθήσεως. Ο πειρασμός που δε συμφωνεί με τη γνώμη του ανθρώπου, δημιουργεί την ψυχική ηδονή και τη λύπη της σάρκας.

92. Νομίζω ότι ο Κύριος και Θεός μας, όταν δίδασκε τους μαθητές Του πώς πρέπει να προσεύχονται, τους συμβούλεψε να εύχονται να αποφύγουν το είδος των πειρασμών που είναι σύμφωνοι με τη γνώμη μας, λέγοντας: «Και μη μας βάλεις σε πειρασμό»(Ματθ. 6, 13). Δηλαδή να προσεύχονται να μην εγκαταλειφθούν και δοκιμάσουν τους ηδονικούς και σύμφωνους με τη γνώμη μας και θεληματικούς πειρασμούς. Και ο μέγας Ιάκωβος, ο λεγόμενος αδελφός του Κυρίου, διδάσκοντας να μη διστάζουν μπροστά στο είδος των αθέλητων πειρασμών όσοι αγωνίζονται για χάρη της αλήθειας, λέει: «Θεωρήστε σαν την πιο μεγάλη χαρά, αδελφοί μου, το να πέσετε σε διάφορους πειρασμούς»(Ιακ. 1, 2-4)· δηλαδή σε πειρασμούς αθέλητους και παρά τη γνώμη μας, που φέρνουν πόνο. Αυτά τα φανερώνουν σαφώς, καθώς συμπληρώνουν, ο μεν Κύριος: «Αλλά γλύτωσέ μας από τον πονηρό», ο δε μέγας Ιάκωβος: «Γνωρίζοντας ότι η δοκιμασία της πίστεώς σας δημιουργεί υπομονή· και η υπομονή σας ας τελειοποιηθεί, για να είστε τέλειοι και ολοκληρωμένοι, χωρίς να σας λείπει τίποτε».

93. Ο Κύριος μας διδάσκει να προσευχόμαστε να αποφύγομε τους θεληματικούς πειρασμούς, γιατί προκαλούν ηδονή στη σάρκα και οδύνη στην ψυχή. Ο μέγας Ιάκωβος μας συμβουλεύει να χαιρόμαστε στους αθέλητους πειρασμούς, γιατί αφαιρούν την ηδονή της σάρκας και την οδύνη της ψυχής.

94. Τέλειος είναι εκείνος που πολεμά με την εγκράτεια τους θεληματικούς πειρασμούς και εγκαρτερεί με υπομονή στους αθέλητους. Ολοκληρωμένος είναι εκείνος που και την πράξη κατορθώνει με γνώση, αλλά και τη θεωρία όχι αποκομμένη από την πράξη.

95. Αφού η λύπη και η ηδονή μοιράζονται στην ψυχή και στην αίσθηση, εκείνος που φροντίζει για την ηδονή της ψυχής και υποφέρει με υπομονή τη λύπη της αισθήσεως, γίνεται δόκιμος και τέλειος και ολοκληρωμένος. Δόκιμος, γιατί απόκτησε την πείρα εκείνων που είναι αντίθετα κατά την αίσθηση. Τέλειος, γιατί πολεμά ανυποχώρητα εναντίον της λύπης και της ηδονής της αισθήσεως με την εγκράτεια και την υπομονή. Ολοκληρωμένος, γιατί φυλάει αλώβητες μέσα στη σταθερότητα της λογικής ταυτότητάς τους τις έξεις που πολεμούν τις αλληλομαχόμενες διαθέσεις της αισθήσεως. Έξεις εννοώ την πράξη και τη θεωρία, τις οποίες κρατά δεμένες μαζί κι αχώριστες τη μία από την άλλη· η πράξη να προβάλλει με τα έργα τη γνώση της θεωρίας, και η θεωρία να είναι θωρακισμένη με την αρετή όχι λιγώτερο από το λόγο.

96. Εκείνος που έλαβε πείρα της λύπης και της ηδονής του σώματος, θα μπορούσε να ονομαστεί δοκιμασμένος, γιατί έλαβε πείρα των ευχάριστων και δυσάρεστων καταστάσεων που αναφέρονται στη σάρκα. Τέλειος είναι εκείνος που κατανίκησε την ηδονή και την οδύνη της σάρκας με τη δύναμη του λογικού. Και ολοκληρωμένος είναι εκείνος που διατήρησε αμετάβλητες με τη σφοδρότητα του θείου πόθου τις έξεις της πράξεως και της θεωρίας.

97. Η ψυχική λύπη είναι δύο ειδών. Η μία είναι για τα δικά μας αμαρτήματα, η άλλη για τα αμαρτήματα των άλλων. Αιτία της λύπης αυτής είναι σαφώς η ηδονή της αισθήσεως είτε αυτού που λυπάται, είτε εκείνων για τους οποίους λυπάται. Για να ακριβολογήσομε, δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμαρτία στους ανθρώπους που δεν έχει ως αρχή της δημιουργίας της μια αλόγιστη σχέση της ψυχής με την αίσθηση για χάρη της ηδονής. Αιτία της ψυχικής ηδονής είναι φανερά η λύπη κατά την αίσθηση εκείνου που ευχαριστείται και χαίρεται για τις δικές του ή τις ξένες αρετές. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει σχεδόν αρετή στους ανθρώπους που δεν έχει ως αρχή της δημιουργίας της μια λογική αποστροφή της ψυχής προς την αίσθηση.

98. Χωρίς την εμπαθή σχέση της ψυχής με την αίσθηση, δεν υπάρχει στους ανθρώπους διόλου αμαρτία. Και σε κάθε ψυχική λύπη, προηγείται σαρκική ηδονή.

99. Αληθινή γένεση αρετής είναι η εκούσια αποξένωση της ψυχής από τη σάρκα. Ευφραίνει πνευματικά την ψυχή εκείνος που δαμάζει τη σάρκα του με τους θεληματικούς κόπους.

100. Όταν η ψυχή αποκτήσει για χάρη της αρετής αποστροφή προς την αίσθηση, τότε η αίσθηση θα βρεθεί κατ’ ανάγκην μέσα σε πόνους, γιατί δεν έχει πια δεμένη μαζί της με εκούσια σχέση την ψυχική δύναμη που νοεί τις ηδονές. Αντιθέτως, αποκρούει με ανδρεία την εξέγερση των ηδονών με την εγκράτεια, με την υπομονή μένει τελείως άκαμπτη στην επίθεση των παρά φύση και αθέλητων πόνων, δεν απομακρύνεται διόλου από τη θεοπρεπή αξία και δόξα της αρετής για χάρη ανυπόστατης ηδονής, και δεν πέφτει διόλου από το ύψος των αρετών από φροντίδα για τη σάρκα, για να την ανακουφίσει από τους πόνους εξαιτίας της αισθήσεως που υποφέρει. Αιτία της λύπης της αισθήσεως είναι η αποκλειστική ασχολία της ψυχής με όσα είναι σύμφωνα με τη φύση της. Την ηδονή της αισθήσεως τη θεμελιώνει φανερά η παρά φύση ενέργεια της ψυχής, και δεν μπορεί να έχει άλλη αρχή υπάρξεως, παρά την αποβολή όσων είναι σύμφωνα με τη φύση της ψυχής.

Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, β΄τόμος, σελ. 186-207.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: