Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – Διαφόρα κεφάλαια περί θεολογίας, οικονομίας, αρετής και κακίας. Έκτη εκατοντάδα. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄).

* Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄ (σελ. 208-230).

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Διαφόρα κεφάλαια περί θεολογίας, οικονομίας, αρετής και κακίας

Έκτη εκατοντάδα

1. Η νοερή δύναμη της ψυχής είναι επινοητική. Αυτή όταν χωριστεί από τη σχέση της με την αίσθηση, στερεί τη σάρκα από τη φροντίδα να της εξασφαλίζει την ηδονή, όπως έκανε κατά τη θεληματική σχέση τους, και δε θέλει ούτε την οδύνη της σάρκας να παρηγορήσει, εξαιτίας της ολικής και αδιάκοπης αφιερώσεως της γνώμης στα θεία.

2. Ο νους και η αίσθηση έχουν αντίθετες φυσικές ενέργειες, γιατί τα αντικείμενά τους έχουν ακρότατη διαφορά και ετερότητα μεταξύ τους. Ο νους έχει ως αντικείμενά του τις νοητές και ασώματες υπάρξεις, που αντιλαμβάνεται εκ φύσεως την ουσία τους, ενώ η αίσθηση έχει ως αντικείμενα τις αισθητές και σωματικές φύσεις, τις οποίες και αυτή εκ φύσεως αντιλαμβάνεται.

3. Η απόρριψη από την ψυχή των φυσικών της ενεργειών γίνεται αρχή της ηδονής της αισθήσεως. Γιατί όταν η ψυχή καταγίνεται με τα αγαθά που ταιριάζουν στη φύση της, δεν υπάρχει η δύναμη που εφευρίσκει την ηδονή της αισθήσεως.

4. Όταν κατά τη θεωρία των ορατών το λογικό προχωρεί μπροστά από την αίσθηση, τότε η σάρκα στερείται όλη τη σύμφωνη με τη φύση της ηδονή, γιατί δεν έχει ασύδοτη την επιθυμία και λυμένη από τους λογικούς φραγμούς στην υπηρεσία των ηδονών. Γι’ αυτό και εξ ανάγκης, όταν επικρατεί μέσα μας το λογικό, βασανίζεται η σάρκα που του έχει υποδουλωθεί για χάρη της αρετής.

5. Όταν ο νους νομίσει ότι η αίσθηση είναι κατά φύση δική του δύναμη, τότε πλεγμένος με τις εξωτερικές μορφές των αισθητών, επινοεί τις σαρκικές ηδονές, καθώς δεν μπορεί να ξεπεράσει τη φύση των ορατών, γιατί έχει πιαστεί σε εμπαθή σχέση με την αίσθηση.

6. Δεν είναι δυνατόν ο νους να διαβεί προς τα συγγενή του νοητά χωρίς τη θεωρία των αισθητών που μεσολαβούν. Όμως η θεωρία αυτή είναι τελείως αδύνατο να γίνει χωρίς την αίσθηση που συνυπάρχει με το νου και κατά τη φύση συγγενεύει με τα αισθητά. Αν τώρα ο νούς, καθώς παρατηρεί τα ορατά, παραμείνει στις εξωτερικές μορφές τους, νομίζοντας ότι η αίσθηση που συνυπάρχει μ’ αυτόν είναι φυσική του ενέργεια, εύλογα ξεπέφτει από τα σύμφωνα με τη φύση του νοητά και αγκαλιάζει με τα δύο του χέρια, όπως λένε, τα αντίθετα με τη φύση του σώματα. Καθώς κυριαρχείται από αυτά αντίθετα με τη λογική, λόγω της ήττας του από την αίσθησή τους, γίνεται πρόξενος λύπης στην ψυχή με το να δέχεται συνεχείς μαστιγώσεις από τη συνείδηση, ενώ γίνεται ολοφάνερα δημιουργός της ηδονής της αισθήσεως και παχύνεται με τις επινοήσεις τρόπων να περιποιείται τη σάρκα. Αν όμως, καθώς παρατηρεί τα ορατά, διασπάσει αμέσως την αισθητή επιφάνειά τους και δει τους πνευματικούς λόγους των όντων καθαρούς από τα σχήματα που τους καλύπτουν, τότε προξενεί την ηδονή της ψυχής που δεν πιάστηκε κατά τη θεωρία από κανένα αισθητό, ενώ στην αίσθηση δημιουργεί λύπη, γιατί τη στέρησε απ’ όλα τα αισθητά που είναι σύμφωνα με τη φύση της.

7. Επειδή τη λύπη της ψυχής, δηλαδή τον πόνο —γιατί και τα δύο είναι το ίδιο— την προξενεί η ηδονή της αισθήσεως, ενώ τη λύπη της αισθήσεως, δηλαδή τον πόνο, τη δημιουργεί από τη φύση της η ηδονή της ψυχής, εύλογα εκείνος που επιθυμεί με ελπίδα τη ζωή του Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, η οποία φυλάγεται στους ουρανούς για να δοθεί μέσω της αναστάσεως των νεκρών ως κληρονομιά άφθαρτη και αμόλυντη και αμάραντη(Α΄ Πέτρ. 1, 4), έχει αγαλλίαση στην ψυχή του και χαρά ανεκλάλητη και ευφραίνεται ακατάπαυστα με την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, ενώ στη σάρκα και την αίσθηση έχει λύπη, δηλαδή τους πόνους και τις οδύνες που του προκαλούν οι διάφοροι πειρασμοί. Γιατί κάθε αρετή ακολουθούν ηδονή και πόνος. Πόνος στη σάρκα, γιατί στερείται τη μαλακή και φιλική αίσθηση. Ηδονή στην ψυχή, γιατί απολαμβάνει τους πνευματικούς λόγους καθαρούς από κάθε αισθητό.

8. Στην παρούσα ζωή —αυτό σημαίνει ο «τωρινός καιρός»—, ο νους ο οποίος λυπάται κατά σάρκα λόγω των πολλών πόνων που του προκαλούν οι πειρασμοί που του στέλνονται για χάρη της αρετής, πρέπει πάντοτε να έχει χαρά στην ψυχή και να ευχαριστείται από την ελπίδα των αιωνίων αγαθών, και ας κακοπαθεί η αίσθηση. «Γιατί, λέει ο θείος Απόστολος, δεν έχουν καμιά αξία τα παθήματα του τωρινού καιρού, αν συγκριθούν με τη δόξα που πρόκειται να φανερωθεί σε μας»(Ρωμ. 8, 18).

9. Η σάρκα ανήκει στην ψυχή, και όχι η ψυχή στη σάρκα· γιατί το χειρότερο ανήκει στο καλύτερο, και όχι το καλύτερο στο χειρότερο. Λόγω της παραβάσεως του Αδάμ ζυμώθηκε με τη σάρκα ο νόμος της αμαρτίας, ο οποίος είναι η ηδονή της αισθήσεως, την οποία ακολούθησε ως συνέπεια ο θάνατος της σάρκας με πόνους, που έχει επινοηθεί για την κατάργηση του νόμου της σάρκας. Γι’ αυτό όποιος εννόησε ότι για την αμαρτία και για την κατάργησή της μπήκε στη μέση ο θάνατος, έχει πάντα χαρά στην ψυχή του, γιατί βλέπει να φεύγει με τους διαφόρους πόνους από τη σάρκα του ο νόμος της αμαρτίας, για να μπορέσει να δεχτεί τη μέλλουσα πνευματική και μακάρια ζωή. Αυτήν τη μακάρια ζωή δεν είναι δυνατόν ποτέ κανείς να την επιτύχει, αν πρωτύτερα στην παρούσα ζωή δεν αδειάσει σαν από ένα δοχείο ο νόμος της αμαρτίας από τη σάρκα κατά την προς αυτήν σχέση της προαιρέσεως.

10. Εκείνος που λυπάται κατά σάρκα λόγω των πόνων για χάρη της αρετής, χαίρεται συγχρόνως ψυχικά γι’ αυτή την αρετή, γιατί βλέπει την ωραιότητα των μελλόντων σαν να είναι παρούσα. Για χάρη της, όπως λέει ο μέγας Δαβίδ, με την εκούσια νέκρωση της σάρκας πεθαίνει κάθε ημέρα(Ψαλμ. 43, 23) εκείνος που ανακαινίζεται διαρκώς με την καλλιέργεια της ψυχής από το Άγιο πνεύμα, γιατί και η ηδονή που δοκιμάζει είναι σωτήρια, και η λύπη ωφέλιμη. Και λύπη εννοώ όχι την παράλογη που βασανίζει την ψυχή πολλών με τη στέρηση ικανοποιήσεως παθών ή με τη στέρηση υλικών πραγμάτων, επειδή ορμούν παρά φύση σε πράγματα που δεν πρέπει, και αποφεύγουν πάλι εκείνα που δεν πρέπει ν’ αποφεύγουν· αλλά, εννοώ τη λογική λύπη, την οποία παραδέχονται και οι σοφοί περί τα θεία, και η οποία συνοδεύει το κακό που είναι παρόν. Γιατί λένε ότι η λύπη είναι παρόν κακό, που δημιουργείται στην ψυχή όταν η ηδονή της αισθήσεως υπερισχύει στη λογική διάκριση, ενώ δημιουργείται στην αίσθηση όταν ο δρόμος της αρετής διανύεται χωρίς εμπόδιο, και προκαλεί τόσους πόνους στην αίσθηση, όση ηδονή και χαρά φέρνει στην ψυχή που πλησιάζει στο Θεό με την ανάλογη έλλαμψη μέσω της αρετής και της γνώσεως.

11. Σωτήρια ηδονή λέει τη χαρά της ψυχής για την αρετή, και ωφέλιμη λύπη την οδύνη που υποφέρει η σάρκα για χάρη της αρετής. Εκείνος λοιπόν που είναι προσκολλημένος σε πάθη και υλικά πράγματα ορμά σ’ εκείνα που δεν πρέπει. Και εκείνος που δεν δέχεται ευχαρίστως τις συμφορές που τον στερούν από την ικανοποίηση παθών και από πράγματα, αυτός αποφεύγει εκείνα που δεν πρέπει.

12. Ούτε η θεία χάρη ενεργεί φωτισμούς γνώσεως, αν δεν υπάρχει το όργανο που έχει τη φυσική δύναμη να δεχτεί το φωτισμό, ούτε πάλι το δεκτικό αυτό όργανο ενεργεί το φωτισμό της γνώσεως χωρίς τη χάρη που τον χορηγεί.

13. Η χάρη του Παναγίου Πνεύματος δεν ενεργεί σοφία(Α΄ Κορ. 12, 8-9) στους αγίους, χωρίς το νου που δέχεται τη σοφία· ούτε γνώση, χωρίς τη δύναμη του λογικού που δέχεται τη γνώση· ούτε πίστη, χωρίς την πληροφορία του νου και του λογικού περί των μελλόντων, που ήταν ως τότε άδηλα σε όλους· ούτε χαρίσματα ιαμάτων, χωρίς τη φυσική φιλανθρωπία· ούτε κανένα άλλο από τα λοιπά χαρίσματα, χωρίς τη δεκτική ικανότητα και δύναμη του καθενός. Ούτε πάλι ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει από φυσική του δύναμη ένα από τα χαρίσματα που αριθμήσαμε, χωρίς τη θεία δύναμη που τα χορηγεί. Το φανερώνουν αυτό όλοι οι Άγιοι, οι οποίοι ύστερα από τις αποκαλύψεις των θείων ζητούν τους λόγους όσων τους αποκαλύφθηκαν.

14. Εκείνος που ζητεί από το Θεό χωρίς πάθος, λαμβάνει τη χάρη να μπορεί να εργάζεται τις αρετές. Εκείνος που αναζητεί χωρίς πάθος, βρίσκει κατά τη φυσική θεωρία την αλήθεια που υπάρχει στα όντα. Κι εκείνος που χτυπά(Ματθ. 7, 7-8) χωρίς πάθος την πόρτα της γνώσεως, θα φτάσει ανεμπόδιστα στην απόκρυφη χάρη της μυστικής θεολογίας.

15. Εκείνος που ζητεί χωρίς πάθος τα θεία, θα λάβει εξάπαντος εκείνο που ζητεί. Εκείνος που ζητεί με κάποιο πάθος, δεν θα επιτύχει εκείνο που ζητεί. Γιατί λέει: «Ζητείτε και δεν λαμβάνετε, γιατί ζητείτε με κακό σκοπό»(Ιακ. 4, 3).

16. Το πνεύμα το Άγιο μέσα μας ζητεί και ερευνά τη γνώση των όντων. Δεν ζητεί όμως για τον εαυτό Του —γιατί είναι Θεός και πολύ πέρα από κάθε γνώση—, [αλλά για μας που έχομε ανάγκη τη γνώση]. Όπως ακριβώς και ο Λόγος γίνεται σάρκα όχι για τον εαυτό Του αλλά για μας, ολοκληρώνοντας το μυστήριο της Σαρκώσεως. Γιατί όπως χωρίς σάρκα με νοερή ψυχή, ο Λόγος δεν ενεργούσε με θεϊκό τρόπο όσα κατά φύση ανήκουν στη σάρκα, έτσι ούτε και το Άγιο πνεύμα ενεργεί στους αγίους τις γνώσεις των μυστηρίων, όταν αυτοί δεν έχουν τη δύναμη που από τη φύση της ζητεί και ερευνά τη γνώση.

17. Όπως είναι αδύνατο χωρίς το φως του ηλίου να βλέπει κανείς τα αισθητά, έτσι και χωρίς πνευματικό φώς, νους άνθρωπου δεν μπορεί να δεχτεί πνευματική θεωρία. Το σωματικό φώς φωτίζει εκ φύσεως την αίσθηση να βλέπει τα αισθητά, ενώ το πνευματικό καταφωτίζει το νου στη θεωρία για να κατανοεί τα πάνω από την αίσθηση.

18. Τις δυνάμεις για αναζήτηση και εξερεύνηση των θείων, η ανθρώπινη φύση τις έχει μέσα στην ουσία της ως καταβολές από το Δημιουργό από αυτή την είσοδο της στο είναι, ενώ τις αποκαλύψεις των θείων τις προξενεί κατά χάρη η δύναμη του Παναγίου Πνεύματος με την επιφοίτησή της. Όμως στην αρχή ο διάβολος, μέσω της αμαρτίας, προσήλωσε τις δυνάμεις αυτές στη φύση των ορατών, και δεν ήταν κανείς που να εννοεί ή να αναζητεί το Θεό(Ψαλμ. 52, 3), καθώς όλοι όσοι μετείχαν στην ανθρώπινη φύση είχαν τη νοερή και λογική δύναμή τους περιορισμένη στην επιφάνεια των αισθητών και δεν είχαν καμιά έννοια για όσα είναι πάνω από την αίσθηση. Εύλογα λοιπόν η χάρη του Παναγίου Πνεύματος εκείνους που βρέθηκαν μέσα σ’ αυτή την απάτη χωρίς ενδιάθετη πρόθεση, αφού τους αποσύνδεσε από τα υλικά, αποκατάστησε τη δύναμη που είχε προσηλωθεί σ’ αυτά. Και αφού ξαναπήραν καθαρή αυτή τη δύναμη από τη χάρη, ζήτησαν πρώτα και ερεύνησαν για τα θεία, και τότε εκζήτησαν και εξερεύνησαν μέσω της ίδιας χάρης του Πνεύματος.

19. Είναι φανερό ότι το τέλος της πίστεως είναι η σωτηρία των ψυχών(Α΄ Πέτρ. 1, 9). Τέλος της πίστεως είναι η αληθινή αποκάλυψη εκείνου που πιστέψαμε. Αληθινή αποκάλυψη όποιου πιστέψαμε είναι η ανέκφραστη περιχώρηση του αντικειμένου της πίστεως ανάλογα με την πίστη καθενός. Η περιχώρηση αυτή είναι η τελική επάνοδος όσων πίστεψαν, στην αρχή τους. Η τελική επάνοδος στην αρχή τους οσων πίστεψαν, όσων δηλαδή κινούνται προς το Θεό, είναι η εκπλήρωση της επιθυμίας τους. Εκπλήρωση της επιθυμίας είναι η αεικίνητη στάση όσων επιθυμούν γύρω από το επιθυμητό. Αεικίνητη στάση όσων επιθυμούν γύρω από το επιθυμητό, είναι η παντοτινή και ακατάπαυστη απόλαυση του επιθυμητού. Απόλαυση παντοτινή και ακατάπαυστη του επιθυμητού είναι η μέθεξη των θείων, των πάνω από τη φύση. Μέθεξη των πάνω από τη φύση θείων είναι η ομοίωση αυτών που μετέχουν με το μετεχόμενο. Η ομοίωση όσων μετέχουν προς το μετεχόμενο είναι η ενεργητική ταυτότητα αυτών που μετέχουν προς αυτό το μετεχόμενο μέσω της ομοιότητας. Η ενδεχόμενη ενεργητική ταυτότητα μέσω της ομοιότητας αυτών που μετέχουν, είναι η θέωση αυτών που αξιώνονται της θεώσεως μέσω της ομοιότητας προς το μετεχόμενο. Η θέωση είναι συνοπτικά η περίληψη και η περάτωση όλων των χρόνων και των αιώνων και όλων όσα είναι μέσα στο χρόνο και στον αιώνα. Περίληψη και πέρας των χρόνων και των αιώνων και όλων όσα υπάρχουν σ’ αυτούς, είναι η ενότητα, σ’ αυτούς που σώζονται, της καθαρής και καθαυτό αρχής με το καθαρό και καθαυτό τέλος. Αδιάκοπη ενότητα της καθαρής αρχής και του τέλους σ’ αυτούς που σώζονται, είναι η καλύτερη υπέρβαση όσων είναι σύμφωνα με τη φύση και που η ύπαρξή τους μετριέται με αρχή και τέλος. Υπέρβαση όσων είναι κατά φύση και περιορίζονται με αρχή και τέλος, είναι η άμεση και άπειρη και επ’ άπειρον συνεχιζόμενη σ’ εκείνους που αξιώθηκαν την καλύτερη υπέρβαση των κατά φύση, παντοδύναμη και υπερδύναμη ενέργεια του Θεού. Άμεση και άπειρη και επ’ άπειρον συνεχιζόμενη παντοδύναμη και υπερδύναμη ενέργεια του Θεού είναι η ανέκφραστη και πάνω από ανέκφραστη ηδονή και χαρά εκείνων που δέχονται τη θεία ενέργεια κατά την ανέκφραστη και πάνω από κάθε νόηση ένωση με το Θεό. Γι’ αυτή δεν είναι δυνατό να βρει κανείς μέσα στη φύση των όντων ούτε λόγο, ούτε τρόπο να τη νοήσει και να την εκφράσει.

20. Η φύση δεν έχει ούτε τους λόγους όσων είναι υπέρ τη φύση, ούτε τους νόμους των παρά τη φύση. Υπέρ τη φύση εννοώ τη θεία και ασύλληπτη ηδονή, την οποία εκ φύσεως δίνει ο Θεός, όταν ενώνεται κατά χάρη με τους αξίους. Παρά τη φύση εννοώ την απερίγραπτη οδύνη, που προκαλείται από τη στέρηση της ηδονής αυτής, την οποία εκ φύσεως συνηθίζει να δίνει ο Θεός, όταν ενώνεται παρά τη χάρη με τους αναξίους. Γιατί ο Θεός, σύμφωνα με την ποιότητα της διαθέσεως καθενός, καθώς ενώνεται με όλους όπως γνωρίζει Αυτός, δίνει στον καθένα την αίσθηση ανάλογα με το πως ο καθένας έχει διαμορφωθεί από τον εαυτό του για να υποδεχτεί Εκείνον που οπωσδήποτε θα ενωθεί με όλους κατά το τέλος των αιώνων.

21. Εκείνους που ζητούν με επιμέλεια τους πνευματικούς λόγους και τρόπους της σωτηρίας, τους οδηγεί στην κατανόησή τους το Άγιο Πνεύμα, μην αφήνοντας ακίνητη και ανενεργό τη δύναμη που έχουν εκ φύσεως να ζητούν επιμελώς τα θεία.

22. Πρώτα ζητεί κανείς να νεκρώσει την αμαρτία προς την προαίρεσή του, και την προαίρεση προς την αμαρτία, και έπειτα ερευνά πως πρέπει και με ποιο τρόπο να νεκρώσει την μια προς την άλλη. Και πάλι, ύστερα από την τέλεια αλληλονέκρωση της αμαρτίας και της προαιρέσεως, ζητεί τη ζωή της προαιρέσεως σύμφωνα με την αρετή, και τη ζωή της αρετής σύμφωνα με την προαίρεση. Κι έπειτα ερευνά πώς πρέπει και με ποιο τρόπο να δημιουργήσει τη μεταξύ τους ζωή. Μπορούμε λοιπόν να πάρομε σαν ορισμό, ότι η ζήτηση είναι επιθυμία κάποιου επιθυμητού, ενώ η έρευνα είναι τρόπος που συντελεί στην επιτυχία της επιθυμίας προς το επιθυμητό.

23. Πρέπει αληθινά, εκείνος που θέλει να σωθεί, να νεκρώσει όχι μόνον την αμαρτία προς την προαίρεση, αλλά και την ίδια την προαίρεση προς την αμαρτία. Και όχι μόνο να αναστήσει την προαίρεση για την αρετή, αλλά και την ίδια την αρετή για την προαίρεση, σε τρόπο ώστε η προαίρεση, νεκρή και χωρισμένη όλη απ’ όλη τη νεκρή αμαρτία, να μην την αισθάνεται, ενώ ζωντανή όλη να αισθάνεται όλη τη ζωντανή αρετή σε μια ένωση αδιάσπαστη. Γιατί εκείνος που νέκρωσε την προαίρεσή του προς την αμαρτία, έχει ενταχθεί οργανικά στο σώμα του Χριστού, συμμετέχοντας στο θάνατό Του(Ρωμ. 6, 5)· και εκείνος που ανέστησε την προαίρεσή του για την αρετή, συμμετέχει και στην ανάσταση του Χριστού.

24. Η αμαρτία και η προαίρεση, όταν νεκρωθούν η μία προς την άλλη, έχουν διπλή την αναισθησία. Και η αρετή και η προαίρεση, όταν ζουν η μια με την άλλη, έχουν διπλή την αίσθηση.

25. Ο Χριστός, ο οποίος κατά τη φύση είναι Θεός και άνθρωπος, κληρονομείται υπέρ φύση από εμάς ως Θεός μέσω της χάρης με την ανέκφραστη μέθεξη, και για χάρη μας, κάνοντας μας οικείους Του με το να πάρει ως άνθρωπος τη δική μας μορφή, κληρονομεί μαζί μ’ εμάς τον εαυτό Του με μια ακατανόητη συγκατάβαση. Αυτόν προθεωρώντας μυστικά οι Άγιοι με το Πνεύμα, διδάχθηκαν ότι τα παθήματα του παρόντος, που συνδέονται με την αρετή και αναφέρονται στο Χριστό, πρέπει να προηγηθούν από τη δόξα που θα φανερωθεί στο μέλλον από τον Χριστό.

26. Ο νούς, καθώς κινείται με μόνη την επιθυμία προς την αιτία των όντων χωρίς να γνωρίζει, ζητεί μόνο. Το λογικό όμως, παρατηρώντας με διάφορους τρόπους, ερευνά τους αληθινούς λόγους των όντων.

27. Ζήτηση είναι η πρώτη και απλή κίνηση του νου με επιθυμία προς την αιτία του. Έρευνα είναι η πρώτη και απλή διάκριση του λογικού σχετικά με την αιτία του με βάση κάποια έννοια. Εκζήτηση πάλι είναι η με κάποια φλογερή επιθυμία κίνηση του νου προς την αιτία του σύμφωνα με την πνευματική γνώση. Και εξερεύνηση είναι η διάκριση που κάνει το λογικό σχετικά με την αιτία του, κατά την εργασία των αρετών, που γίνεται με κάποια συνετή και σοφή έννοια.

28. Οι άγιοι και θείοι Προφήτες, αφού εκζήτησαν και εξερεύνησαν για τη σωτηρία των ψυχών, είχαν διάπυρη και φλογερή την επιθυμητική κίνηση του νου προς το Θεό μ’ επιστήμη και γνώση, και συνετή και σοφή τη διάκριση του λογικού κατά την εργασία των θείων. Και όποιοι τους μιμούνται, με γνώση και επιστήμη εκζητούν τη σωτηρία των ψυχών, και εξερευνώντας με φρόνηση και σοφία, ασκούν την διάκριση στα θεία έργα.

29. Η γνώση των θείων είναι δύο ειδών. Η μία είναι σχετική, γιατί βρίσκεται μόνο στο λόγο και στα νοήματα και δεν έχει την ενεργό αίσθηση εκείνου που γνωρίσαμε με την πείρα· με την γνώση αυτή εξυπηρετούμαστε κατά την παρούσα ζωή. Η άλλη είναι η κυρίως και αληθινή γνώση, η οποία παρέχει ενεργητικά κατά χάρη με μέθεξη όλη την αίσθηση εκείνου που γνωρίσαμε, μόνο με την πείρα, χωρίς λόγια και νοήματα· με αυτή, κατά τη μέλλουσα ζωή, δεχόμαστε την υπέρ φύση θέωση να ενεργείται σ’ εμάς ακατάπαυστα. Η σχετική γνώση, επειδή βρίσκεται στο λόγο και στα νοήματα, λένε πως κινεί την επιθυμία προς την ενεργητική γνώση με τη μέθεξη· ενώ η ενεργητική γνώση, που με τη μέθεξη και την πείρα παρέχει την επιθυμία εκείνου που γνωρίσαμε, λένε πως αφαιρεί τη γνώση που μένει στο λόγο και στα νοήματα.

30. Δύο ειδών είναι η γνώση. Η μία βρίσκεται στο λόγο και στα θεία νοήματα και δεν έχει παρούσα κατ’ είδος την αίσθηση όσων νοήθηκαν. Η άλλη είναι ενεργητική και χωρίς λόγο και νοήματα, έχει μόνο την κατ’ είδος απόλαυση των αληθινών. Επειδή δηλαδή ο λόγος φυσικώς με τη γνώση υποδηλώνει το γνωστικό μέρος της ψυχής, κινεί την επιθυμία εκείνων που κινούνται με τη δύναμή του προς την απόλαυση εκείνου που υποδηλώθηκε.

31. Είναι αδύνατο, λένε οι σοφοί, να συνυπάρχει μαζί με την πείρα του Θεού και ο περί Θεού λόγος, ή με την αίσθηση του Θεού και η νόησή Του. Λόγο περί Θεού εννοώ την αναλογία της γνωστικής θεωρίας γι’ Αυτόν, η οποία προκύπτει από τα όντα. Αίσθηση, την πείρα των υπέρ φύση αγαθών με τη μέθεξη. Νόηση, την απλή και ενιαία γνώση Του που έχομε από τα όντα. Ίσως αυτό φαίνεται και σ’ όλα τ’ άλλα πράγματα, αφού βέβαια η πείρα ενός πράγματος καταπαύει τον περί αυτού λόγο, και η αίσθηση ενός πράγματος οδηγεί σε αχρησία τη νόηση γύρω απ’ αυτό. Πείρα εννοώ την ίδια την κατ’ ενέργειαν γνώση που έρχεται ύστερα από κάθε λόγο, ενώ αίσθηση τη μέθεξη εκείνου που γνωρίσαμε, που εμφανίζεται ύστερα από κάθε νόηση. Και αυτό ίσως διδάσκει μυστικά ο μέγας Απόστολος, όταν λέει: «Είτε προφητείες είναι, θα καταργηθούν· είτε γλώσσες, θα σταματήσουν· είτε γνώση, θα καταργηθεί»(Α΄ Κορ. 13, 8)· μιλά δηλαδή για τη γνώση που βρίσκεται στο λόγο και στα νοήματα.

32. Έπρεπε πράγματι ο κατά φύση Δημιουργός της ουσίας των όντων, να γίνει και ο Αυτουργός της κατά χάρη θεώσεως των δημιουργημάτων, για να φανεί ότι ο δοτήρας της υπάρξεως είναι και δωρητής της παντοτινής ευδαιμονίας. Αφού λοιπόν κανένα από τα όντα δεν γνωρίζει τίποτε άλλο για τον εαυτό του, τί είναι κατά την ουσία, ευλόγως κανένα από τα όντα δεν προγνωρίζει κατά φύση κάτι απ’ όσα θα γίνουν, εκτός από το Θεό που είναι πάνω από τα όντα. Ο Θεός και τον εαυτό Του γνωρίζει, τι είναι στην ουσία Του, και την ύπαρξη όλων των δημιουργημάτων Του γνώριζε πριν ακόμη τα δημιουργήσει, και μέλλει να δίνει κατά χάρη άφθονα στα όντα τη γνώση, και τη δική τους και των άλλων, του τι είναι κατά την ουσία τους, και να φανερώσει σ’ αυτά τους λόγους της δημιουργίας τους που προϋπήρχαν σ’ Αυτόν ενιαίως.

33. Ο Θεός Λόγος, ο οποίος δημιούργησε την ανθρώπινη φύση, δεν έθεσε μέσα της ούτε ηδονή, ούτε οδύνη της αισθήσεως, αλλά κάποια νοερή δύναμη προς ηδονή, με την οποία θα μπορούσε να τον απολαύσει με τρόπο ανέκφραστο. Αυτή τη δύναμη, δηλαδή τη φυσική επιθυμία του νου προς το Θεό, μόλις έγινε ο πρώτος άνθρωπος, την έδωσε στην αίσθηση και απόκτησε, κατ’ αυτή την πρώτη κίνηση, την ηδονή που ενεργεί πάνω του παρά φύση μέσω της αισθήσεως. Τότε ο Θεός, φροντίζοντας για τη σωτηρία μας, με την πρόνοιά Του τοποθέτησε δίπλα της την οδύνη σαν τιμωρητική δύναμη, σύμφωνα με την οποία ρίζωσε με σοφία μέσα στη φύση του σώματος ο νόμος του θανάτου, για να περιορίζει την επιθυμία της παραφροσύνης του νου από το να κινείται παρά φύση προς τα αισθητά πράγματα.

34. Η ηδονή και η οδύνη δεν δημιουργήθηκαν μαζί με τη φύση της σάρκας, αλλά η παράβαση της θείας εντολής επινόησε την ηδονή για να διαφθείρει την προαίρεση, ενώ επέβαλε την οδύνη σαν καταδίκη προς διάλυση της ανθρώπινης φύσεως, έτσι ώστε η μεν ηδονή να προκαλέσει εκούσιο θάνατο της ψυχής την αμαρτία, η δε οδύνη με τη διάλυση να προξενήσει την αποσύνθεση της σάρκας. Σύμφωνα με την πρόνοιά Του ο Θεός, για τιμωρία της κατά προαίρεση ηδονής, έδωσε στην ανθρώπινη φύση την —παρά την προαίρεσή της— οδύνη και τον θάνατο που την ακολουθεί.

35. Εξαιτίας της παράλογης ηδονής που επήλθε στην ανθρώπινη φύση, ήρθε έπειτα η κατά λόγον οδύνη με πολλά παθήματα, στα οποία και από τα οποία υπάρχει ο θάνατος για να αφαιρέσει την παρά φύση ηδονή. Όχι όμως να προκαλέσει και την τέλεια εξόντωσή της, κατά την οποία συνηθίζει να φανερώνεται η νοερή χάρη της θείας ηδονής.

36. Η επινόηση των εκούσιων πόνων και η επιφορά των ακούσιων, αφαιρούν την ηδονή και καταργούν την ενεργητική κίνησή της. Δεν εξαφανίζουν όμως τη δύναμη που βρίσκεται σαν νόμος μέσα στην ανθρώπινη φύση και που δημιουργεί την ηδονή. Γιατί ο ενάρετος βίος προκαλεί απάθεια της προαιρέσεως, όχι όμως και της φύσεως. Με την απάθεια της προαιρέσεως έρχεται στο νου η χάρη της θείας ηδονής.

37. Κάθε πόνος, επειδή έχει κατ’ ενέργεια ως αιτία της δημιουργίας του την ηδονή που προηγείται, είναι φανερό ότι αποτελεί χρέος, το οποίο σύμφωνα με την αιτία του πληρώνεται φυσικώς απ’ όλους όσοι μετέχουν στην ανθρώπινη φύση. Γιατί στην ηδονή, που είναι παρά φύση, οπωσδήποτε ακολουθεί φυσικός ο πόνος σε όλα, στων οποίων τη γένεση προηγήθηκε ο νόμος της ηδονής χωρίς αιτία. Και χωρίς αιτία εννοώ την ηδονή που προήλθε από την παράβαση των πρωτοπλάστων, γιατί δεν διαδέχθηκε κάποιον πόνο που είχε προηγηθεί.

38. Ήταν τελείως αδύνατο η ανθρώπινη φύση που έπεσε στην κατά προαίρεση ηδονή και στην αθέλητη θλίψη, να επιστρέψει πάλι στην αρχική ζωή, αν δε γινόταν άνθρωπος ο Δημιουργός και δεν δεχόταν με την προαίρεσή Του την οδύνη που είχε επινοηθεί προς τιμωρία της κατά προαίρεση ηδονής της ανθρώπινης φύσεως, οδύνη στην οποία δεν είχε προηγηθεί η γένεσή της από ηδονή. Και καταδέχθηκε γέννηση που δεν είχε την αρχή της στην ηδονή, για να ελευθερώσει την ανθρώπινη φύση από τη γέννηση που προήλθε από καταδίκη.

39. Μετά την παράβαση όλοι οι άνθρωποι είχαν την ηδονή να προηγείται φυσικώς από τη γέννησή τους, και απολύτως κανείς δεν υπήρχε φυσικώς ελεύθερος από την εμπαθή με ηδονή γέννηση· όλοι, σαν να κατέβαλλαν φυσικό χρέος, υπέφεραν τους πόνους και το θάνατο εξαιτίας της. Και ήταν τελείως αδύνατο να βρεθεί τρόπος απελευθερώσεως γι’ αυτούς που τυραννούνταν από την άδικη ηδονή και κρατούνταν από τους δίκαιους πόνους και τον ακόλουθο δικαιότατο θάνατο. Ο άνθρωπος, καθώς είχε την αρχή της ζωής του από τη φθορά με την ηδονή και τελείωνε τη ζωή του στη φθορά με το θάνατο, σπαραζόταν με ελεεινό τρόπο πάσχοντας από την αδικότατη ηδονή και τους εξαιτίας της δικαιότατους πόνους. Για την εξάλειψη λοιπόν αυτών, όπως επίσης και για την επανόρθωση της ανθρώπινης φύσεως που έπαθε, έπρεπε να επινοηθεί πόνος και θάνατος άδικος μαζί και αναίτιος· αναίτιος, γιατί δεν θα είχε καθόλου την ηδονή να προηγείται και να τον δημιουργεί, και άδικος, γιατί δεν θα διαδεχόταν καμιά εμπαθή ζωή· έτσι ώστε, αφού βρεθεί, ανάμεσα σε άδικη ηδονή και σε δικαιότατο πόνο και θάνατο, αδικότατος πόνος και θάνατος, να εξαλείψει ολότελα την αδικότατη αρχή που προέρχεται από την ηδονή και το εξαιτίας της ηδονής δικαιότατο τέλος της ανθρώπινης φύσεως με το θάνατο, και να γίνει πάλι ελεύθερο το γένος των ανθρώπων από ηδονή και οδύνη και να πάρει πάλι πίσω την αρχική ευτυχία η ανθρώπινη φύση, χωρίς να τη μολύνει κανένα από τα γνωρίσματα όσων βρίσκονται κάτω από γέννηση και θάνατο. Γι’ αυτό, ο Λόγος του Θεού, που είναι τέλειος Θεός κατά τη φύση, γίνεται τέλειος άνθρωπος με ψυχή νοερή και σώμα κατά φύση επιδεκτικό παθημάτων παρόμοια μ’ εμάς, μόνο που δεν είχε αμαρτία. Δεν είχε διόλου την ηδονή που προήλθε από την παρακοή να προηγείται της γεννήσεώς Του μέσα στο χρόνο από γυναίκα. Την οδύνη πάλι που προήλθε από την ηδονή και αποτελεί το τέλος της φύσεως, την αναδέχθηκε θεληματικά από φιλανθρωπία, με σκοπό, πάσχοντας αδίκως, ν’ αφανίσει την από άδικη ηδονή αρχή της γενέσεως που κυριαρχεί στην ανθρώπινη φύση —γιατί ο θάνατος του Κυρίου δεν ήταν σαν χρέος που θα πληρωνόταν εξαιτίας της, όπως συμβαίνει με τους άλλους ανθρώπους, αλλά μάλλον ήταν όπλο εναντίον της—, όπως επίσης και να εξαφανίσει το δίκαιο μέσω του θανάτου τέλος της φύσεως, γιατί δεν είχε ως αιτία του είναι Του την παράνομη ηδονή, λόγω της οποίας εισήλθε ο θάνατος και αποτελεί τη δίκαιη τιμωρία της.

40. Ο Κύριος είναι κατά φύση σοφός και δίκαιος και δυνατός. Έπρεπε λοιπόν, πράγματι έπρεπε, ως σοφός να μην αγνοήσει τον τρόπο της θεραπείας του ανθρώπου· ως δίκαιος, να μην κάνει τυραννική τη σωτηρία του άνθρωπου που είχε καταληφθεί από την αμαρτία με την προαίρεσή του· και ως παντοδύναμος, να μη φανεί αδύναμος να εκπληρώσει την θεραπεία.

41. Η σοφία του Θεού αποδεικνύεται από το ότι έγινε αληθινά άνθρωπος κατά φύση. Η δικαιοσύνη Του, από το ότι κατά τη γέννησή Του πήρε φύση επιδεκτική παθημάτων, όπως και εμείς. Η δύναμη Του, από το ότι μέσω παθών και θανάτου δημιούργησε αιώνια ζωή και αμετάτρεπτη απάθεια για την ανθρώπινη φύση.

42. Ο Κύριος φανέρωσε τη σοφία με τον τρόπο της θεραπείας, με το να γίνει άνθρωπος χωρίς μετατροπή ή την οποιαδήποτε αλλοίωση. Την ισότητα της δικαιοσύνης την έδειξε με το μέγεθος της συγκαταβάσεως, παίρνοντας επάνω Του θεληματικά την καταδίκη, στην οποία υπόκεται η επιδεκτική παθημάτων ανθρώπινη φύση, και κάνοντάς την όπλο για την εξάλειψη της αμαρτίας και του θανάτου που προήλθε απ’ αυτήν, δηλαδή της ηδονής και της οδύνης που προήλθε απ’ αυτήν. Μέσα στην παθητότητα υπήρχε η δύναμη της αμαρτίας και του θανάτου και η τυραννία της αμαρτίας μέσω της ηδονής και η εξουσία του θανάτου μέσω της οδύνης. Γιατί είναι φανερό ότι στην παθητότητα της φύσεως υπάρχει η δύναμη της ηδονής και της οδύνης. Όταν δηλαδή επιτείνεται η φυσική τιμωρία με την οδύνη, τότε φροντίζομε να παρηγορούμε κάπως τη φύση με την ηδονή. Γιατί θέλοντας να αποφύγομε την αίσθηση της οδύνης, καταφεύγομε στην ηδονή, επιχειρώντας να παρηγορήσομε τη φύση που ενοχλείται από την κάκωση της οδύνης. Φροντίζοντας όμως ν’ αμβλύνομε με την ηδονή τα κινήματα της οδύνης, απλώς κάνομε το χρέος μας μεγαλύτερο, μη μπορώντας να έχομε την ηδονή ελεύθερη από οδύνη και πόνους.

43. Ο Κύριος φανέρωσε την υπερβολική Του δύναμη, όταν με τα παθήματα τα οποία υπέφερε έκανε αμετάβλητη την ανθρώπινη φύση. Αφού δηλαδή με το πάθος έδωσε στην ανθρώπινη φύση την απάθεια και με τους πόνους την ανάπαυση και με τον θάνατό Του την αιώνια ζωή, αποκατάστησε ανακαινισμένες με τις στερήσεις της σάρκας Του τις έξεις της ανθρώπινης φύσεως, και με τη σάρκωσή Του έδωσε στην ανθρώπινη φύση την υπερφυσική χάρη, δηλαδή τη θέωση.

44. Ο Θεός έγινε αληθινά άνθρωπος και έδωσε άλλη αρχή για δεύτερη γέννηση στην ανθρώπινη φύση, η οποία καταλήγει μέσω του πόνου στην ηδονή της μέλλουσας ζωής. Ο προπάτορας Αδάμ με την παράβαση της θείας εντολής εισήγαγε για την ανθρώπινη φύση άλλη, διαφορετική από την πρώτη, αρχή γεννήσεως, η οποία προέρχεται από την ηδονή και τελειώνει στο θάνατο μέσα από πόνο, και την οποία επινόησε με τη συμβουλή του φιδιού. Η ηδονή αυτή δεν διαδέχθηκε προηγούμενο πόνο, αλλά μάλλον κατέληγε στον πόνο. Και έτσι, όλοι όσοι προέρχονται από τον Αδάμ κατά σάρκα, ένεκα της από ηδονή άδικης αρχής, δικαίως υπομένουν μαζί του το τέλος του θανάτου μέσω του πόνου. Γι’ αυτό και ο Κύριος, έγινε άνθρωπος και δημιούργησε άλλην αρχή δεύτερης γεννήσεως από το Άγιο Πνεύμα για την ανθρώπινη φύση και καταδέχθηκε τον οδυνηρό και δικαιότατο θάνατο του Αδάμ, (που ήταν βέβαια αδικότατος για το Χριστό, γιατί Αυτός δεν είχε ως αρχή της γεννήσεώς Του την αδικότατη ηδονή του προπάτορα κατά την παρακοή). Και έτσι εξαφάνισε και τα δύο, και την αρχή και το τέλος της γεννήσεως από τον Αδάμ, γιατί αυτά δεν είχαν προέλθει αρχικά από το Θεό. Και όλους εκείνους που ξαναγεννιούνται πνευματικά από Αυτόν, τους ελευθέρωσε από την ενοχή της παρακοής του Αδάμ.

45. Ο Κύριος, αφού αφαίρεσε την ηδονή που προέρχεται από το νόμο της αμαρτίας, για να ακυρώσει την επίδραση της κατά σάρκα γεννήσεως σ’ εκείνους που γεννιούνται στη ζωή που δίνει Αυτός με τη χάρη του Πνεύματος, επιτρέπει, για την κατάκριση της αμαρτίας, να δέχονται αυτοί το θάνατο που προηγουμένως απέβλεπε στην καταδίκη της φύσεως. Αυτοί δεν έχουν πιά την ηδονή της γεννήσεως που προήλθε από τον Αδάμ, αλλά μόνο την εξαιτίας του Αδάμ οδύνη, η οποία ενεργεί σ’ αυτούς το θάνατο, όχι σαν χρέος λόγω της αμαρτίας, αλλά κατά της αμαρτίας, κατ’ οικονομίαν λόγω της καταστάσεως της ανθρώπινης φύσεως· επειδή όταν ο θάνατος δεν έχει μητέρα την ηδονή —της οποίας και γίνεται τιμωρός—, γίνεται πατέρας βεβαίως της αιώνιας ζωής. Γιατί όπως η ηδονική ζωή του Αδάμ έγινε μητέρα θανάτου και φθοράς, έτσι και ο θάνατος του Κυρίου υπέρ του Αδάμ, με το να είναι ελεύθερος από την ηδονή του Αδάμ, γεννά την αιώνια ζωή.

46. Μετά την παράβαση του Αδάμ, η ανθρώπινη φύση έχει αρχή της γενέσεώς της την με ηδονή σύλληψη και γέννηση μέσω σποράς από πατέρα, και τέλος της το θάνατο με οδύνη και φθορά. Ο Κύριος όμως, επειδή δεν είχε τέτοια αρχή της κατά σάρκα γεννήσεώς Του, δεν ήταν δυνατόν ούτε από το τέλος, δηλαδή το θάνατο, να κυριευθεί.

47. Η αμαρτία, δελεάζοντας στην αρχή τον Αδάμ, τον κατάφερε να παραβεί τη θεία εντολή(Γέν. 3, 6), οπότε αφού έδωσε ύπαρξη στην ηδονή και έβαλε τον εαυτό της σταθερά με την ηδονή στα κατάβαθα της ανθρώπινης φύσεως, καταδίκασε σε θάνατο όλη τη φύση, ωθώντας με το θάνατο του ανθρώπου στην καταστροφή τα δημιουργήματα του Θεού. Γιατί ο σπορέας της αμαρτίας και πατέρας της κακίας πονηρός διάβολος, ο οποίος και τον εαυτό του απομάκρυνε λόγω υπερηφάνειας από τη θεία δόξα, και από φθόνο εναντίον μας και εναντίον του Θεού έβγαλε τον Αδάμ από τον παράδεισο(Σ. Σολομ. 2, 24), μηχανεύθηκε τούτο, να αφανίσει δηλαδή τα έργα του Θεού και να διαλύσει όσα έχουν δημιουργηθεί.

48. Ο διάβολος, φθονώντας εμάς και το Θεό και παραπείθοντας τον άνθρωπο ότι ο Θεός τον φθονεί(Γέν. 3, 5), τον έκανε να παραβεί τη θεία εντολή. Το Θεό τον φθόνησε, για να μην εκδηλωθεί στην πράξη η πανύμνητη δύναμή Του να θεώνει τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο ολοφάνερα τον φθόνησε, για να μη γίνει με την αρετή μέτοχος της θείας δόξας. Γιατί φθονεί ο ακαθαρτότατος όχι μόνον εμάς λόγω της δόξας που μας δίνει ο Θεός για την αρετή, αλλά και το Θεό λόγω της πανύμνητης δυνάμεώς Του για τη σωτηρία μας.

49. Όπως στον Αδάμ ο θάνατος ήταν καταδίκη της φύσεως(Γέν. 2, 17), επειδή είχε αρχή της γενέσεώς της την ηδονή, έτσι και ο θάνατος του Χριστού έγινε καταδίκη της αμαρτίας(Ρωμ. 8, 3), γιατί στο Χριστό η ανθρώπινη φύση βρήκε πάλι τη γένεσή της καθαρή από ηδονή.

50. Αν εμείς, που με τη χάρη του Πνεύματος αξιωθήκαμε να γίνομε οίκος Θεού(Εβρ. 3, 6), οφείλομε να δείχνομε τόσο μεγάλη υπομονή στα παθήματα προς χάρη της δικαιοσύνης για καταδίκη της αμαρτίας, και σαν να είμαστε κακούργοι να υπομένομε πρόθυμα τον επονείδιστο θάνατο, ενώ είμαστε αγαθοί, τότε ποιό θα είναι το τέλος εκείνων που απειθούν στο Ευαγγέλιο του Θεού(Α΄ Πέτρ. 4, 17); Δηλαδή ποιό θα είναι το τέλος, η καταδίκη, εκείνων οι οποίοι όχι μόνον διατήρησαν με προθυμία ζωντανή και ενεργό στην ψυχή και στο σώμα με την προαίρεση και τη φύση τους ως το τέλος την με ηδονή γένεση της φύσεως που οφείλεται στον Αδάμ και που κυριάρχησε στη φύση, αλλά και δε δέχθηκαν μήτε το Θεό Πατέρα που τους καλούσε κοντά Του διά μέσου του σαρκωθέντος Υιού Του, μήτε πάλι τον ίδιο τον Υιό και μεσίτη που ήρθε απεσταλμένος του Πατέρα(Α΄ Τιμ. 2, 5); Ο οποίος Υιός, για να μας συμφιλιώσει με τον Πατέρα, παρέδωσε θεληματικά και με τη βούληση του Πατέρα τον εαυτό Του στο θάνατο για χάρη μας, έτσι ώστε να δοξάσει εμάς με τον εαυτό Του, καταλαμπρύνοντάς μας με το κάλλος της θεότητάς Του τόσο, όσο Αυτός για χάρη μας καταδέχθηκε να περιφρονηθεί για τα παθήματά μας.

51. Όλων εκείνων που σώζονται, ο Θεός θα είναι τόπος απεριόριστος, χωρίς εναντιότητες και άπειρος, που θα γίνει σε όλους τα πάντα, ανάλογα με το βαθμό της δικαιοσύνης καθενός, ή μάλλον ανάλογα με όσα καθένας έπαθε εδώ με γνώση για τη δικαιοσύνη· θα δωρίζει σε κάθε μέλος τον εαυτό Του, ανάλογα με τη δύναμη που έχει κάθε μέλος, η οποία φανερώνει τον εαυτό της να ενεργεί και που συνδέει τα μέλη με τον εαυτό της, ώστε να συγκρατούνται μεταξύ τους για να υπάρχουν και να ζούν. Έπειτα απ’ αυτό, που θα φανεί ο ασεβής και αμαρτωλός(Παροιμ. 11, 31), αφού θα στερείται αυτή τη χάρη; Εκείνος δηλαδή που δεν μπορεί να δεχτεί ενεργώς την παρουσία του Θεού, η οποία αποτελεί τη μακαριότητα, πού θα φανεί όταν ξεπέσει από τη θεϊκή ζωή που είναι πάνω από αιώνα και χρόνο και τόπο;

52. Εκείνος που δεν έχει το Θεό να του συγκρατεί τη ζωή στη μακαριότητα, το Θεό που θα γίνει στη μέλλουσα ζωή τόπος των αξίων, τί θα απογίνει, μη έχοντας το Θεό ως τόπο κατά την εγκατάσταση και διαμονή των αξίων στο Θεό με μακαριότητα; Και αν με πολλή δυσκολία σώζεται ο δίκαιος, τί θα γίνει ή τί θα πάθει εκείνος που δεν έκανε στην παρούσα ζωή τίποτα σχετικό με την ευσέβεια και την αρετή;

53. Ο Θεός, με την απειροδύναμη βούληση της αγαθότητάς Του, θα μαζέψει όλους, και αγγέλους και ανθρώπους, καλούς και κακούς. Όλοι όμως αυτοί δε θα έχουν ίση μέθεξη του Θεού, ο οποίος πέρασε ανάμεσα απ’ όλους χωρίς διάκριση, αλλά ο καθένας ανάλογα με τη δεκτικότητά του.

54. Εκείνοι που φύλαξαν την προαίρεσή τους ισόνομη σε όλα με τη φύση και την έκαναν ενεργητικά δεκτική των λόγων της φύσεως σύμφωνα με την αρχή της μακαριότητας, λόγω της συμμορφώσεως της προαιρέσεώς τους με τη θεία βούληση, θα έχουν πλήρη μέθεξη της αγαθότητας του Θεού κατά τη θεία ζωή που θα λάμπει πάνω τους, είτε άγγελοι είναι αυτοί, είτε άνθρωποι. Εκείνοι όμως που σε όλα έκαναν την προαίρεσή τους ανισόνομη προς τη φύση και την έδειξαν κατά την ενέργειά της να διασκορπίζει τους λόγους της φύσεως, τελείως αντίθετα προς την αρχή της μακαριότητας, λόγω της αντιθέσεως της προαιρέσεώς τους στη θεία βούληση, θα ξεπέσουν ολότελα από την αγαθότητα εξαιτίας της οικειώσεως που έχουν προς την [αθλιότητα]. Από την κατάσταση αυτή θα προέλθει η διάστασή τους προς το Θεό, καθώς δεν θα έχουν, σύμφωνα με την πρόθεση της γνώμης τους, την αρχή της μακαριότητας να ζωογονείται με την ενέργεια των αγαθών, όπου από τη φύση της φανερώνεται η θεία ζωή.

55. Ζυγαριά της προαιρέσεως του καθενός κατά την Κρίση θα είναι ο λόγος της φύσεως που θα ελέγχει την κίνησή της προς την αθλιότητα ή τη μακαριότητα, σύμφωνα με την οποία θα γίνει η μέθεξη ή όχι του καθενός στη θεία ζωή. Γιατί ο Θεός θα παρουσιαστεί και θα μαζέψει όλους για την ύπαρξη και την αιώνια ύπαρξη. Για την αιώνια όμως μακαριότητα θα μαζέψει με ιδιαίτερο τρόπο μόνο τους αγίους, αγγέλους και ανθρώπους, και θ’ αφήσει την αιώνια αθλιότητα να πέσει στους μη αγίους, σαν καρπό της προαιρέσεώς τους.

56. Το μυστήριο της θείας Σαρκώσεως δεν επιφέρει, μαζί με τη διαφορά των δύο φύσεων, και διαφορά της υποστάσεως. Από το ένα μέρος, για να μη γίνει προσθήκη στο μυστήριο της Αγίας Τριάδας· κι από το άλλο, για να μην υπάρχει τίποτε που να είναι κατά τη φύση ομογενές και ομοούσιο με τη θεότητα. Έγινε δηλαδή ένωση δύο φύσεων σε μια υπόσταση και όχι σε μια φύση, τόσο για να φανερωθεί ότι από τη συνδρομή των δύο φύσεων αποτελέσθηκε μία υπόσταση κατά την ένωση, όσο και για να πιστευθεί η διαφορά, σύμφωνα με τη φυσική ιδιαιτερότητά τους, αυτών που ήρθαν σε αδιάσπαστη ένωση —διαφορά που μένει έξω από κάθε μεταβολή και σύγχυση.

57. Προκειμένου για το Χριστό, δε μιλούμε για διαφορά υποστάσεων, γιατί και αφού σαρκώθηκε ο Λόγος, η Τριάδα έμεινε Τριάδα, χωρίς να προστεθεί πρόσωπο στην Αγία Τριάδα από τη Σάρκωση. Μιλούμε για διαφορά φύσεων, για να μη θεωρούμε τη σάρκα ομοούσια κατά τη φύση με το Λόγο.

58. Εκείνος που δε δέχεται διαφορά θείας και ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, δεν έχει από που να βεβαιώσει την ομολογία ότι ο Λόγος έγινε σάρκα(Ιω. 1, 14) χωρίς μεταβολή. Και τούτο γιατί δεν αναγνωρίζει ότι στη μία υπόσταση του ενός Χριστού και Θεού Σωτήρα, μετά την ένωση διατηρείται σώο τόσο εκείνο που προσέλαβε, όσο και εκείνο που προσλήφθηκε.

59. Αν υπάρχει στο Χριστό μετά την ένωση διαφορά κατά φύση μεταξύ σάρκας και θεότητας —γιατί κατά την ουσία δεν είναι ποτέ το ίδιο η Θεότητα και η σάρκα—, τότε η ένωση αυτή δεν έγινε καθόλου για να αποτελεσθεί μία φύση, αλλά μία υπόσταση, κατά την οποία δε βρίσκομε στο Χριστό καμία διαφορά με κανένα τρόπο, γιατί ο Λόγος είναι ένα και το αυτό με τη σάρκα Του κατά την υπόσταση. Αν ο Χριστός είχε κάποια διαφορά, με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να είναι ένα. Καθώς όμως δεν επιδέχεται διόλου την οποιαδήποτε διαφορά, τότε με κάθε τρόπο συμφωνεί με την ευσέβεια, το να είναι Αυτός και να λέγεται πάντοτε «ένα» κατά την υπόσταση.

60. Η πίστη τελειοποιεί την αγάπη προς το Θεό διά μέσου της ελπίδας. Η αγαθή συνείδηση μέσω της τηρήσεως των εντολών δημιουργεί την αγάπη προς τον πλησίον. Γιατί η αγαθή συνείδηση δεν έχει ως κατήγορο κάποια καταπατημένη εντολή. Ενώ αυτές (την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη) τις πιστεύουν με την καρδιά τους μόνον εκείνοι που επιθυμούν την αληθινή σωτηρία.

61. Κανένα άλλο δεν είναι ταχύτερο από το να πιστεύει κανείς, ούτε ευκολότερο από το να ομολογεί προφορικά την πίστη του. Το πρώτο φανερώνει την από ψυχής αγάπη του πιστού προς τον Ποιητή του. Το δεύτερο φανερώνει τη θεάρεστη διάθεση προς τον πλησίον. Η αγάπη πάλι και η ειλικρινής διάθεση, δηλαδή η πίστη και η αγαθή συνείδηση, είναι φανερή εκδήλωση της κινήσεως της καρδιάς, η οποία δεν έχει ανάγκη [εξωτερικού] υλικού για να γεννηθεί.

62. Εκείνος που έχει περιπέσει σε τέλεια ακινησία προς το καλό, είναι οπωσδήποτε ευκίνητος στο κακό. Γιατί είναι αδύνατο να είναι κανείς ακίνητος και στα δύο. Γι’ αυτό και η Γραφή, την αδιαφορία της ψυχής για τα καλά την ονομάζει «πέτρες», γιατί η ψυχή είναι αναίσθητη στα καλά· ενώ ονομάζει «ξύλα»(Ζαχ. 5, 4) την προθυμία στα κακά. Η κίνηση της αισθήσεως, όταν ενωθεί με την ενέργεια του νου, δημιουργεί την αρετή που είναι ενωμένη με γνώση.

63. «Μεσότοιχο» νομίζω ότι η Γραφή ονομάζει το φυσικό νόμο του σώματος, ενώ «φραγμό»(Εφ. 2, 14), τη σχέση προς τα πάθη που ορίζει ο νόμος της σάρκας, δηλαδή την αμαρτία. Γιατί μόνον αυτή η σχέση προς τα ατιμωτικά πάθη γίνεται φραγμός του φυσικού νόμου, δηλαδή του παθητικού μέρους της φύσεως, ο οποίος χωρίζει σαν με τείχος το σώμα από την ψυχή και δεν επιτρέπει να ενεργηθεί η διάβαση του λόγου των αρετών προς τη σάρκα διά μέσου της ψυχής κατά την εργασία των εντολών. Όταν όμως ο λόγος περάσει και κατανικήσει το φυσικό νόμο, δηλαδή το παθητικό μέρος της φύσεως, τότε καταργεί τη σχέση του με τα παρά φύση πάθη.

64. Όταν ο διάβολος κλέβει με δόλο και απάτη τη σχετική με το Θεό έμφυτη [γνώση] της φύσεως και την σφετερίζεται, είναι κλέφτης, προσπαθώντας να μεταφέρει το σεβασμό από το Θεό, στον εαυτό του. Απομακρύνει δηλαδή από τη νοερή θεωρία των πνευματικών λόγων που υπάρχουν στα δημιουργήματα και περιορίζει τη νοερή δύναμη μόνο στην επιφάνεια των αισθητών. Όταν πάλι, κάνοντας αρχή από τις φυσικές ορμές, τραβήξει προς τα παρά φύση με σοφιστικό τρόπο την πρακτική δύναμη της ψυχής και προσηλώσει πειστικά, μέσω των νομιζομένων καλών, την επιθυμία της στα χειρότερα, τότε ορκίζεται ψεύτικα στο όνομα του Κυρίου και οδηγεί, αντίθετα με την υπόσχεσή του, σε άλλα την ψυχή που τον πιστεύει. Και είναι κλέφτης ο διάβολος, γιατί αρπάζει προς τον εαυτό του τη γνώση της φύσεως· επίορκος πάλι είναι επειδή πείθει την ψυχή να απασχολεί μάταια την πρακτική της δύναμη στα παρά φύση.

65. Ή πάλι κλέφτης είναι εκείνος που για να εξαπατήσει όσους τον ακούνε, μελετά δήθεν διαρκώς τους θείους λόγους, των οποίων τη δύναμη δε γνώρισε με τα έργα, και αγοράζει τη δόξα με το να μιλάει απλώς γι’ αυτούς, και κυνηγά με το λόγο του από τους ακροατές τον έπαινο να τον νομίζουν δίκαιο. Και με δύο λόγια, εκείνος που έχει ζωή αταίριαστη με τα λόγια του και η διάθεση της ψυχής του είναι αντίθετη στη γνώση, είναι κλέφτης, χωρίς να διακρίνεται καλά από τα ξένα αγαθά. Προς αυτόν εύλογα θα πει η Γραφή: «Είπε ο Θεός στον αμαρτωλό· γιατί εσύ μιλάς για τις εντολές μου και παίρνεις τη διαθήκη μου στο στόμα σου;»(Ψαλμ. 49, 16).

66. Κλέφτης επίσης είναι και εκείνος που με τους φαινομενικούς τρόπους και τη συμπεριφορά του σκεπάζει την κακουργία της ψυχής του και με προσποιητή πραότητα σκεπάζει την εσωτερική του διάθεση. Κι όπως ο προηγούμενος με την απαγγελία των λόγων της γνώσεως κλέβει τη γνώμη όσων τον ακούνε, έτσι εξαπατά και τούτος με τον τρόπο της υποκριτικής συμπεριφοράς την αντίληψη εκείνων που τον βλέπουν. Προς αυτόν θα πει παρόμοια η Γραφή: «Ντραπείτε όσοι φοράτε ξένα φορέματα»(Σοφον. 1, 8), και: «Ο Κύριος θ’ αποκαλύψει την προσποίησή τους τη μέρα εκείνη»(Ησ. 3, 17). Κάθε μέρα, μέσα στο κρυφό εργαστήριο της καρδιάς μου, νομίζω πως ακούω το Θεό να μου τα λέει αυτά, γιατί είμαι σαφώς καταδικασμένος και για τα δύο παραπάνω αμαρτήματα.

67. Είναι επίορκος, δηλαδή ορκίζεται στο όνομα του Κυρίου ψεύτικα, εκείνος που υποσχέθηκε στο Θεό να ζήσει ενάρετα, και κάνει αντίθετα από την υπόσχεσή του και παραβαίνει τη συμφωνία για σεμνό βίο με το να μην εργάζεται τις εντολές. Και με λίγα λόγια, εκείνος που ενώ διάλεξε να ζει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, δε νεκρώνεται όμως τελείως για τον παρόντα βίο, είναι ψεύτης και επίορκος, γιατί ορκίστηκε στο Θεό, δηλαδή υποσχέθηκε να βαδίσει τον ακατηγόρητο δρόμο των θείων αγώνων, αλλά δεν εκπλήρωσε την υπόσχεση και γι’ αυτό δεν έχει κανένα έπαινο. Γιατί θα επαινεθεί καθένας που ορκίζεται σ’ Αυτόν(Ψαλμ. 62, 12), δηλαδή καθένας που υποσχέθηκε τη ζωή του στο Θεό και με την αλήθεια των έργων της δικαιοσύνης εκπληρώνει τους όρκους της καλής υποσχέσεως.

68. Εκείνος που υποκρίνεται γνώση μόνο με την απαγγελία λόγων, κλέβει τη διάνοια όσων ακούνε, για να δοξαστεί ο ίδιος. Κι εκείνος που με τη συμπεριφορά του υποκρίνεται την αρετή, κλέβει την όραση όσων τον βλέπουν, για να δοξαστεί ο ίδιος. Και κλέβοντας με απάτη και οι δύο, πλανούν, ο ένας τη διάνοια της ψυχής όσων τον ακούνε, ο άλλος την αίσθηση του σώματος όσων τον βλέπουν.

69. Αν οπωσδήποτε επαινείται εκείνος που εκπληρώνει τις υποσχέσεις του, γιατί ορκίζεται στο Θεό και πραγματοποιεί τον όρκο του, είναι φανερό ότι όποιος παραβαίνει τις υποσχέσεις του, θα έχει κατηγορία και ατιμία, γιατί ορκίστηκε στο Θεό και αποδείχθηκε ψεύτης.

70. Δε φωτίζεται βέβαια από το Λόγο κάθε άνθρωπος που έρχεται σε τούτο τον κόσμο(Ιω. 1, 9). Γιατί πολλοί μένουν αφώτιστοι και αμέτοχοι του φωτός της επιγνώσεως. Αλλά είναι φανερό ότι φωτίζεται κάθε άνθρωπος που με την προαίρεσή του έρχεται στον αληθινό κόσμο των αρετών. Καθένας που με την αυτοπροαίρετη γέννηση έρχεται αληθινά σε τούτο τον κόσμο των αρετών, φωτίζεται οπωσδήποτε από το Λόγο και αποκτά αμετακίνητη έξη αρετής και αλάνθαστη έννοια της αληθινής γνώσεως.

71. Όλοι και όλα που έχουν το ίδιο όνομα, δε θα νοηθούν οπωσδήποτε με ένα και τον αυτό τρόπο. Αλλά το καθένα πρέπει να νοηθεί ανάλογα με το τι θέλει να πει με τον τρόπο της η αγία Γραφή, αν θέλομε να συλλάβομε σωστά το σκοπό όσων γράφονται σ’ αυτή.

72. Κανένα απ’ όσα αναφέρονται στη Γραφή —πρόσωπα, τόποι, χρόνοι ή άλλα πράγματα, έμψυχα και άψυχα, αισθητά και νοητά— δεν εξιστορείται, ούτε θεωρείται με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτό όποιος εξασκείται στη θεία γνώση της Γραφής χωρίς λάθος, πρέπει ανάλογα με τις διαφορές όσων γίνονται ή λέγονται, να δέχεται διαφορετικά καθένα απ’ όσα αναφέραμε, και ν’ απονέμει σ’ αυτό τη θεωρία που του αρμόζει σύμφωνα με τον [τόπο] ή το χρόνο.

73. Πρέπει να διδάσκομε όλους σ’ όλο τον κόσμο, να ζουν και να διάγουν σύμφωνα με το λόγο μόνο, και τόσο να φροντίζουν για τα σώματά τους, όσο για να διακόψουν τη σχέση της ψυχής μ’ αυτά και να μη δίνουν διόλου στην ψυχή να φανταστεί κάτι υλικό. Τούτο επειδή έσβησε πιά με τη δύναμη του λόγου η αίσθηση, η οποία στην αρχή παραμέρισε το λόγο και δέχτηκε την αλογία της ηδονής σαν κάποιο φίδι που σέρνεται, και εναντίον της οποίας ορίστηκε δίκαια ο θάνατος, για να πάψει να δίνει στο διάβολο δυνατότητα εισόδου στην ψυχή.

74. Η αίσθηση είναι μία κατά το γένος, αλλά χωρίζεται σε πέντε είδη, και μέσω της αντιληπτικής ενέργειας κάθε είδους πείθει την ψυχή που έχει πλανηθεί να προτιμά το αντίστοιχο αισθητό αντί για το Θεό. Γι’ αυτό, εκείνος που με σοφία ακολουθεί το λόγο, πριν από τον αναπόφευκτο και αθέλητο θάνατο προτιμά και επιβάλλει στον εαυτό του το θάνατο της σάρκας, κάνοντας πλήρη χωρισμό της γνώμης του από την αίσθηση.

75. Όταν η αίσθηση κάνει το νου υποχείριό της, του μαθαίνει την πολυθεΐα, καθώς με την υποδούλωση στα πάθη λατρεύει σαν Θεό διά μέσου κάθε αισθήσεως το αντίστοιχο αισθητό.

76. Σ’ εκείνον που επιμένει μόνο στο γράμμα της Γραφής, υπερισχύει στη φύση του μόνο η αίσθηση, σύμφωνα με την οποία φαίνεται μόνον η σχέση της ψυχής προς τη σάρκα. Όταν το γράμμα του Νόμου δε νοείται πνευματικώς, έχει την αίσθηση μόνη να του περιορίζει την εκφώνησή του και να μην επιτρέπει το βαθύτερο νόημα του κειμένου να προχωρήσει στο νου. Αν όμως το γράμμα της Γραφής έχει αντιστοιχία μόνο με την αίσθηση, τότε καθένας που δέχεται το γράμμα μόνο κυριολεκτικά, όπως οι Ιουδαίοι, ζει κατά σάρκα και πεθαίνει με την προαίρεση του καθημερινά το θάνατο της αμαρτίας εξαιτίας της ζωντανής αισθήσεως, μη μπορώντας να θανατώσει με το πνεύμα τις πράξεις του σώματος για να ζήσει την πνευματική μακάρια ζωή. Γιατί λέει ο θείος Απόστολος: «Αν ζείτε κατά σάρκα, μέλλετε να πεθάνετε· αν όμως με το πνεύμα θανατώνετε τις πράξεις του σώματος, θα ζήσετε»(Ρωμ. 8, 13).

77. Αν λοιπόν ανάψομε με την πράξη και τη θεωρία το θείο λυχνάρι, δηλαδή το φωτιστικό λόγο της γνώσεως, ας μη το βάλομε κάτω από το μόδιο(Ματθ. 5, 15) (το δοχείο που μετρούν το σιτάρι), για να μην καταδικαστούμε περιορίζοντας στο γράμμα την απεριόριστη δύναμη της σοφίας. Αλλά ας το βάλομε επάνω στο λυχνοστάτη, δηλαδή την αγία Εκκλησία, στο ύψος της αληθινής θεωρίας, για να φεγγοβολεί σε όλους το φως των θείων.

78. Εκείνος που υπομένει τις προσβολές των αθέλητων πειρασμών με ακλόνητο φρόνημα, όπως ο μακάριος Ιώβ και οι γενναίοι μάρτυρες, είναι λυχνάρι δυνατό και διατηρεί άσβηστο το φως της σωτηρίας με ανδρεία και υπομονή, επειδή ο Κύριος είναι η δύναμή του και ο ύμνος τουΨαλμ. 117, 14). Εκείνος πάλι που γνωρίζει τα τεχνάσματα του πονηρού και έχει πείρα των συμπλοκών των αοράτων πολέμων, φωτίζεται και αυτός από το φως της γνώσεως και φανερώνεται ότι είναι άλλο λυχνάρι, λέγοντας παρόμοια με το μεγάλο Απόστολο: «Δεν αγνοούμε τα σχέδια του διαβόλου»(Β΄ Κορ. 2, 11).

79. Το Άγιο πνεύμα ενεργεί την κάθαρση στους άξιους καθαρότητας των αρετών, με το φόβο, την ευσέβεια και τη γνώση. Το φωτισμό της γνώσεως των όντων, σύμφωνα με ποιους λόγους υπάρχουν, χαρίζει στους άξιους φωτισμού με τη δύναμη, τη θέληση και τη σύνεση. Την τελειότητα τη χαρίζει στους άξιους θεώσεως με την ολόφωτη και απλή και ολοκληρωτική σοφία, υψώνοντάς τους κατευθείαν στην αιτία των όντων με κάθε τρόπο, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο· αυτοί γνωρίζονται μόνον από τα θεία ιδιώματα της αγαθότητας, με την οποία γνωρίζουν τον εαυτό τους από το Θεό και το Θεό από τον εαυτό τους, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους κανένα εμπόδιο —γιατί δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο στη σοφία και το Θεό—· και θ’ αποκτήσουν τη μόνιμη ατρεψία, αφού θα έχουν περάσει όλα γενικώς τα ενδιάμεσα, στα οποία υπήρχε κάποτε ο κίνδυνος να σφάλουν ως προς τη γνώση. Ενδιάμεσα ονομάζω την ουσία των νοητών και των αισθητών, μέσω των οποίων ο νους του ανθρώπου ανεβαίνει προς το Θεό, την αιτία των όντων.

80. Την πρακτική φιλοσοφία (αρετή), την πραγματοποιούν ο φόβος, η ευσέβεια και η γνώση. Τη φυσική θεωρία με τη χάρη του Πνεύματος, την κατορθώνουν η δύναμη, η θέληση και η σύνεση. Τη μυστική θεολογία τη χαρίζει μόνο η θεία σοφία.

81. Όπως χωρίς λάδι δεν μπορεί να κρατηθεί το λυχνάρι άσβηστο, έτσι χωρίς την έξη που με κατάλληλους λόγους και τρόπους και συμπεριφορά και ορθά νοήματα και λογισμούς τρέφει τα καλά, είναι αδύνατο να κρατηθεί το φως των θείων χαρισμάτων. Γιατί κάθε πνευματικό χάρισμα έχει ανάγκη από την κατάλληλη έξη που θα του ρίχνει ακατάπαυστα, σαν λάδι, το νοερό υλικό, για να μείνει κρατημένο σταθερά από εκείνον που το έλαβε.

82. Χωρίς ελιά δεν μπορεί να βρεθεί στη φύση αληθινό και γνήσιο λάδι· χωρίς δοχείο που δέχεται το λάδι, αυτό δεν είναι δυνατό να κρατηθεί· και αν δεν τροφοδοτείται με λάδι, σβήνει οπωσδήποτε το φώς του λυχναριού. Έτσι και χωρίς τις άγιες Γραφές δεν υπάρχει αληθινά δύναμη νοημάτων που να αρμόζει στο Θεό· χωρίς έξη που σαν αγγείο δέχεται τα νοήματα, ποτέ δεν θα αποτελεστεί κάποιο θείο νόημα· και αν το φως της γνώσεως που υπάρχει μέσα στα χαρίσματα δεν τρέφεται με θεία νοήματα, δεν παραμένει άσβηστο σ’ εκείνους που το έχουν.

83. Νομίζω ότι η ελιά που είναι αριστερά(Ζαχ. 4, 3) σημαίνει την παλαιά Διαθήκη, επειδή αυτή φροντίζει περισσότερο για την πρακτική φιλοσοφία, ενώ εκείνη που είναι στα δεξιά σημαίνει τη νέα Διαθήκη, επειδή αυτή είναι δάσκαλος νέου μυστηρίου και δημιουργεί σε κάθε πιστό την έξη της θεωρίας. Η πρώτη διδάσκει τρόπους αρετής, η άλλη προσφέρει λόγους γνώσεως σ’ εκείνους που φιλοσοφούν γύρω από τα θεία. Η μία αρπάζει το νου από την ομίχλη των ορατών και τον υψώνει στα συγγενή του νοητά, αφού καθαριστεί από κάθε υλική φαντασία. Η άλλη τον καθαρίζει από κάθε προσκόλληση στα υλικά και με τη δύναμη της ανδρείας σαν σφυρί σπάζει τα καρφιά που κρατούν την προαίρεση στραμμένη προς το σώμα.

84. Η Παλαιά Διαθήκη ανεβάζει το σώμα προς την ψυχή λογικοποιώντας το διά μέσου των αρετών, και εμποδίζει το νου να κατεβαίνει προς το σώμα. Η Καινή ανεβάζει το νου στο Θεό πυρώνοντάς τον με τη φωτιά της αγάπης. Η μία κάνει το σώμα ίδιο με το νου κατά την ενέργεια της θελήσεως. Η άλλη κάνει το νου ίδιο με το Θεό με την απόκτηση της χάρης και να έχει τόση ομοιότητα με το Θεό, ώστε ν’ αναγνωρίζεται διά μέσου του ο Θεός (τον Οποίο κατά φύση διά μέσου του ίδιου δε γνωρίζει κανένας ούτε στο ελάχιστο), όπως αναγνωρίζομε από μια εικόνα το πρωτότυπο.

85. Η Παλαιά Διαθήκη, επειδή συμβολίζει την άσκηση της αρετής, κάνει το σώμα να συμφωνεί με το νου κατά την κίνηση. Η Καινή, επειδή προξενεί θεωρία και γνώση, καταλαμπρύνει με τα θεία νοήματα και χαρίσματα το νου που είναι μυστικά προσηλωμένος σ’ αυτήν. Η Παλαιά παρέχει στον γνωστικό τους τρόπους των αρετών. Η Νέα χαρίζει στον πρακτικό τους λόγους της αληθινής γνώσεως.

86. Ο Θεός λέγεται και γίνεται Πατέρας κατά χάρη εκείνων μόνο που έχουν την εκούσια πνευματική γέννηση κατά την αρετή. Σύμφωνα μ’ αυτήν, έχοντας να φαίνονται στις αρετές τα χαρακτηριστικά του Θεού που τους γέννησε, όπως φαίνονται στο πρόσωπο τα χαρακτηριστικά της ψυχής, κάνουν εκείνους που τους βλέπουν να δοξάζουν τον Θεό για τη μεταβολή των τρόπων τους, προσφέροντας τον βίο τους εκλεκτό παράδειγμα αρετής προς μίμηση. Γιατί ο Θεός δεν δοξάζεται μόνο με λόγια, αλλά με έργα αρετής, τα οποία φωνάζουν πολύ περισσότερο από τα λόγια την θεία μεγαλοπρέπεια.

87. Αριστερός είναι ο φυσικός νόμος γιατί σχετίζεται με την αίσθηση· προσκομίζει στο λογικό τους τρόπους των αρετών και κάνει ενεργό τη γνώση. Ο πνευματικός νόμος είναι δεξιός γιατί σχετίζεται με το νου· ενώνει με την αίσθηση τους πνευματικούς λόγους των όντων και κάνει έλλογη την άσκηση της αρετής.

88. Εκείνος που απέδειξε ότι η γνώση του σωματοποιείται με την πράξη και η πράξη εμψυχώνεται από τη γνώση, βρήκε τον ακριβή τρόπο της θείας ενέργειας. Εκείνος που έχει χωρίσει τη μία από την άλλη, ή τη γνώση έκανε ανυπόστατη φαντασία, ή την πράξη είδωλο. Γιατί η γνώση χωρίς πράξη δε διαφέρει διόλου από φαντασία, αφού δεν έχει για στήριγμα την πράξη· και πράξη αλόγιστη μοιάζει με είδωλο, αφού δεν έχει τη γνώση να την εμψυχώνει.

89. Το μυστήριο της σωτηρίας μας κάνει το βίο απόδειξη του λόγου και το λόγο δόξα του βίου. Την πρακτική αρετή την κάνει θεωρία που υλοποιείται, ενώ τη θεωρία, πράξη που μυσταγωγείται. Και για να μιλήσω με συντομία, την αρετή την κάνει φανέρωση της γνώσεως και τη γνώση δύναμη που συντηρεί την αρετή· και με τις δύο —αρετή και γνώση— φανερώνει ότι αποτελείται μια σοφία, για να μάθομε ότι οι δύο Διαθήκες συμφωνούν σε όλα κατά τη χάρη και ότι κατά τη σύνθεσή τους ταιριάζουν μεταξύ τους για την ολοκλήρωση ενός μυστηρίου περισσότερο απ’ ό,τι ταιριάζουν ψυχή και σώμα για το σχηματισμό ενός άνθρωπου.

90. Όπως η ψυχή και το σώμα με τη σύνθεσή τους κάνουν έναν άνθρωπο, έτσι η πράξη και η θεωρία με τη συνύπαρξή τους αποτελούν μία γνωστική σοφία, και η παλαιά και η νέα Διαθήκη ολοκληρώνουν ενα μυστήριο. Το αγαθό κατά φύση ανήκει μόνο στο Θεό, από τον οποίο μετέχοντας φωτίζονται και γίνονται αγαθά όλα εκείνα που είναι εκ φύσεως δεκτικά φωτισμού και αγαθότητας.

91. Εκείνος που νοεί τον κόσμο που φαίνεται, θεωρεί τον κόσμο που νοείται. Γιατί αποτυπώνει στην αίσθησή του τα νοητά, δίνει μέσα στο νου του μορφή στους λόγους που αντιλήφθηκε και μεταφέρει, στη μεν αίσθηση τη σύσταση του νοητού κόσμου με πολλούς τρόπους, στο δε νου την πολύπλοκη σύνθεση του αισθητού κόσμου. Μέσα στο νοητό κόσμο νοεί τον αισθητό μεταφέροντας στο νου την αίσθηση με τους λόγους των αισθητών, και στον αισθητό κόσμο νοεί το νοητό εγκλωβίζοντας με βαθιά γνώση το νου στην αίσθηση με τους τύπους των νοητών.

92. Τον πρώτο λόγο περί της Μονάδος, ο Προφήτης τον ονόμασε «κεφαλή», ως αρχή κάθε αρετής, όπως λέει: «Η κεφαλή μου στις χαράδρες των βουνών»(Ιωνά 2, 6-7). «Χαράδρες των βουνών» λέει τις διάνοιες των πονηρών πνευμάτων, οι οποίες κατάπιαν το νου μας με την παράβαση. «Κατώτατη γη» λέει την έξη που δεν αισθάνεται καθόλου τη θεία γνώση, ούτε έχει την οποιαδήποτε κίνηση για την ενάρετη ζωή. «Άβυσσο» λέει την άγνοια που ακολουθεί την έξη της κακίας και που πάνω της —σαν σε άλλη γη— απλώνονται τα πελάγη της κακίας. Ή διαφορετικά, «γη» είπε τη μόνιμη έξη της κακίας, και «αιώνιους μοχλούς» τις εμπαθείς προσκολλήσεις στα υλικά, οι οποίες συντηρούν την κάκιστη έξη.

93. Η υπομονή των αγίων εξαντλεί την πονηρή δύναμη του διαβόλου που επιτίθεται εναντίον τους. Γιατί τους πείθει να θεωρούν στολίδι τους τους αγώνες για χάρη της αλήθειας και τους διδάσκει να απολαμβάνουν τα παθήματα περισσότερο απ’ όσο τις ανέσεις εκείνοι που φροντίζουν υπερβολικά για τη σαρκική ζωή. Κάνει τη φυσική ασθένεια της σάρκας σχετικά με τον πόνο αφορμή υπερβολικής πνευματικής δυνάμεως. Κοίτα λοιπόν πώς αφορμή της υπερβολικής θείας δυνάμεως είναι η φυσική αδυναμία των αγίων, από την οποία ο Κύριος απέδειξε τον διάβολο κατώτερο.

94. Ο λόγος της χάρης, αφού έφτασε μέσα από πολλούς πειρασμούς στη φύση των ανθρώπων, δηλαδή την Εκκλησία των εθνών, όπως ο Ιωνάς ύστερα από πολλές θλίψεις έφτασε στη μεγάλη πόλη Νινευΐ, έπεισε το φυσικό νόμο που βασίλευε να σηκωθεί από το θρόνο, δηλαδή από την προηγούμενη έξη της κακίας που συνδέεται με την αίσθηση, ν’ αφαιρέσει τη στολή του, δηλαδή ν’ αποθέσει την έπαρση της κοσμικής δόξας από τα ήθη του, να φορέσει σάκκο, δηλαδή το πένθος και τη δύσκολη και τραχιά άσκηση της κακοπάθειας που αρμόζει στην κατά Θεόν ζωή, και να καθίσει πάνω στη στάχτη(Ιωνά 3, 6-7). Στάχτη είναι η αίσθηση ότι κανείς είναι φτωχός μπροστά στο Θεό, πάνω στην οποία κάθεται καθένας που μαθαίνει να ζει με ευσέβεια και που έχει το μαστίγιο της συνειδήσεως να τον χτυπά αλύπητα για τ’ αμαρτήματά του.

95. Παρατήρησε ότι βασιλιά εννοεί τον φυσικό νόμο, θρόνο την εμπαθή έξη που συνδέεται με την αίσθηση, στολή το φόρεμα της ματαιοδοξίας, σάκκο το πένθος που συνοδεύει τη μετάνοια, στάχτη την ταπεινοφροσύνη, ανθρώπους εκείνους που αμαρτάνουν με την επιθυμία, βόδια εκείνους που αμαρτάνουν με το θυμό και πρόβατα εκείνους που αμαρτάνουν στη θεωρία των ορατών.

96. Εκείνος που για χάρη της σύμφωνης με το θείο νόμο αρετής ξεχνά τα πάθη της σάρκας θεωρώντας τα «αριστερά», και εξαιτίας τής χωρίς σφάλμα γνώσεως δεν κυριεύεται από την αρρώστια της υπερηφάνειας για τα κατορθώματά του, η οποία φουσκώνει τον άνθρωπο και θεωρείται «δεξιά», αυτός έγινε άνθρωπος που δε γνωρίζει το δεξί του χέρι —γιατί δεν επιθυμεί πρόσκαιρη δόξα—, ούτε το αριστερό του(Ιωνά 4, 11) —γιατί δεν ερεθίζεται από τα πάθη της σάρκας—. Όπως φαίνεται, ο λόγος ονόμασε δεξί χέρι την κενοδοξία για τα δήθεν κατορθώματα, κι αριστερό την ακολασία των αισχρών παθών. Γιατί ο λόγος της αρετής δε γνωρίζει αμαρτία της σάρκας, η οποία θεωρείται «αριστερά»· ενώ ο λόγος της γνώσεως δε γνωρίζει κακία της ψυχής, η οποία θεωρείται «δεξιά».

97. Η έλλογη γνώση των αρετών, δηλαδή η ενεργητική και αληθινή επίγνωση της αιτίας των αρετών, εκ φύσεως προκαλεί πλήρη άγνοια της υπερβολής και της ελλείψεως που βρίσκονται στα δεξιά και στ’ αριστερά της μεσότητας των αρετών. Γιατί αν στο λογικό εκ φύσεως δεν υπάρχει κανένα απολύτως παράλογο, είναι φανερό ότι όποιος υψώθηκε στο λόγο των αρετών, δε θα γνωρίσει καθόλου την κατάσταση των παραλόγων γιατί δεν είναι δυνατό να κοιτάξει κανείς ταυτόχρονα δύο πράγματα αντίθετα, και μαζί με το ένα ν’ αντιληφθεί και το άλλο.

98. Αν μέσα στην πίστη δεν υπάρχει κανένας λόγος απιστίας, ούτε το φώς μπορεί κατά φύση να είναι αιτία του σκοταδιού, ούτε με τον Χριστό μπορεί να φανερώνεται ο διάβολος(Β΄ Κορ. 6, 14-15), είναι φανερό ότι ούτε με το λογικό είναι δυνατό να συνυπάρχει το παράλογο. Και αν με το λογικό δεν μπορεί ποτέ να συνυπάρχει το παράλογο, εκείνος που υψώθηκε στο λόγο των αρετών δε θα γνωρίσει καθόλου την κατάσταση των παραλόγων, επειδή γνωρίζει μόνον την αρετή όπως είναι, και όχι όπως νομίζεται, και γι’ αυτό δεν γνωρίζει μήτε δεξιά με την υπερβολή, μήτε αριστερά με την έλλειψη. Γιατί και στα δύο αυτά είναι ολοφάνερο το παράλογο.

99. Απιστία λέει την άρνηση των εντολών. Πίστη τη συγκατάθεση στις εντολές. Σκοτάδι λέει την άγνοια του καλού, ενώ φώς την ακριβή γνώση του καλού. Χριστό ονόμασε την ουσία και την υπόσταση του καλού, ενώ διάβολο την κάκιστη έξη που γεννά όλα τα κακά.

100. Αν το λογικό είναι κανόνας και μέτρο των όντων, ταυτόσημο με την αλογία και γι’ αυτό παράλογο είναι να κινείται κανείς έξω από τον κανόνα και το μέτρο ή πάνω από τον κανόνα και το μέτρο. Γιατί τα δύο εξίσου, σ’ όσους κινούνται έτσι, προκαλούν την έκπτωση από το απόλυτο Όν. Το δεύτερο τους πείθει να κάνουν την πορεία τους αβέβαιη και όχι συγκεκριμένη και να μην έχει, εξαιτίας της αμετρίας του νου τους, σκοπό της το Θεό σαν τέλος που το καθόρισαν εκ των προτέρων, γιατί επινοούν κάτι καλύτερο τάχα από το καλό. Το άλλο τους πείθει να κάνουν την πορεία τους έξω από το σκοπό προς μόνη την αίσθηση, από χαλαρότητα του νου τους, και να θεωρούν ως τέλος προκαθορισμένο εκείνο που περιορίζεται στην αίσθησή τους. Αυτό το αγνοεί, επειδή δεν το πάσχει, όποιος είναι ενωμένος μόνο με το λόγο της αρετής και έχει περιχαρακώσει μ’ αυτόν όλη την κίνηση της νοερής του δυνάμεως και γι’ αυτό δεν μπορεί να διανοηθεί τίποτε πάνω από το λογικό ή έξω από το λογικό.

Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, β΄τόμος, σελ. 208-230.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: