Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – 200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού, Δεύτερη εκατοντάδα. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄).

* Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄ (σελ. 123-146).

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού

Δεύτερη εκατοντάδα

1. Ο Θεός είναι ένας, γιατί μία είναι η θεότητα, άναρχη, απλή, πάνω από ουσία, δίχως μέρη και αδιαίρετη. Η ίδια θεότητα είναι μονάδα και τριάδα. Μονάδα ακέραιη η αυτή, και Τριάδα πλήρης η αυτή. Μονάδα ακέραιη κατά την ουσία η ίδια, και Τριάδα πλήρης κατά τις υποστάσεις η ίδια. Γιατί η θεότητα είναι Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Και η θεότητα είναι και στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Όλη η θεότητα σε όλον τον Πατέρα η ίδια, και όλος ο Πατέρας σε όλη την ίδια. Και όλη η ίδια σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός σε όλη την ίδια. Και όλη σε όλο το Άγιο Πνεύμα η ίδια θεότητα, και όλο το Άγιο Πνεύμα σε όλη την ίδια. Όλη η θεότητα είναι Πατέρας, και είναι σε όλο τον Πατέρα· και ο Πατέρας είναι όλος σε όλη την θεότητα· και αυτή όλη είναι όλος ο Πατέρας. Και στην ίδια όλη είναι όλος ο Υιός· και η ίδια είναι όλη σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός είναι όλη η θεότητα και σε όλη. Και η ίδια είναι όλη Άγιο Πνεύμα, και σε όλο το Άγιο Πνεύμα· και το Άγιο Πνεύμα είναι όλο όλη η θεότητα· και σε όλη την ίδια είναι όλο το Πνεύμα το Άγιο. Γιατί δεν είναι η θεότητα κατά ένα μέρος της στον Πατέρα, ούτε κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Πατέρας· ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στον Υιό, ή κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Υιός· ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στο Άγιο Πνεύμα, ή το Άγιο Πνεύμα κατά ένα μέρος είναι Θεός.Γιατί ούτε μερίζεται η θεότητα, ούτε είναι ελλιπής Θεός ο Πατέρας ή ο Υιός ή το Άγιο Πνεύμα, αλλά όλη η θεότητα είναι η ίδια τέλεια τελείως στον τέλειο Πατέρα και όλη τελείως στον τέλειο Υιό η ίδια και όλη τελείως η ίδια στο τέλειο Άγιο Πνεύμα. Γιατί ο Πατέρας είναι όλος τελείως σε όλο τον Υιό και στο Πνεύμα· και όλος τελείως σε όλο τον Πατέρα και το Πνεύμα είναι ο Υίός· και όλο τελείως σε όλο τον Πατέρα και τον Υιό είναι το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και είναι ένας Θεός ο Πατέρας και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα· γιατί μία και η αυτή είναι η ουσία και η δύναμη και η ενέργεια του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και δεν υπάρχει ούτε νοείται καμιά από τις τρεις Υποστάσεις χωρίς τις άλλες.

2. Κάθε νόηση ανήκει στα όντα που νοούν και σ’ αυτά που νοούνται. Ο Θεός όμως δεν είναι από εκείνα που νοούν, ούτε από εκείνα που νοούνται, γιατί είναι πάνω από αυτά. Διαφορετικά, περιορίζεται· ή από την ανάγκη της σχέσεως με το νοούμενο, αν θα νοούσε· ή με το να υπόκειται φυσικά σ’ εκείνον που τον νοεί, αν θα ήταν νοούμενος. Απομένει λοιπόν να παραδεχθούμε ότι ούτε νοεί ο Θεός, ούτε νοείται, αλλά ότι είναι πέρα από το να νοεί ή να νοείται. Γιατί οι ιδιότητες αυτές ανήκουν εκ φύσεως στα ύστερα από Εκείνον.

3. Κάθε νόηση, όπως έχει τη θέση της οπωσδήποτε σε κάποια ουσία ως ιδιότητα, έτσι έχει και την κίνηση της γύρω από κάποια ουσία με ιδιότητες. Γιατί δεν είναι δυνατό να τη δεχθεί κάτι που υπάρχει καθ’ εαυτό, απόλυτα ανεξάρτητο και απλό, γιατί και η νόηση δεν είναι ανεξάρτητη και απλή. Ο Θεός όμως, επειδή είναι και κατά τα δύο απόλυτα απλός (και ως ουσία δηλαδή δεν είναι κάτι που νοείται, και ως νόηση [δεν] έχει καθόλου ένα δεδομένο υποκείμενο), δεν είναι από εκείνα που [νοούν και] νοούνται· γιατί βέβαια ο Θεός είναι πάνω από ουσία και νόηση.

4. Για όλες τις ευθείες γραμμές που ξεκινούν από ένα κέντρο, αυτό παραμένει η ολότελα αδιαίρετη αρχή τους. Έτσι και εκείνος ο οποίος αξιώθηκε να βρεθεί μέσα στο Θεό, θα μάθει με μιά απλή και αδιαίρετη γνώση όλους τους λόγους των δημιουργημάτων που προϋπάρχουν σ’ Αυτόν.

5. Όταν η νόηση παίρνει τη μορφή όσων νοούνται, τότε η μία νόηση διαιρείται σε πολλές νοήσεις, παίρνοντας μορφή ανάλογα με κάθε ένα είδος όσων νοούνται. Όταν όμως ξεπεράσει το πλήθος των αισθητών και νοητών που της δίνουν μορφή και γίνει εντελώς χωρίς μορφή και σχήμα, τότε με κατάλληλο τρόπο ο λόγος που είναι πάνω από κάθε νόηση την οικειοποιείται και τη σταματά από όσα εκ φύσεως την αλλοιώνουν με τις μορφές των νοημάτων. Εκείνος που φτάνει στο σημείο αυτό αναπαύθηκε από ολα τα έργα του, όπως ακριβώς και ο Θεός από τα δικά Του(Εβρ. 4, 10· Γεν. 2,2).

6. Εκείνος που έφτασε εδώ τη δυνατή για τους ανθρώπους τελειότητα, καρποφορεί στο Θεό αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία(Γαλ. 5, 22). Οι μελλοντικοί καρποί είναι η αφθαρσία, η αιωνιότητα και τα όμοια με αυτά. Και ίσως τα πρώτα αρμόζουν σ’ εκείνον που ολοκλήρωσε την πρακτική αρετή, ενώ τα δεύτερα σ’ εκείνον που με αληθινή γνώση βγήκε έξω από τα δημιουργήματα.

7. Όπως το αποτέλεσμα της παρακοής είναι η αμαρτία, έτσι επίτευγμα της υπακοής είναι η αρετή. Και όπως στην παρακοή ακολουθεί παράβαση των εντολών και χωρισμός από το Θεό που έδωσε τις εντολές, έτσι και στην υπακοή ακολουθεί η τήρηση των εντολών και η ένωση με το Θεό. Εκείνος λοιπόν που τήρησε την εντολή με την υπακοή του, και την αρετή κατόρθωσε, και δε χώρισε τον εαυτό του από την ένωση με το Θεό μέσω της αγάπης.

8. Εκείνος που συγκεντρώνεται από τη διαίρεση που προκάλεσε η παράβαση, πρώτα χωρίζεται από τα πάθη, έπειτα από τους εμπαθείς λογισμούς· κατόπιν χωρίζεται από τη φύση και τους λόγους της φύσεως· στη συνέχεια από τα νοήματα και τη σχετική με αυτά γνώση. Και τελευταία, αφού προσπεράσει την ποικιλία των λόγων περί Προνοίας, καταλήγει κατά τρόπο άγνωστο σ’ αυτόν το λόγο περί Μονάδος· τότε ο νους, καθώς βλέπει μόνο τη σταθερότητά του, χαίρεται με την ανεκλάλητη χαρά, γιατί έλαβε την ειρήνη του Θεού που υπερβαίνει κάθε νου και που φρουρεί αδιάκοπα από κάθε πτώση εκείνον που αξιώθηκε να την λάβει(Φιλιπ. 4, 7).

9. Ο φόβος της κολάσεως κάνει τους αρχάριους να αποφεύγουν την κακία· ο πόθος της ανταποδόσεως των αγαθών χαρίζει σ’ εκείνους που προκόβουν την προθυμία της εργασίας των αρετών. Το μυστήριο όμως της αγάπης υπερυψώνει το νου πάνω απ’ όλα τα δημιουργήματα και κάνει το νου τυφλό προς όλα όσα είναι μετά το Θεό. Γιατί ο Κύριος κάνει σοφούς μόνο εκείνους που έγιναν τυφλοί(Ψαλμ. 145, 8) σε όλα όσα είναι έπειτα από το Θεό, δείχνοντάς τους τα πιο θεία.

10. Ο λόγος του Θεού, ο οποίος μοιάζει με κόκκο σιναπιού(Ματθ. 13, 31), προτού καλλιεργηθεί φαίνεται πάρα πολύ μικρός. Όταν όμως καλλιεργηθεί όπως πρέπει, γίνεται τόσο μεγάλος, ώστε οι υψηλοί λόγοι των αισθητών και νοητών κτισμάτων αναπαύονται πάνω σ’ αυτόν σαν πουλιά. Γιατί τότε γίνονται από αυτόν καταληπτοί οι λόγοι των πάντων, αυτός όμως δεν είναι κατανοητός σε κανένα από τα όντα. Γι’ αυτό εκείνος που έχει πίστη σαν κόκκο σιναπιού μπορεί με το λόγο του να μετακινήσει το βουνό που είπε ο Κύριος(Ματθ. 17, 20), δηλαδή τη δύναμη του διαβόλου που στρέφεται εναντίον μας να τη διώχνει και να τη μετακινεί από τη βάση της.

11. Κόκκος του σιναπιού είναι ο Κύριος, ο οποίος με την πίστη σπείρεται πνευματικά στις καρδιές εκείνων που Τον δέχονται. Όταν κανείς τον καλλιεργήσει επιμελώς με τις αρετές, μετακινεί, το βουνό του χωματένιου, φρονήματος απωθώντας με δύναμη τη δυσμετακίνητη έξη της κακίας του, και δίνει τόπο ν’ αναπαυθούν μέσα του, σαν πουλιά του ουρανού, οι λόγοι των εντολών και οι τρόποι ή και οι θείες δυνάμεις τους.

12. Πάνω στον Κύριο, σαν σε θεμέλιο της πίστεως, ας υψώσομε την οικοδομή των αγαθών, βάζοντας χρυσό, άργυρο, πολύτιμους λίθους(Α΄ Κορ. 3, 12), δηλαδή θεολογία καθαρή και ανόθευτη και βίο ολοκάθαρο και λαμπρό και θείους λογισμούς και νοήματα σαν μαργαριτάρια. Όχι όμως ξύλα, ούτε χόρτο, ούτε καλαμιά, δηλαδή όχι ειδωλολατρία —εννοώ την εμπαθή επιθυμία των αισθητών—, ούτε βίο ασυλλόγιστο, ούτε λογισμούς εμπαθείς που στερούνται τη σοφή σύνεση, σαν άχυρα.

13. Εκείνος που επιθυμεί τη γνώση, ας στηρίξει σταθερά τις βάσεις της ψυχής του κοντά στον Κύριο, όπως λέει ο Θεός στο Μωυσή: «Εσύ στάσου εδώ μαζί Μου»(Δευτ. 5, 31). Και πρέπει να γνωρίζομε ότι και σ’ αυτούς που στέκονται κοντά στον Κύριο, υπάρχει διαφορά, αν βέβαια οι φιλομαθείς δε διαβάζουν με επιπολαιότητα το χωρίο: «Είναι μερικοί από όσους στέκονται εδώ που δε θα γευτούν θάνατο, ωσότου δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει έρθει με δύναμη»(Μάρκ. 9, 1). Γιατί ο Κύριος δεν φανερώνεται πάντοτε με δόξα σ’ εκείνους που στέκονται κοντά Του, αλλά στους αρχαρίους παρουσιάζεται με μορφή δούλου(Φιλιπ. 2,7), ενώ σ’ εκείνους που μπορούν να Τον ακολουθήσουν καθώς ανεβαίνει στο ψηλό βουνό της μεταμορφώσεώς Του, φανερώνεται με μορφή Θεού(Ματθ. 17, 1-9), με την οποία υπήρχε πριν από τη δημιουργία του κόσμου(Ιω. 17, 5). Είναι λοιπόν δυνατό να μη φαίνεται σε όλους όσοι είναι κοντά Του ο Κύριος κατά τον ίδιο τρόπο, αλλά σε άλλους έτσι, και σε άλλους με άλλο τρόπο, ανάλογα με το μέτρο της πίστεως καθενός.

14. Όταν ο λόγος του Θεού γίνει μέσα μας ολοφάνερος και λαμπρός και λάμψει το πρόσωπό του όπως ο ήλιος, τότε φαίνονται κατάλευκα και τα φορέματά του(Ματθ. 17, 2), δηλαδή τα λόγια των Ευαγγελίων φαίνονται καθαρά , και σαφή και χωρίς να έχουν τίποτε καλυμμένο· αλλά και ο Μωυσής και ο Ηλίας τον πλησιάζουν, δηλαδή οι πνευματικότεροι λόγοι του Νόμου και των Προφητών.

15. Όπως θα έρθει ο Υιός του ανθρώπου, κατά τη Γραφή(Ματθ. 16, 27), μαζί με τους αγγέλους Του, μέσα στη δόξα του Πατέρα Του, έτσι σε κάθε προκοπή αρετής μεταμορφώνεται για τους άξιους ο λόγος του Θεού, ερχόμενος μαζί με τους αγγέλους του μέσα στη δόξα του Πατέρα. Γιατί οι πνευματικότεροι λόγοι του Νόμου και των Προφητών, τους οποίους προτυπώνουν ο Μωυσής και ο Ηλίας με την εμφάνισή τους στη Μεταμόρφωση του Κυρίου, διατηρούν την αναλογία της δόξας τους αποκαλύπτοντας το νόημά τους στους άξιους στο βαθμό που μπορούν αυτοί να εννοήσουν.

16. Εκείνος που διδάχθηκε κάπως τον μυστικό λόγο της μονάδας, οπωσδήποτε έμαθε και τους περί προνοίας και κρίσεως λόγους που είναι μαζί με αυτόν. Γι’ αυτό και, όπως ο Πέτρος, αποφασίζει πώς είναι καλό να κάνει μέσα του τρεις σκηνές για όσα είδε(Ματθ. 17, 4), δηλαδή τις τρεις καταστάσεις της σωτηρίας, εννοώ της αρετής, της γνώσεως και της θεολογίας. Γιατί η πρώτη έχει ανάγκη από την ανδρεία και τη σωφροσύνη στην πράξη, της οποίας τύπος ήταν ο μακάριος Ηλίας. Η δεύτερη έχει ανάγκη από τις αρετές τής φυσικής θεωρίας, την οποία φανέρωσε με τον εαυτό του ο μέγας Μωυσής. Και η τρίτη χρειάζεται την άκρα τελειότητα της φρονήσεως, την οποία έδειξε ο Κύριος. Ονομάστηκαν σκηνές, γιατί υπάρχουν άλλες καταστάσεις, καλύτερες από αυτές και ενδοξότερες, που θα αποδοθούν στους άξιους στο μέλλοντα αιώνα.

17. Ο πρακτικός λέγεται ότι προσωρινά κατοικεί στη σάρκα, γιατί με τις αρετές κόβει τη σχέση της ψυχής με τη σάρκα και αφαιρεί από τον εαυτό του την απάτη των υλικών πραγμάτων. Ο γνωστικός και σ’ αυτή την αρετή ακόμη λέγεται ότι κατοικεί προσωρινά, αφού ακόμα βλέπει την αλήθεια με ασάφεια, σαν μέσα σε καθρέφτη(A; Kor. 13, 12). Γιατί δεν είδε ακόμη όπως είναι πραγματικά τα είδη των αυτοϋπόστατων θείων αγαθών, και δεν τα απόλαυσε βλέποντάς τα πρόσωπο προς πρόσωπο. Κάθε άγιος περνά από εικόνες των αγαθών βαδίζοντας προς το μέλλον, και κραυγάζει: «Ξένος και περαστικός είμαι εδώ, όπως όλοι οι πατέρες μου»(Ψαλμ. 38,7 και 13).

18. Εκείνος που προσεύχεται, δεν πρέπει ποτέ να σταματά την υψηλή ανάβαση που οδηγεί στο Θεό. Γιατί, όπως πρέπει να ανεβαίνομε από δύναμη σε δύναμη(Ψαλμ.83, 6-8) στην πρακτική προκοπή των αρετών, και να υψωνόμαστε από δόξα σε δόξα(Β΄Κορ. 3, 18) στις πνευματικές γνώσεις της θεωρίας, και από το γράμμα της αγίας Γραφής να μεταβαίνομε στο πνεύμα, έτσι πρέπει να κάνομε και όταν βρεθούμε στον τόπο της προσευχής· να υψώνομε το νου από τα ανθρώπινα, και το φρόνημα της ψυχής προς τα θειότερα, για να μπορέσει ο νους να ακολουθήσει τον Ιησού, τον Υιό του Θεού, ο οποίος διαπέρασε τους ουρανούς(Εβρ. 4, 14) και βρίσκεται παντού. Αυτός διέρχεται απ’ όλα κατ’ οικονομίαν για χάρη μας, ώστε κι εμειίς, ακολουθώντας Τον, να προσπεράσομε όλα όσα είναι μετά από Αυτόν και να φτάσομε σ’ Αυτόν, αν βέβαια τον νοούμε όχι σύμφωνα με την ταπεινή μορφή που έλαβε από συγκατάβαση με τη σάρκωσή Του, αλλά σύμφωνα με την φυσική απεριόριστη μεγαλειότητά Του.

19. Καλό είναι πάντοτε να αφιερώνομε τον καιρό μας στο Θεό και να τον ζητούμε, όπως έχομε διαταχθεί. Αν και στην παρούσα ζωή δεν μπορούμε να φτάσομε στο τέλος του βάθους του Θεού, αλλά ίσως και σ’ ένα σημείο φτάνοντας, θα μπορέσομε να θεωρούμε διαρκώς αγιότερα και διαρκώς πνευματικότερα πράγματα. Και αυτό φανερώνει ο Αρχιερέας που έμπαινε από τα άγια, που είναι αγιότερα από την αυλή, στα άγια των αγίων, [που είναι αγιότερα από τα άγια](Λευϊτ.16, 12-16) .

20. Κάθε λόγος του Θεού ούτε πολλά λόγια απαιτεί, ούτε πολυλογία είναι, αλλά είναι ένας κι αποτελείται από διάφορα θεωρήματα, καθένα από τα οποία είναι στοιχείο του λόγου. Ώστε εκείνος που ομιλεί για χάρη της αλήθειας, ακόμη και αν τα πει όλα ώστε να μην παραλείψει τίποτε, ένα λόγο Θεού έχει πει.

21. Στο Χριστό, επειδή είναι Θεός και Λόγος του Πατέρα, κατοικεί κατ’ ουσίαν όλο το πλήρωμα της θεότητας σωματικά(Κολ. 2, 9). Σ’ εμάς η θεότητα στην πληρότητά της κατοικεί κατά χάρη, όταν συλλέξομε μέσα μας κάθε αρετή και σοφία που δεν υπολείπεται διόλου —όσο είναι δυνατό σε άνθρωπο— από την ακριβή μίμηση του πρωτοτύπου. Γιατί δεν είναι ανάρμοστο κατά τον θέσει (και όχι φύσει) λόγο να κατοικήσει και σ’ εμάς το πλήρωμα της θεότητας, που αποτελείται από διάφορα πνευματικά θεωρήματα.

22. Όπως ο μέσα μας λόγος που πηγάζει φυσικά από το νου είναι αγγελιοφόρος των κρυμμένων κινήσεων του νου, έτσι και ο Λόγος του Θεού, επειδή γνωρίζει στην ουσία Του τον Πατέρα όπως ο λόγος γνωρίζει το νου που τον γέννησε —και χωρίς Αυτόν δεν μπορεί κανένα από τα δημιουργήματα να πλησιάσει τον Πατέρα(Ιω. 14,6)—, αποκαλύπτει τον Πατέρα επειδή είναι κατά φύση Λόγος. Και σύμφωνα μ’ αυτό λέγεται και «αγγελιοφόρος της μεγάλης βουλής»(Ησ. 9, 6).

23. Μεγάλη βουλή του Θεού και Πατέρα είναι το κρυμμένο στη σιγή(Ρωμ. 16, 25) και άγνωστο μυστήριο της θείας Οικονομίας, το οποίο φανέρωσε ο Μονογενής Υιός καθώς το πραγματοποίησε με τη σάρκωσή Του κι έγινε αγγελιοφόρος της μεγάλης προαιώνιας βουλής του Θεού και Πατέρα. Γίνεται αγγελιοφόρος της μεγάλης βουλής του Θεού και ο άνθρωπος που γνώρισε το λόγο του μυστηρίου και ανυψώνεται με έργο και λόγο σε κάθε περίπτωση, με τρόπο ακατανόητο, ώσπου να φτάσει σ’ Εκείνον που κατέβηκε τόσο πολύ προς αυτόν.

24. Ο Λόγος του Θεού κατέβηκε κατ’ οικονομία Για χάρη μας στα κατώτερα μέρη της γης και ανέβηκε πάνω από όλους τους ουρανούς(Κολ. 1, 18), —Αυτός που κατά τη φύση Του είναι ολότελα ακίνητος—, προενεργώντας κατ’ οικονομία στον εαυτό Του ως άνθρωπο αυτά που μέλλουν να συμβούν. Ας βλέπει λοιπόν με μυστική χαρά εκείνος που αγαπά τη φιλία της γνώσεως, ποιο είναι το υποσχεμένο τέλος εκείνων που αγαπούν τον Κύριο.

25. Αν ο Θεός Λόγος του Θεού και Πατέρα έγινε άνθρωπος και Υιός ανθρώπου, για να κάνει τους ανθρώπους θεούς και υιούς Θεού, ας πιστέψομε ότι εκεί θα φτάσομε, όπου τώρα είναι αυτός ο Χριστός, ως κεφαλή του όλου σώματος(Κολ. 1,18), που έγινε για χάρη μας πρόδρομος μας(Εβρ. 6, 20) προς τον Πατέρα με τη δική μας φύση. Γιατί στη σύναξη των θεών, δηλαδή αυτών που θα σωθούν, θα σταθεί ο Θεός(Ψαλμ. 81,1) ανάμεσά τους μοιράζοντας τις αμοιβές της επουράνιας μακαριότητας, χωρίς να υπάρχει καμιά απόσταση μεταξύ Αυτού και των αξίων.

26. Εκείνος που ικανοποιεί ακόμη τις εμπαθείς ορέξεις της σάρκας, σαν ειδωλολάτρης και ειδωλοποιός κατοικεί τη χώρα των Χαλδαίων. Όταν λίγο ξεκαθαρίσει τα πράγματα και αισθανθεί τους τρόπους που ταιριάζουν στην ανθρώπινη φύση, αφού εγκαταλείψει τη χώρα των Χαλδαίων, έρχεται στη Χαρράν της Μεσοποταμίας(Γεν.11, 31), δηλαδή στην κατάσταση που βρίσκεται μεταξύ αρετής και κακίας, η οποία δεν καθαρίστηκε ακόμη από την πλάνη της αισθήσεως· γιατί αυτό σημαίνει η Χαρράν. Αν όμως υπερβεί και τη μέτρια κατανόηση του καλού που αποκτά μέσω της αισθήσεως, τότε θα σπεύσει προς την αγαθή γη, δηλαδή στην κατάσταση που είναι ελεύθερη από κάθε κακία και άγνοια· την οποία ο Θεός, ο οποίος δεν ψεύδεται, δείχνει και υπόσχεται να δώσει(Γεν. 12, 1) σαν βραβείο αρετής σ’ εκείνους που Τον αγαπούν.

27. Αν σταυρώθηκε για μας ο Λόγος του Θεού ως αδύνατος άνθρωπος και αναστήθηκε με τη δύναμη του Θεού(Β΄ Κορ. 13, 4), αυτό σημαίνει πνευματικώς ότι πάντοτε το κάνει αυτό και πάσχει προς χάρη μας, γιατί γίνεται τα πάντα, για να σώσει τους πάντες(Α΄ Κορ. 9, 22). Καλώς λοιπόν ο θείος Απόστολος στους Κορινθίους που ήσαν ασθενείς έκρινε ότι τίποτε άλλο δεν έπρεπε να μάθουν, παρά μόνο τον Ιησού Χριστό, και Αυτόν σταυρωμένο(Α΄ Κορ. 2,2,). Στους Εφεσίους όμως που ήσαν τέλειοι, γράφει: «Ο Θεός μας συνανέστησε και μας κάθισε μαζί με το Χριστό στα επουράνια»(Εφ. 2. 6). Λέει μ’ αυτά ότι ο Λόγος του Θεού γίνεται στον καθένα ανάλογα με τα μέτρα της δυνάμεώς του. Σταυρώνεται λοιπόν για εκείνους που πρωτομπαίνουν πρακτικώς στην ευσέβεια, καρφώνοντας τις εμπαθείς ενέργειές τους με το θείο φόβο. Ανασταίνεται και ανεβαίνει στους ουρανούς για εκείνους που ξεντύθηκαν τον «παλαιό άνθρωπο» που φθείρεται από τις απατηλές επιθυμίες και ντύθηκαν το νέο άνθρωπο που κτίζεται κατ’ εικόνα Θεού με το Πνεύμα(Εφ. 4, 22-24) και έφτασαν στον Πατέρα με τη χάρη που είναι μέσα τους παραπάνω από κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και κυριότητα και από κάθε όνομα που ονομάζεται όχι μόνον στον παρόντα αιώνα, αλλά και στον μέλλοντα(Εφ. 1,21). Γιατί όλα τα έπειτα από το Θεό, και πράγματα και ονόματα και αξιώματα, θα είναι κάτω από εκείνον που με τη χάρη θα φτάσει στο Θεό.

28. Πριν από τη φανερή κατά σάρκα παρουσία Του, ο Λόγος του Θεού ενδημούσε νοητά στους Πατριάρχες και τους Προφήτες, προτυπώνοντας τα μυστήρια της παρουσίας Του. Έτσι και ύστερα από αυτήν, έρχεται όχι μόνο σ’ εκείνους που είναι ακόμη νήπιοι για να τους θρέψει πνευματικά και να τους φέρει στην ηλικία της κατά Θεόν τελειότητας, αλλά και στους τέλειους επίσης, ιχνογραφώντας εκ των προτέρων σ’ αυτούς μυστικά, σαν σε εικόνα, τα χαρακτηριστικά της μέλλουσας παρουσίας Του.

29. Οι λόγοι του Νόμου και των Προφητών, ως πρόδρομοι της κατά σάρκα παρουσίας του Λόγου, παιδαγωγούσαν τις ψυχές να πιστέψουν στο Χριστό(Γαλ. 3, 24). Έτσι και ο δοξασμένος Λόγος του Θεού με τη Σάρκωσή Του έγινε πρόδρομος της πνευματικής παρουσίας Του, παιδαγωγώντας τις ψυχές με τους λόγους Του για να υποδεχθούν τη φανερή θεϊκή παρουσία Του, την οποία κάνει πάντοτε μεταβάλλοντας από σαρκικούς σε πνευματικούς τους αξίους με την αρετή. Θα την κάνει και στο τέλος του αιώνα, αποκαλύπτοντας ολοφάνερα τα ως τότε ανέκφραστα και μυστικά.

30. Όσο εγώ είμαι ατελής και ανυπότακτος και δεν υπακούω στο Θεό με την εργασία των εντολών, ούτε γίνομαι τέλειος στο νού(Α΄ Κορ. 14, 20) ως προς την γνώση, στο πρόσωπο μου φαίνεται ατελής και ανυπότακτος και ο Χριστός, εξαιτίας μου. Γιατί τον ελαττώνω και Τον κολοβώνω, αφού δε μεγαλώνω κι εγώ μαζί Του κατά πνεύμα, ως σώμα που είμαι Χριστού και ένα από τα μέλη Του(Α΄ Κορ. 12, 27). ==========

31. «Ανατέλλει ο ήλιος και βασιλεύει ο ήλιος»(Εκκλ. 1, 5), λέει η Γραφή. Λοιπόν και ο λόγος άλλοτε βλέπεται ψηλά, άλλοτε χαμηλά, σύμφωνα δηλαδή με την αξία και την αναλογία ή τον τρόπο εκείνων που εργάζονται την αρετή και κινούνται γύρω από τη θεία γνώση. Και είναι μακάριος εκείνος που κρατεί αβασίλευτο μέσα του, όπως ο Ιησούς του Ναυή(Ι. Ναυή 10, 12-13), τον ήλιο της δικαιοσύνης για όλη τη διάρκεια της ημέρας της παρούσας ζωής, χωρίς να περιορίζεται από τη νύχτα της κακίας και της άγνοιας, για να μπορέσει νόμιμα να κατατροπώσει τους πονηρούς δαίμονες που ξεσηκώνονται εναντίον του.

32. Όταν ανυψώνεται μέσα μας ο Λόγος του Θεού με την πράξη και τη θεωρία, ελκύει όλους προς τον εαυτό Του(Ιω. 12, 32), και τους λογισμούς και λόγους μας γύρω από τη σάρκα και την ψυχή και τη φύση των όντων, και αυτά τα μέλη του σώματος και τις αισθήσεις, αγιάζοντάς τα με την αρετή και τη γνώση και θέτοντάς τα κάτω από τον ζυγό Του. Εκείνος λοιπόν που θεωρεί τα θεία, ας ανεβαίνει με μεγάλη προθυμία, ακολουθώντας το Λόγο μέχρις ότου φτάσει τον τόπο όπου βρίσκεται· γιατί εκεί τον έλκει. Όπως λέει ο Εκκλησιαστής: «Και έλκει στον τόπο Του»(Εκκλ. 1, 5), εννοείται εκείνους που τον ακολουθούν ως Μεγάλο Αρχιερέα· τους οποίους εισάγει στα Άγια των Αγίων όπου για χάρη μας Αυτός πρόδρομος εισήλθε φορώντας την ανθρώπινη φύση(Εβρ. 6, 20).

33. Εκείνος που ασκείται στην ευσέβεια και αντιπαρατάσσεται στις αόρατες δυνάμεις, ας προσεύχεται να παραμένουν σ’ αυτόν και η φυσική διάκριση με το μέτριο φως της, και η φωτιστική χάρη του Πνεύματος. Γιατί η μία παιδαγωγεί με την πρακτική άσκηση τη σάρκα στην αρετή, ενώ η άλλη καταφωτίζει το νου να προτιμά πάνω απ’ όλα να ζει μαζί με τη σοφία, με την οποία γκρεμίζει τα οχυρώματα της κακίας και κάθε τί που υψώνεται υπερήφανα εναντίον της γνώσεως του Θεού(Β΄ Κορ. 10, 5). Το φανερώνει αυτό ο Ιησούς του Ναυή που προσευχήθηκε να σταματήσει ο ήλιος κατά το μέρος της Γαβαών, δηλαδή να μη δύσει το φως της γνώσεως του Θεού από το όρος της νοερής θεωρίας· και η σελήνη στη φάραγγα(Ι. Ναυή 10, 12-13), δηλαδή η φυσική διάκριση που εποπτεύει τη σαρκική αδυναμία, να μένει αμετάβλητη στην αρετή.

34. Η Γαβαών είναι ο νους ο στραμμένος προς τα άνω. Η φάραγγα είναι η σάρκα που έχει ταπεινωθεί με τον θάνατο. Ο ήλιος είναι ο λόγος που φωτίζει το νου και του δίνει δύναμη για τη θεωρία και τον ελευθερώνει από κάθε άγνοια, ενώ η σελήνη είναι ο φυσικός νόμος, ο οποίος πείθει τη σάρκα να υποταχθεί, όπως είναι δίκαιο, στο πνεύμα, για να δεχθεί το ζυγό των εντολών. Η σελήνη είναι σύμβολο της φύσεως, γιατί είναι μεταβλητή. Στους αγίους όμως είναι αμετάβλητη, γιατί απόκτησαν την αμετάβλητη έξη της αρετής.

35. Εκείνοι που ζητούν τον Κύριο, δεν πρέπει να Τον ζητούν έξω από τον εαυτό τους, αλλά μέσα τους, με την έμπρακτη πίστη. Γιατί λέει η Γραφή: «Είναι κοντά σου ο λόγος, στο στόμα σου και στην καρδιά σου»(Ρωμ. 10,8), δηλαδή ο λόγος της πίστεως, γιατί ο ζητούμενος λόγος είναι αυτός ο Χριστός.

36. Και αν σκεφτούμε το ύψος της θεϊκής απεραντοσύνης, ας μην απελπιστούμε για τη φιλανθρωπία του Θεού, ότι τάχα είναι τόσο ψηλά, ώστε δε φτάνει ως εμάς· ούτε να βάλομε στο νου μας το άπειρο βάθος στο οποίο πέσαμε με την αμαρτία και απιστήσομε το αν μπορεί να αναστηθεί η αρετή που νεκρώθηκε μέσα μας. Γιατί και τα δύο είναι δυνατά στο Θεό: και το να κατεβεί και να φωτίσει το νου μας με τη γνώση, και το να αναστήσει πάλι μέσα μας την αρετή και να μας ανυψώσει μαζί Του με τα έργα της αρετής. Γιατί λέει: «να μη σου περάσει η σκέψη, ποιος θα ανεβεί στον ουρανό για να κατεβάσει από εκεί το Χριστό; Ή ποιος θα κατεβεί, στην άβυσσο, για να αναστήσει το Χριστό από τους νεκρούς;»(Ρωμ. 10, 6-7). Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, άβυσσος είναι όλα όσα είναι έπειτα από το Θεό, όλα σε όσα πηγαίνει κατά πρόνοιαν όλος ο λόγος του Θεού, σαν ζωή που επέρχεται στα νεκρά όντα· γιατί όλα όσα ζούν μετέχοντας στη ζωή, καθ’ εαυτά είναι νεκρά. Ως ουρανό δε, εννόησε τη φυσική του Θεού κρυφιότητα, σύμφωνα με την οποία σε όλους είναι ακατάληπτος. Κι αν κανείς εννοήσει ως ουρανό τον λόγο της θεολογίας, και ως άβυσσο το μυστήριο της θείας Οικονομίας, δεν θα πει κάτι ανάρμοστο κατά την γνώμη μου. Γιατί και τα δύο είναι δύσκολο να τα συλλάβουν εκείνοι που επιχειρούν να τα εξετάσουν λογικά· ή μάλλον είναι ολότελα απρόσιτα όταν ερευνώνται χωρίς πίστη.

37. Στον πρακτικό, παχύνεται ο Λόγος με την εξάσκηση των αρετών και γίνεται «σάρκα», στον θεωρητικό λεπτύνεται με τα πνευματικά νοήματα και γίνεται εκείνο που ήταν από την αρχή, Θεός Λόγος μαζί με τον Πατέρα(Ιω. 1, 1-2).

38. Κάνει το λόγο σάρκα εκείνος που με παραδείγματα και λόγια υλικότερα, ανάλογα με τη δυνατότητα κατανοήσεως των ακροατών, διδάσκει την ηθική πλευρά του λόγου. Αντίθετα κάνει πνεύμα τον λόγο, εκείνος που εκθέτει με υψηλά θεωρήματα τη μυστική θεολογία.

39. Εκείνος που θεολογεί καταφατικά, χρησιμοποιώντας θέσεις, κάνει τον λόγο σάρκα, γιατί δε γνωρίζει από αλλού το Θεό ως αίτιο, παρά από όσα βλέπομε και ψηλαφούμε. Εκείνος όμως που θεολογεί αποφατικά, χρησιμοποιώντας αρνήσεις, κάνει πνεύμα τον λόγο, επειδή από την αρχή είναι Θεός. Και γνωρίζει ορθά τον Υπεράγνωστο, χωρίς τη χρήση κανενός απολύτως από όσα μπορούν να γνωσθούν.

40. Εκείνος που έμαθε να ανοίγει, όπως οι Πατριάρχες, με πράξη και θεωρία τα πηγάδια(Γεν. 26, 15-19) της αρετής και της γνώσεως που είναι μέσα του, θα βρει μέσα του το Χριστό, την πηγή της ζωής, από την οποία μας παρακινεί η σοφία να πίνομε με τα εξής λόγια: «Πίνε νερό από τα δικά σου δοχεία και από την πηγή των πηγαδιών σου»(Παροιμ. 5, 15)· το οποίο αν κάνομε, θα βρούμε ότι μέσα μας είναι οι θησαυροί της.

41. Εκείνοι που ζουν σαν κτήνη με μόνη την αίσθηση, κάνουν σάρκα το λόγο με μεγάλο τους κίνδυνο, κάνοντας κατάχρηση στα κτίσματα του Θεού για την ικανοποίηση των παθών, και μη κατανοώντας τη σοφία που βρίσκεται σε όλα τα κτίσματα για να γνωρίσουν και να δοξάσουν το Θεό από τα έργα Του, και ν’ αντιληφθούν από που, και τι, και για ποιο σκοπό γίναμε και που πρέπει να οδηγούμαστε από τα βλεπόμενα, αλλά περνούν τη ζωή αυτή μέσα στο σκοτάδι, ψηλαφώντας μονάχα με τα δυό τους χέρια την αγνωσία γύρω από το Θεό.

42. Εκείνοι που παραμένουν στο γράμμα μόνο της Γραφής και δεσμεύουν το αξίωμα της ψυχής στη σωματική λατρεία του νόμου, κάνουν στον εαυτό τους σάρκα το λόγο με τρόπο αξιοκατηγόρητο και νομίζουν ότι ο Θεός ευχαριστείται με θυσίες άλογων ζώων. Αυτοί φροντίζουν πολύ για την εξωτερική καθαρότητα του σώματος και παραμελούν το κάλλος της ψυχής που λεκιάζεται από τις κηλίδες των παθών, για χάρη της οποίας προσφέρθηκε όλη η δύναμη των ορατών και έχει δοθεί κάθε θείος λόγος και νόμος.

43. Το άγιο Ευαγγέλιο λέει πως ο Κύριος θα γίνει αιτία πτώσεως και αναστάσεως πολλών μέσα στον Ισραηλιτικό λαό(Λουκ. 2, 34). Λοιπόν ας προσέξομε μήπως είναι αιτία πτώσεως σ’ εκείνους που μόνο με την αίσθηση παρατηρούν την ορατή κτίση και μόνο το γράμμα της Γραφής ακολουθούν, γιατί δεν μπορούν να περάσουν και να φτάσουν στο καινούργιο πνεύμα της χάρης λόγω της ανοησίας τους. Και πάλι μήπως είναι αιτία αναστάσεως σ’ εκείνους που και τα κτίσματα και τα λόγια του Θεού τα θεωρούν και τα ακούν πνευματικώς και με τους κατάλληλους τρόπους φροντίζουν μόνον για τη θεία εικόνα της ψυχής.

44. Το ότι ο Κύριος θα γίνει αιτία πτώσεως και αναστάσεως πολλών μέσα στον Ισραήλ, όταν εννοηθεί από τη θετική μόνο άποψη, αναφέρεται στην πτώση των παθών και των πονηρών λογισμών μέσα σε κάθε πιστό, και στην ανάσταση των αρετών και κάθε θεάρεστου λογισμού.

45. Εκείνος που θεωρεί τον Κύριο δημιουργό μόνον εκείνων που γεννιούνται και φθείρονται, Τον παραγνωρίζει ως κηπουρό, όπως η Μαγδαληνή Μαρία. Γι’ αυτό, για να τον ωφελήσει, αποφεύγει το άγγιγμά του ο Κύριος, γιατί δεν μπόρεσε ακόμη να ανεβεί μαζί Του προς τον Πατέρα, και του λέει: «μη με αγγίζεις»(Ιω. 20, 15-17). Γιατί γνωρίζει ο Κύριος ότι βλάπτεται εκείνος που άρχεται σ’ Αυτόν με τέτοια χαμηλή ιδέα.

46. Εκείνοι οι οποίοι από το φόβο των Ιουδαίων κάθησαν στο υπερώο στη Γαλιλαία και έκλεισαν τις θύρες, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι για το φόβο των πνευμάτων της πονηρίας ανέβηκαν με ασφάλεια στο ύψος των θείων θεωρημάτων στη χώρα των Αποκαλύψεων και έκλεισαν σαν θύρες τις αισθήσεις, δέχονται το Λόγο του Θεού και Θεό, που έρχεται με τρόπο άγνωστο και παρουσιάζεται σ’ αυτούς χωρίς να μεσολαβεί η αίσθηση. Σ’ αυτούς, δίνοντάς τους ειρήνη τους χαρίζει απάθεια, και φυσώντας τους τούς χορηγεί το και το Άγιο Πνεύμα(Ιω. 20, 19-22), παρέχει την εξουσία κατά των πονηρών πνευμάτων(Μαρκ. 16, 17) και δείχνει σ’ αυτούς τα σύμβολα των μυστηρίων Του.

47. Για εκείνους που ερευνούν σαρκικά το λόγο περί του Θεού, ο Κύριος δεν ανεβαίνει προς τον Πατέρα. Για εκείνους όμως που τον αναζητούν πνευματικά, με υψηλά θεωρήματα, ανεβαίνει προς τον Πατέρα. Ας μην κρατούμε λοιπόν κάτω για πάντα Εκείνον που ήρθε για χάρη μας κάτω από φιλανθρωπία, αλλά ας πάμε μαζί Του ψηλά προς τον Πατέρα, αφού αφήσομε τη γη και τα γήινα· για να μην πει και σ’ εμάς εκείνο που είπε στους αδιόρθωτους Ιουδαίους: «Όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε να ‘ρθείτε»(Ιω. 8, 21). Γιατί χωρίς το Λόγο, είναι αδύνατο να φτάσομε στον Πατέρα του Λόγου.

48. Η γη των Χαλδαίων είναι ο εμπαθής βίος, στον οποίον φτιάχνονται και προσκυνούνται τα είδωλα των αμαρτημάτων. Η Μεσοποταμία είναι η ασταθής συμπεριφορά που κυμαίνεται ανάμεσα σε αντίθετα άκρα. Η γη της επαγγελίας είναι η κατάσταση που είναι γεμάτη από κάθε καλό. [Καθένας] λοιπόν, που —όπως ο παλαιός Ισραήλ— αμελεί την έξη του αγαθού, παρασύρεται πάλι στη δουλεία των παθών και στερείται την ελευθερία που του δόθηκε.

49. Πρέπει να σημειώσομε ότι κανένας από τους Αγίους δεν φαίνεται να πήγε θεληματικά στη Βαβυλώνα. Γιατί δεν είναι σωστό, ούτε φρόνιμο, να προτιμούν από τα αγαθά, τα χειρότερα, εκείνοι που αγαπούν το Θεό. Μερικούς τώρα από αυτούς, τους οδήγησαν διά της βίας εκεί μαζί με το λαό(Δ΄ Βασ. 25). Με αυτούς νοούμε όποιους άφησαν τον υψηλότερο λόγο της γνώσεως όχι θεληματικά, αλλά γιατί το ζήτησε η περίσταση, για χάρη της σωτηρίας εκείνων που έχουν ανάγκη καθοδηγήσεως, και καταγίνονται με τη διδασκαλία περί παθών. Γι’ αυτό το λόγο και ο μέγας Απόστολος Παύλος έκρινε συμφερότερο να μένει στη σάρκα, δηλαδή στην ηθική διδασκαλία για χάρη των μαθητών, μολονότι είχε όλο τον πόθο να αφήσει την ηθική διδασκαλία και να είναι μαζί με το Θεό(Φιλιπ. 1, 23) με την υπερκόσμια, νοερή και απλή θεωρία.

50. Όπως τον Σαούλ που τον έπνιγε πονηρό πνεύμα, τον καταπράυνε ο μακάριος Δαβίδ, ψάλλοντας με την κιθάρα του(Α΄ Βασιλ. 16, 12), έτσι κάθε λόγος πνευματικός που γλυκαίνεται με θεωρίες της γνώσεως, γαληνεύει το νου που επηρεάζεται από δαίμονες και τον ελευθερώνει από την πονηρή συνείδηση που τον πνίγει.

51. Πυρρόξανθος με ωραία μάτια είναι, όπως ήταν ο Δαβίδ(Α΄ Βασ. 17, 42), εκείνος που μαζί με τη λαμπρότητα της κατά Θεόν ζωής έχει και την επιπλέον λάμψη της γνώσεως, με τις οποίες παίρνουν ύπαρξη η πράξη και η θεωρία. Η πράξη λαμπρύνεται με τους τρόπους των αρετών, η θεωρία φωτίζεται με θεία νοήματα.

52. Η βασιλεία του Σαούλ είναι εικόνα της σωματικής λατρείας του Νόμου, την οποία κατάργησε ο Κύριος γιατί τίποτε δεν έφερε στην τελειότητα. Γιατί λέει: «Τίποτε δεν έφερε στην τελειότητα ο Νόμος»(Εβρ. 7, 19). Η βασιλεία όμως του μεγάλου Δαβίδ είναι προτύπωση της ευαγγελικής λατρείας, γιατί περιέχει τέλεια τα εγκάρδια θελήματα του Θεού.

53. Ο Σαούλ είναι ο φυσικός νόμος που δόθηκε από τον Κύριο στην αρχή για να εξουσιάζει την ανθρώπινη φύση. Αυτός, επειδή δεν τήρησε την εντολή με την παρακοή του, γιατί λυπήθηκε τον Αγάγ, τον βασιλιά του Αμαλήκ(Α΄ Βασ. 15, 8-28), δηλαδή το σώμα, και γλίστρησε στα πάθη, διώχνεται από τη βασιλεία, για να παραλάβει τον Ισραήλ ο Δαβίδ, δηλαδή ο νόμος του πνεύματος, που γεννά την ειρήνη, η οποία κτίζει ολόλαμπρο για το Θεό το ναό της θεωρίας(Β΄ Βασ. 7,13).

54. [Σαμουήλ] ερμηνεύεται υπακοή Θεού. Εφόσον λοιπόν ιερατεύει μέσα μας ο λόγος της υπακοής, και αν ακόμη ο Σαούλ λυπηθεί τον Αγάγ, δηλαδή το γήινο φρόνημα, αλλ’ όμως το σκοτώνει ο ιερέας λόγος και επιπλήττει καταντροπιάζοντας το νου που αγαπά την αμαρτία, ως παραβάτη των θείων δικαιωμάτων(Α΄ Βασ. 15, 22 και 33).

55. Όταν ο νους από υπερηφάνεια καταφρονήσει το λόγο της διδασκαλίας, ο οποίος τον έχρισε βασιλιά εναντίον των παθών, και πάψει να του απευθύνει τις κατάλληλες ερωτήσεις για το τι πρέπει να κάνει και τι να μην κάνει, κυριεύεται οπωσδήποτε από τα πάθη λόγω της άγνοιας. Με τα πάθη χωρίζεται σταδιακά από το Θεό, οπότε βαδίζει προς τις αθέλητες θλίψεις· και τότε κάνει Θεό την κοιλιά του προς ευχαρίστηση των δαιμόνων, ζητώντας από εκεί παρηγοριά των δεινών του. Ας σε πείσει σ’ αυτό, το παράδείγμα του Σαούλ που δεν είχε σε όλα σύμβουλο τον Σαμουήλ και γύρισε κατά συνέπειαν στην ειδωλολατρία και καταδεχόταν να ερωτά σαν κάποιο θεό την εγγαστρίμυθο(Α΄ Βασ. 28, 7-19).

56. Εκείνος που προσεύχεται να λάβει τον επιούσιο άρτο(Ματθ. 6, 11), δεν τον δέχεται οπωσδήποτε ολόκληρο, όπως είναι ο άρτος, αλλά όσο μπορεί αυτός να δεχτεί. σε όλους όσοι τον ζητούν δίνει τον εαυτό Του ο Άρτος της ζωής(Ιω. 6, 35), ως φιλάνθρωπος, όχι όμως με όμοιο μέτρο σε όλους, αλλά σ’ εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα έργα αρετής, περισσότερο, σ’ εκείνους που έχουν κάνει μικρότερα, λιγότερο. Στον καθένα αναλόγως, όσο μπορεί να δεχτεί η δύναμη του νου του.

57. Ο Κύριος άλλοτε λείπει μακριά, άλλοτε είναι μέσα μας. Κατά τη θεωρία πρόσωπο προς πρόσωπο είναι μέσα μας· κατά τη θεωρία σαν σε καθρέφτη, ώστε να μένουν αινίγματα(Α΄ Κορ. 13, 12), λείπει.

58. Στον πρακτικό, ο Κύριος είναι παρών με τις αρετές. από εκείνον που δεν λογαριάζει διόλου την αρετή, λείπει μακριά. Και πάλι στον θεωρητικό είναι παρών με την αληθινή γνώση των όντων από εκείνον που σφάλλει σε κάτι από αυτήν, λείπει μακριά.

59. Απομακρύνεται από την σάρκα(Β΄ Κορ. 5, 8) εκείνος που από την πρακτική πέρασε στην κατάσταση της γνώσεως. Αυτός αρπάζεται με τα υψηλότερα νοήματα, σαν με σύννεφα, στο διάφανο αέρα της μυστικής θεωρίας, όπου θα μπορεί να είναι πάντοτε μαζί με τον Κύριο(Α΄ Θεσ. 4, 17). Φεύγει από τον Κύριο(Β΄ Κορ. 5, 6) εκείνος που δεν μπορεί ακόμη, χωρίς τις ενέργειες των αισθήσεων, με καθαρό νου να θεωρήσει τα νοήματα, όσο αυτό είναι εφικτό, και δεν μπορεί να δεχτεί τον λόγο του Κυρίου απλό και χωρίς αινίγματα.

60. Ο Λόγος του Θεού δε λέγεται «σάρκα»(Ιω. 1, 14) μόνο γιατί σαρκώθηκε, αλλά και για άλλη αιτία. Όταν νοείται απλώς ως Θεός Λόγος που είναι από την αρχή μαζί με το Θεό Πατέρα(Ιω. 1, 1-2) και που έχει σαφή και γυμνά τα πρότυπα της αλήθειας για όλα, τότε δεν περιέχει παραβολές και αινίγματα, ούτε ιστορίες που έχουν ανάγκη από αλληγορική ερμηνεία. Όταν όμως έρθει προς ανθρώπους που δεν μπορούν με γυμνό νου να προσεγγίσουν γυμνά τα νοητά, τότε μιλώντας σ’ αυτούς με το συνηθισμένο σ’ αυτούς τρόπο, συγκροτείται από την ποικιλία των ιστοριών, των αινιγματικών φράσεων, των παραβολών και των δυσνόητων λόγων και γίνεται σάρκα. Γιατί στο πρώτο πλησίασμα, δεν πλησιάζει ο νους μας σε γυμνό λόγο, αλλά σε λόγο σαρκωμένο, δηλαδή στην ποικιλία των λέξεων, που είναι λόγος κατά τη φύση, αλλά σάρκα στην όψη, ώστε οι πολλοί όχι μόνο να τον βλέπουν, αλλά και να τον πιστεύουν σάρκα, κι ας είναι πράγματι λόγος. Η έννοια της Γραφής δεν είναι εκείνη που νομίζουν οι πολλοί, αλλά άλλη από εκείνη που φαίνεται. Γιατί ο λόγος γίνεται σάρκα με καθένα από τα γραμμένα λόγια.

61. Η αρχή της μαθητείας των ανθρώπων στην ευσέβεια γίνεται από τη σάρκα. Γιατί κατά την πρώτη προσπάθειά μας για τη θεοσέβεια συναντούμε το γράμμα και όχι το πνεύμα. Προχωρώντας όμως σταδιακά στο πνεύμα και πελεκώντας την παχύτητα των λέξεων με τα πιο λεπτά θεωρήματα, φτάνομε καθαρά στον καθαρό Χριστό, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο. Μπορούμε τότε να λέμε όπως ο Απόστολος: «Αν και γνωρίσαμε κατά σάρκα το Χριστό, τώρα όμως δεν τον γνωρίζομε πλέον με τον ίδιο τρόπο»(Β΄ Κορ. 5, 16), λόγω δηλαδή της άμεσης επαφής του νου με το Λόγο χωρίς τα καλύμματα που τον σκεπάζουν, επειδή προκόψαμε από τη γνώση του Λόγου ως σάρκας, στη γνώση της δόξας Του που έχει ως μονογενής από τον Πατέρα(Ιω. 1, 14).

62. Εκείνος που έζησε την εν Χριστώ ζωή, ξεπέρασε τη δικαιοσύνη και του νόμου και της φύσεως. Αυτό δείχνοντας ο Απόστολος, λέει: «Στην καινούργια ζωή της κοινωνίας με το Χριστό ούτε η περιτομή αξίζει τίποτε, ούτε η ακροβυστία»(Γαλ. 5, 6). Με την περιτομή φανερώνει τη νομική δικαιοσύνη, με την ακροβυστία υπαινίσσεται τη φυσική ισότητα.

63. Άλλοι αναγεννιούνται με νερό και πνεύμα(Ιω. 3, 5), άλλοι δέχονται το βάπτισμα με Άγιο Πνεύμα και φωτιά(Ματθ. 3, 11). Με τα τέσσερα αυτά, το νερό, το πνεύμα, τη φωτιά και το Πνεύμα το Άγιο, νοώ το ένα και το αυτό Πνεύμα του Θεού. Σε άλλους το Άγιο Πνεύμα είναι νερό επειδή καθαρίζει τους εξωτερικούς σωματικούς μολυσμούς. Σε άλλους είναι πνεύμα, γιατί ενεργεί τα αγαθά έργα της αρετής. Σε άλλους είναι φωτιά, γιατί καθαρίζει τις εσωτερικές κηλίδες που είναι βαθιά στην ψυχή. Σε άλλους είναι, όπως λέει ο μέγας Δανιήλ(Δαν. 5, 11), Πνεύμα Άγιο γιατί χορηγεί σοφία και γνώση. Από τις ενέργειές Του, που είναι διάφορες στον καθένα, παίρνει διάφορες ονομασίες το ένα και το αυτό Πνεύμα.

64. Ο Νόμος έδωσε το σάββατο για να αναπαυθεί, λέει, το υποζύγιό σου και ο δούλος σου(Έξ. 20, 10). Και τα δύο αυτά υπαινίσσονται το σώμα. Γιατί το σώμα είναι υποζύγιο του πρακτικού νού που αναγκάζεται διά της βίας να σηκώνει το βάρος της πρακτικής ασκήσεως των αρετών. Ενώ του θεωρητικού είναι δούλος το σώμα, γιατί έγινε πλέον λογικό με τις θεωρίες και υπηρετεί λογικά στις διαταγές του νου που ξεκινούν από τη θεία γνώση. Και για τα δύο υπάρχει σάββατο, που είναι η περάτωση των καλών που αυτά ενεργούν, τόσο στην πράξη όσο και τη θεωρία, και δίνει στο καθένα την κατάλληλη ανάπαυση.

65. Εκείνος που καλλιεργεί την αρετή με την πρέπουσα γνώση, έχει υποζύγιο το σώμα και το οδηγεί λογικά στην ενέργεια όσων πρέπει. Δούλο του εχει τον τρόπο της πρακτικής ασκήσεως της αρετής, δηλαδή αυτόν τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνει να σχηματίζεται η αρετή, που τον αγόρασε σαν με χρήματα με τους λογισμούς της διακρίσεως. Σάββατο γι’ αυτόν είναι η απαθής και ειρηνική κατάσταση της ψυχής και του σώματος, δηλαδή η αμετάβλητη έξη της αρετής.

66. Ο λόγος του Θεού, σ’ εκείνους που φροντίζουν περισσότερο για τα σωματικά είδη της αρετής, γίνεται άχυρο και χορτάρι που τρέφει το παθητικό μέρος της ψυχής για να υπηρετεί τις αρετές. Σ’ εκείνους που έχουν υψωθεί στη θεωρία της πραγματικής κατανοήσεως των θείων, είναι άρτος που τρέφει το νοερό μέρος της ψυχής και την ανεβάζει στη θεοειδή τελειότητα. Γι’ αυτό βλέπομε τους Πατριάρχες να εφοδιάζονται για το δρόμο με άρτους για τον εαυτό τους και χορτάρι για τα ζώα τους(Έξ. 42, 25-27). Και ο Λευΐτης του βιβλίου των Κριτών που φιλοξενήθηκε από τον γέροντα στη Γαβαών, του είπε: «Έχομε και άρτους για μας και άχυρα για τους όνους μας, και δε λείπει τίποτε από τους δούλους σου»(Κριτ. 19, 19).

67. Ο λόγος του Θεού λέγεται και είναι δροσιά(Δευτ. 32,2), νερό, πηγή(Ιω. 4, 14) και ποταμός(Ιω. 7, 38), όπως λέει η Γραφή, δηλαδή είναι και γίνεται αυτά αναλόγως με τη δύναμη εκείνων που τον δέχονται. Σε άλλους είναι δροσιά, γιατί σβήνει την πύρωση και ενέργεια των παθών, που τους έρχεται στο σώμα από έξω. Σ’ εκείνους που ψήνονται στα βάθη τους από το φαρμάκι της κακίας είναι νερό, όχι μόνο γιατί καταστρέφει την κακία ως αντίμαχός της, αλλά και γιατί μεταδίδει ζωτική δύναμη που οδηγεί στη μακαριότητα. Σ’ εκείνους που η έξη της θεωρίας αναβλύζει αενάως, είναι πηγή γιατί είναι χορηγός σοφίας. Σ’ εκείνους που χύνουν σαν ποτάμι την ευσεβή και ορθή και σωτήρια διδασκαλία, είναι ποταμός γιατί ποτίζει άφθονα ανθρώπους και κτήνη και θηρία και φυτά. Έτσι και οι άνθρωποι θα θεωθούν καθώς θ’ ανυψωθούν με τα νοήματα των λεγομένων και εκείνοι που αποκτηνώθηκαν με τα πάθη θα γίνουν πάλι άνθρωποι με την ακριβή κατόρθωση της ενάρετης ζωής, και θα ξαναπάρουν τη φυσική λογικότητα· και εκείνοι που έγιναν θηρία με τις πονηρές συνήθειες και κακές πράξεις, αφού εξημερωθούν με την ήπια και απαλή παρακίνηση, θα ξαναγυρίσουν στη φυσική ημερότητα· και εκείνοι που σαν φυτά είναι αναίσθητοι στα αγαθά, αφού μαλακώσουν με την είσοδο του λόγου βαθιά μέσα τους, θα δεχθούν τη γονιμότητα του λόγου που τους διατρέφει, αποκτώντας αίσθηση και δύναμη προς καρποφορία.

68. Ο λόγος του Θεού είναι οδός(Ιω. 14, 6) για κείνους που κατά την πρακτική άσκηση τρέχουν σωστά και δυνατά στο στάδιο της αρετής και μήτε δεξιά κλίνουν με την κενοδοξία, μήτε αριστερά με τη ροπή προς τα πάθη, καθώς κατευθύνει τα βήματά τους σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Αυτό δεν το τήρησε μέχρι το τέλος ο Ασά ο βασιλεύς Ιούδα, γι’ αυτό και λέγεται ότι στα γηρατειά του ασθένησε στα πόδια(Γ΄ Βασ. 15, 23), επειδή είχε εξασθενήσει στο δρόμο του κατά Θεόν βίου.

69. Θύρα λέγεται ο Λόγος του Θεού(Ιω. 10, 9) γιατί εισάγει στη θεία γνώση εκείνους που πέρασαν μ’ επιτυχία το δρόμο των αρετών κατά την αψεγάδιαστη πορεία της πρακτικής ασκήσεως, και σαν φως δείχνει τους ολοφώτεινους θησαυρούς της σοφίας. Ο ίδιος είναι και οδός και θύρα και κλειδί και βασιλεία. Είναι οδός, ως οδηγός· κλειδί, γιατί ανοίγει στους άξιους τα θεία και ανοίγεται και ο ίδιος· θύρα γιατί εισάγει· και βασιλεία, γιατί κληρονομείται και μετέχεται από όλους.

70. Ο Κύριος λέγεται φως και ζωή και ανάσταση και αλήθεια(Ιω. 8, 12· 11, 25· 14, 6). Λέγεται φως γιατί κάνει λαμπρές τις ψυχές και διώχνει το σκοτάδι της άγνοιας και φωτίζει το νου για να κατανοεί τα απόρρητα και δείχνει τα μυστήρια που μπορούν να δουν μόνον οι καθαροί. Ζωή λέγεται, γιατί δίνει την κίνηση προς τα θεία που αρμόζει στις ψυχές που αγαπούν τον Κύριο. Ανάσταση, γιατί ανασταίνει το νου από τη νεκρή προσκόλληση στα υλικά καθαρό από κάθε φθορά και νεκρότητα. Και αλήθεια, γιατί χαρίζει στους αξίους αμετάβλητη και σταθερή την έξη των αγαθών.

71. Ο Θεός και Λόγος του Θεού και Πατέρα βρίσκεται μυστικά μέσα σε κάθε μια από τις εντολές Του. Ο Θεός και Πατέρας είναι όλος αχώριστος σε όλο το Λόγο Του εκ φύσεως. Εκείνος λοιπόν που δέχεται μια θεία εντολή και την πράττει, δέχεται το Λόγο του Θεού που υπάρχει μέσα σ’ αυτήν. Εκείνος που δέχθηκε το Λόγο διά μέσου των εντολών, διά μέσου Αυτού δέχθηκε και [τον Πατέρα που υπάρχει εκ φύσεως μέσα σ’ Αυτόν, όπως επίσης και] το Πνεύμα που εκ φύσεως υπάρχει μέσα σ’ Αυτόν. Γιατί λέει: «Σας λέω αλήθεια, όποιος δέχεται αυτόν που θα στείλω, δέχεται εμένα· κι όποιος δέχεται εμένα, δέχεται αυτόν που μ’ έχει στείλει»(Ιω. 13, 20). Εκείνος λοιπόν που έλαβε εντολή και την τήρησε, έλαβε και έχει μυστικά την Αγία Τριάδα.

72. Δοξάζει το Θεό στο πρόσωπό του, όχι εκείνος που με λόγια μόνο τιμά το Θεό, αλλά εκείνος που υπομένει για το Θεό τους κόπους και τα παθήματα για χάρη της αρετής. Και αντιδοξάζεται από το Θεό με τη δόξα που βρίσκεται στο Θεό, παίρνοντας σαν έπαθλο της αρετής τη χάρη της απάθειας κατά μέθεξη. Γιατί ο καθένας που στο πρόσωπό του δοξάζει το Θεό με τους κόπους της πρακτικής ασκήσεως για χάρη της αρετής, δοξάζεται κι ο ίδιος μέσα στο Θεό με την απαθή έκλαμψη των θείων κατά τη θεωρία. Γιατί ο Κύριος, ερχόμενος προς το Πάθος, έλεγε: «Τώρα δοξάστηκε ο Υιός του ανθρώπου, και σ’ αυτόν δοξάστηκε ο Θεός· και ο Θεός θα τον δοξάσει με τον εαυτό Του, και θα τον δοξάσει αμέσως»(Ιω. 13, 31-32). Από αυτό γίνεται φανερό ότι στους κόπους για χάρη της αρετής ακολουθούν τα θεία χαρίσματα.

73. Όσο βλέπομε το Λόγο του Θεού σωματωμένο στο γράμμα της αγίας Γραφής με τα διάφορα αινίγματα, δεν έχομε δει ακόμη νοητώς τον ασώματο και απλό και ενιαίο και μόνο Πατέρα μέσα στον ασώματο και απλό και ενιαίο και μόνο Υιό, κατά το ρητό: «Όποιος έχει δει έμενα, έχει δει και τον Πατέρα· και εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα, κι ο Πατέρας σ’ εμένα»(Ιω. 14, 9-10). Υπάρχει λοιπόν ανάγκη από πολλή γνώση, ώστε, αφού περάσομε προηγουμένως κάτω από τα λόγια που καλύπτουν το Λόγο, έτσι με γυμνό το νου να δούμε καθαρό τον Λόγο, όπως είναι καθ’ εαυτόν, να μας δείχνει καθαρά, όσο είναι εφικτό στους ανθρώπους, τον Πατέρα που είναι μέσα Του. Γι’ αυτό, είναι ανάγκη, εκείνος που επιζητεί με ευσέβεια το Θεό, να μην πιάνεται από κανένα ρητό της Γραφής, για να μην απατηθεί παίρνοντας αντί του Θεού τα γύρω από το Θεό· δηλαδή αντί του Λόγου, δεχόμενος λανθασμένα το γράμμα της Γραφής, ενώ ο Λόγος έχει διαφύγει από το νου, που κρατώντας το περίβλημα νομίζει ότι κρατά τον ασώματο Λόγο. Και συμβαίνει όπως με την Αιγυπτία, που κράτησε όχι τον Ιωσήφ, αλλά τα ρούχα του(Γεν. 39,12), και όπως με τους παλαιούς ανθρώπους, οι οποίοι παραμένοντας μόνο στην ομορφιά των ορατών, χωρίς να καταλάβουν λάτρευαν τη κτίση και όχι τον Κτίστη(Ρωμ. 1, 25).

74. Ο λόγος της αγίας Γραφής, όταν ξεντυθεί μέσω των υψηλοτέρων νοημάτων τη σύνθεση των λέξεων που είναι σωματικά διαμορφωμένες πάνω του, φανερώνεται σαν να υπάρχει στον ήχο λεπτής αύρας στο διορατικό νου, ο οποίος με την ακρα απόθεση των φυσικών ενεργειών του μπόρεσε να λάβει αίσθηση μόνο της απλότητας που κάνει κάπως γνωστό το λόγο, όπως ο μέγας Ηλίας που αξιώθηκε στο σπήλαιο Χωρήβ να δει αυτή την δράση(Γ΄ Βασ. 19, 12-13). Χωρήβ εξηγείται νεοοργωμένη γη, που σημαίνει την μόνιμη απόκτηση των αρετών με το νέο πνεύμα της χάρης. Το σπήλαιο είναι η κρυφιότητα της σοφίας του νου, στην οποία όποιος φτάσει θα αισθανθεί μυστικά τη γνώση εκείνη που υπερβαίνει την αίσθηση· στη γνώση αυτή λέγεται ότι βρίσκεται ο Θεός. Ο καθένας λοιπόν που ζητεί αληθινά το Θεό, όπως ο μέγας Ηλίας, δε θα φτάσει μόνο στο Χωρήβ, δηλαδή ως πρακτικός στην έξη των αρετών, αλλά και στο σπήλαιο που είναι στο Χωρήβ, δηλαδή ως θεωρητικός θα φτάσει στην κρυφιότητα της σοφίας, η οποία βρίσκεται μόνο στην έξη των αρετών.

75. Όταν ο νους αποτινάξει τις πολλές δοξασίες που έχει περί των όντων, τότε φαίνεται σ’ αυτόν καθαρός ο λόγος της αλήθειας, ο οποίος του δίνει τις υποδείξεις της πραγματικής γνώσεως και απομακρύνει τις προηγούμενες εμπαθείς αντιλήψεις σαν λέπια από τα μάτια του, όπως έγινε στον θεσπέσιο και μέγα Απόστολο Παύλο(Πράξ. 9, 18). Γιατί λέπια είναι πράγματι, που επικάθονται στο διορατικό μέρος της ψυχής και εμποδίζουν το πέρασμα στον καθαρό λόγο της αλήθειας, και οι γνώμες που στηρίζονται στο γράμμα μόνο της Γραφής, και οι κατά την αίσθηση εμπαθείς θεωρίες των ορατών.

76. Ο θείος Απόστολος Παύλος είπε ότι εχει μερική γνώση του Λόγου(Α΄ Κορ. 13, 9), ενώ ο μέγας Ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι είδε τη δόξα Του. «Είδαμε, λέει, τη δόξα Του που την έχει ως μονογενής από τον Πατέρα· ήταν γεμάτος από χάρη και αλήθεια»(Ιω. 1, 14). Ίσως ο άγιος Παύλος είπε ότι εχει μερική γνώση του Λόγου ως Θεού· γιατί από τις ενέργειές Του μόνο γνωρίζεται κάπως, ενώ η γνώση της ουσίας και της υποστάσεώς Του είναι εξίσου απλησίαστη και στους αγγέλους και στους ανθρώπους. Ο άγιος Ιωάννης πάλι, που μυήθηκε τέλεια —όσο είναι δυνατόν σε άνθρωπο— στο λόγο της ενανθρωπήσεως του Λόγου, είπε ότι είδε τη δόξα του ένσαρκου Λόγου, δηλαδή είδε το λόγο, το σκοπό, για τον οποίο ο Θεός έγινε άνθρωπος γεμάτος χάρη και αλήθεια. Γιατί ο Μονογενής δεν χαριτώθηκε ως Θεός που είναι κατά την ουσία και ομοούσιος με το Θεό Πατέρα, αλλά καθώς έγινε φύσει άνθρωπος κατ’ οικονομία και ομοούσιος με μας, χαριτώθηκε για μας που έχομε ανάγκη από χάρη. Και από την πληρότητα της δικής Του χάρης δεχόμαστε πάντοτε σε κάθε προκοπή μας την ανάλογη χάρη. Ώστε εκείνος που φύλαξε το λόγο τελείως καθαρό μέσα του, θα λάβει τη δόξα τη γεμάτη από χάρη και αλήθεια του Θεού Λόγου που σαρκώθηκε για μας και που δόξασε ως άνθρωπος για χάρη μας και άγιασε τον εαυτό Του κατά τον καιρό της επίγειας παρουσίας Του. Γιατί λέει: «Όταν φανερωθεί, θα είμαστε όμοιοι με Αυτόν»(Α΄ Ιω. 3, 2).

77. Έως ότου η ψυχή μεταβαίνει από δύναμη σε δύναμη(Β΄ Κορ. 3, 18) και από δόξα σε δόξα(Ψαλμ. 83, 8), δηλαδή πραγματοποιεί μεγαλύτερη προκοπή από αρετή σε αρετή και υψηλότερη ανάβαση από γνώση σε γνώση, δεν έπαψε να κατοικεί εδώ προσωρινά, σύμφωνα με το λόγο: «Είναι πολύς καιρός που παροικεί η ψυχή μου»(Ψαλμ. 119, 6). Γιατί είναι πολύ το διάστημα και το πλήθος των γνώσεων που πρέπει αυτή να περάσει ώσπου να φτάσει στον τόπο της θαυμαστής σκηνής, ως τον οίκο του Θεού, με φωνή αγαλλιάσεως και εορταστικό ήχο(Ψαλμ. 41, 5), προσθέτοντας πάντοτε φωνή νοερή στις νοερές φωνές με την προκοπή στις θείες θεωρίες, μαζί με τη μεγάλη αγαλλίαση του νού — τη χαρά δηλαδή και την ανάλογη ευχαριστία για όσα έχουν θεωρηθεί. Γιατί τέτοιες εορτές εορτάζουν εκείνοι που έλαβαν το πνεύμα της χάρης στις καρδιές τους και φωνάζουν: «Αββά, Πατέρα»(Γαλ. 4, 6).

78. Ο τόπος της θαυμαστής σκηνής είναι η απαθής και αδιατάρακτη έξη των αρετών, κατά την οποία ο Λόγος του Θεού καταστολίζει σαν σκηνή την ψυχή με διάφορα είδη αρετών. Ο οίκος του Θεού είναι η γνώση που αποτελείται από πολλά και διάφορα θεωρήματα, κατά την οποία έρχεται ο Θεός στην ψυχή και την γεμίζει από τον κρατήρα της σοφίας. Η φωνή της αγαλλιάσεως είναι το σκίρτημα της ψυχής για τον πλούτο των αρετών. Εξομολόγηση είναι η ευχαριστία για τη δόξα της ευωχίας της σοφίας. Και ο ήχος είναι η συνεχής μυστική δοξολογία που παράγεται από τη σύγκραση και των δύο, δηλαδή της αγαλλιάσεως και της εξομολογήσεως.

79. Εκείνος που νίκησε παλεύοντας με γενναιότητα τα πάθη του σώματος και πολέμησε αρκετά τα ακάθαρτα πνεύματα και έδιωξε τα νοήματά τους από τη χώρα της ψυχής του, ας προσεύχεται να του δοθεί καρδιά καθαρή και να εγκατασταθεί στα βάθη Του πνεύμα ευθύτητας(Ψαλμ. 50,12). Να αδειάσει δηλαδή τελείως από τους φαύλους λογισμούς και να γεμίσει από τις θειες έννοιες με τη χάρη, ώστε να μεταβληθεί σε κόσμο νοητό του Θεού, λαμπρό και μεγάλο, [αποτελούμενο] από ηθικά και φυσικά και θεολογικά θεωρήματα.

80. Εκείνος που έκανε καθαρή την καρδιά του, δε θα γνωρίσει τους λόγους των υψηλών και μετά το Θεό όντων μόνο, αλλά μετά την προσπέραση όλων, βλέπει κάπως και αυτόν το Θεό, κι αυτό είναι το ακρότατο όριο όλων των αγαθών. Όταν ο Θεός έρθει σ’ αυτή την καρδιά, την αξιώνει να χαράξει σ’ αυτή τα δικά Του γράμματα μέσω του Πνεύματος, σαν να ήταν οι πλάκες του Μωυσή(Έξ. 31, 18)· και τόσο περισσότερο, όσο αυτή επιδόθηκε στην πράξη και τη θεωρία, σύμφωνα με την εντολή που προστάζει μυστικά, «να αυξάνεσαι»(Γεν. 35, 11).

81. Καρδιά καθαρή λέγεται ίσως εκείνη, που δεν έχει με κανένα τρόπο καμιά φυσική κίνηση προς ο,τιδήποτε· στην οποία έρχεται ο Θεός και, σαν σε πίνακα καλά καθαρισμένο από την άκρα απλότητα, γράφει τους δικούς Του νόμους.

82. Καρδιά καθαρή είναι εκείνη που παρουσίασε στο Θεό τελείως ασχημάτιστη και αδιαμόρφωτη τη μνήμη και έτοιμη να σφραγισθεί μόνο με τα δικά Του σημεία, με τα οποία συμβαίνει να φανερώνεται ο Θεός.

83. Ο νους του Χριστού τον οποίο αποκτούν οι άγιοι σύμφωνα με εκείνον που είπε: «Εμείς έχομε νουν Χριστού»(Α΄ Κορ. 2, 16), δεν δημιουργείται σ’ εμάς με στέρηση της δυνάμεως του νού που έχομε, ούτε ως συμπλήρωμα του δικού μας νου, ούτε ότι έρχεται κατά την ουσία και την υπόστασή του στο δικό μας νου, αλλά με τη θεία ιδιότητά του λαμπρύνει τη δύναμη του νου μας και την οδηγεί στην ενέργεια την ίδια με τη δική του. Εγώ λέω ότι νουν Χριστού έχει εκείνος ο οποίος νοεί όπως ο Χριστός και μέσω όλων νοεί Αυτόν.

84. Σώμα Χριστού λεγόμαστε πως είμαστε, σύμφωνα με το λόγο: «Εμείς είμαστε σώμα του Χριστού και επιμέρους μέλη Του»(Α΄ Κορ. 12, 27). Και γινόμαστε εκείνο το σώμα όχι γιατί στερούμαστε τα σώματά μας, ούτε πάλι γιατί εκείνο άρχεται κατά την υπόστασή του σε μας ή διαμελίζεται, αλλά γιατί, όμοια με την σάρκα του Κυρίου, τινάζομε από πάνω μας τη φθορά της αμαρτίας. Όπως ο Χριστός, νοούμενος ως άνθρωπος, ήταν κατά φύση αναμάρτητος και στο σώμα και στην ψυχή, ετσι κι εμείς που πιστέψαμε σ’ Αυτόν μπορούμε να είμαστε χωρίς αμαρτία.

85. Αναφέρονται στη Γραφή και χρονικοί αιώνες που περιλαμβάνουν τη συντέλεια άλλων αιώνων, σύμφωνα με το: «Τώρα όμως μια φορά με τη συντέλεια των αιώνων κτλ.»(Εβρ. 9, 26). Επίσης και άλλοι αιώνες που δεν έχουν χρονική φύση, μετά τον παρόντα αιώνα που άρχισε με τη συντέλεια των αιώνων, κατά το λόγο: «Για να δείξει στους αιώνες που έρχονται τον υπερβολικό πλούτο κτλ.»(Εφ. 2, 7). Βρίσκομε στη Γραφή πλήθος αιώνων, και περασμένων και τωρινών και μελλοντικών. Είναι και αιώνες αιώνων(Ψαλμ. 83, 5), και αιώνας του αιώνα(Ψαλμ. 9, 6), και χρόνοι αιώνιοι(Β΄ Τιμ. 1, 9), και γενεές που συνδέονται με αιώνες(Γεν. 9, 12). Και για να μην επεκτεινόμαστε τώρα πολύ εξω από το θέμα μας, λέγοντας τι θέλει να φανερώσει ο λόγος με τους χρονικούς αιώνες και τι με τους αιώνιους χρόνους και τις γενεές, και ποιοι πάλι είναι απλώς αιώνες, και ποιοι οι αιώνες των αιώνων, και ποιος είναι απλώς ο αιώνας του αιώνα, ας επανέλθομε στο σκοπό για τον οποίο τα αναφέραμε αυτά, αφήνοντας τη μελέτη τους στους φιλομαθείς.

86. Γνωρίζομε τι είναι κατά τη Γραφή το υπεραιώνιο. Ότι υπάρχει το δήλωσε· τι όμως είναι αυτό δεν το κατονόμασε, όπως στο λόγο: «Ο Κύριος βασιλεύει κατά τον αιώνα και στον αιώνα και παραπέρα»(Έξ. 15, 18). Επομένως η αδιατάρακτη βασιλεία του Θεού είναι κάτι που υπερβαίνει τους αιώνες· γιατί δεν επιτρέπεται βέβαια να πούμε ότι έχει λάβει αρχή η βασιλεία του Θεού ή ότι αναφαίνεται από τους αιώνες ή τους χρόνους. Πιστεύομε ότι αυτή είναι η κληρονομία εκείνων που σώζονται, και η διαμονή και ο τόπος τους, όπως παραδίδει ο αληθινός λόγος, γιατί είναι το τέλος εκείνων που κινούνται με πόθο προς το έσχατο επιθυμητό. Όταν φτάσουν σ’ αυτό, δέχονται την παύση οποιασδήποτε κινήσεως, γιατί δεν υπάρχει πλέον γι’ αυτούς χρόνος ή αιώνας που πρέπει να τον διανύσουν· έφτασαν πλέον στο Θεό που υπάρχει προ πάντων των αιώνων και τον οποίο δεν μπορεί να φτάσει η φύση των αιώνων.

87. Όσο χρόνο κανείς είναι στη ζωή αυτή, και αν ακόμη στην εδώ κατάσταση φτάσει το τέλος της πράξεως και θεωρίας, εχει μερική μόνο τη γνώση και την προφητεία και τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος, και όχι όλο το πλήρωμα. Θα έρθει κάποτε μετά την περάτωση των αιώνων στην τέλεια κατάληξη που δείχνει πρόσωπο προς πρόσωπο(Α΄ Κορ. 13, 12) στους άξιους καθ’ εαυτήν την αλήθεια, ώστε να μην έχει πλέον μέρος μόνο του πληρώματος, αλλά να παίρνει κατά μέθεξη ολόκληρο το πλήρωμα της χάρης. Γιατί λέει ο θείος Απόστολος ότι θα φτάσουν, εννοείται όλοι οι σωζόμενοι, να γίνουν άνδρες τέλειοι στο μέτρο του πληρώματος του Χριστού(Εφ. 4, 13), στον οποίο είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως(Κο. 2, 3)· όταν αυτοί φανερωθούν, θα καταργηθεί το επιμέρους.

88. Μερικοί θέλουν να μάθουν πώς θα είναι η κατάσταση εκείνων που θα αξιωθούν την τελειότητα της βασιλείας του Θεού. Ποιο από τα δύο, θα είναι κατάσταση προόδου και μεταβάσεως, ή στατικής ταυτότητας; Και πώς πρέπει να νομίζομε ότι θα είναι οι ψυχές και τα σώματα; Σ’ αυτό μπορεί ν’ απαντήσει κανείς εύστοχα μ’ ενα παράδειγμα: στη σωματική ζωή, είναι διπλός ο λόγος της τροφής. Ο ένας είναι για να αυξηθεί το σώμα και ο άλλος για να συντηρηθεί. Μέχρις ότου ολοκληρωθεί η σωματική μας ανάπτυξη, τρεφόμαστε για αύξηση, όταν όμως το σώμα σταματήσει να μεγαλώνει, δεν τρέφεται πλέον για αύξηση, αλλά για συντήρηση. Έτσι και στην ψυχή, διπλός είναι ο λόγος της τροφής. Γιατί καθώς προχωρεί, τρέφεται με τις αρετές και τις θεωρίες, μέχρις ότου, αφού περάσει όλα τα όντα, φτάσει το μέτρο της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού. Και όταν φτάσει σ’ αυτό, σταματά κάθε πρόοδος προς ανάπτυξη και αύξηση με τα μέσα αυτά και τρέφεται κατά τρόπο άμεσο με αυτό που υπερβαίνει τη νόηση. Και γι’ αυτό, το είδος της άφθαρτης τροφής υπερβαίνει την αύξηση και είναι για να συντηρηθεί η θεοειδής τελειότητα που δόθηκε στην ψυχή και να φανερωθούν οι άπειρες λαμπρότητες της τροφής εκείνης. Με αυτήν η ψυχή δέχεται την παντοτινή και αμετάβλητη ευδαιμονία που ήρθε σ’ αυτήν, και γίνεται θεός με τη μέθεξη της θείας χάρης, παύοντας κάθε ενέργεια του νου και της αισθήσεώς της, μαζί και τις φυσικές ενέργειες του σώματος, καθώς κι αυτό θεώθηκε μαζί μ’ αυτήν κατά τη μέθεξη της θεώσεως που του αναλογεί. Έτσι διά μέσου και της ψυχής και του σώματος φαίνεται μόνον ο Θεός, επειδή τα φυσικά τους γνωρίσματα έχουν παραμεριστεί από την υπερβολή της δόξας.

89. Κάποιοι φιλομαθείς ζητούν να μάθουν πώς θα διαφέρουν μεταξύ τους τα αιώνια καταλύματα και αγαθά που υποσχέθηκε ο Θεός: κατά την τοπική υπόσταση, ή νοητώς κατά την ποιότητα και ποσότητα που προσιδιάζουν σε κάθε πνευματικό κατάλυμα; Άλλοι πιστεύουν το πρώτο, άλλοι το δεύτερο. Εκείνος όμως που γνώρισε τι θα πει «η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας»(Λουκ. 17, 21), και τι θα πει «στον Πατέρα μου υπάρχουν πολλά καταλύματα»(Ιω. 14, 2), θα παραδεχθεί μάλλον το δεύτερο.

90. Κάποιοι ζητούν να μάθουν ποια διαφορά έχει η βασιλεία του Θεού από τη βασιλεία των ουρανών. Διαφέρουν μεταξύ τους ουσιαστικά ή νοητώς; Σ’ αυτούς πρέπει να πούμε ότι διαφέρουν όχι ουσιαστικά, αλλά νοητώς. Γιατί η βασιλεία των ουρανών είναι η κατανόηση της προαιώνιας ακέραιης γνώσεως των όντων που βρίσκεται στο Θεό, σύμφωνα με τους λόγους τους. Ενώ η βασιλεία του Θεού είναι μετάδοση κατά χάρη, των αγαθών τα οποία φύσει έχει ο Θεός. Η πρώτη θα συμβεί κατά το τέλος των όντων, ενώ η άλλη θα είναι νοερή, μετά το τέλος των όντων.

91. Ο λόγος «πλησίασε η βασιλεία των ουρανών»(Ματθ. 3, 2·4, 17) δε σημαίνει, νομίζω, χρονικό περιορισμό. Γιατί αυτή δεν άρχεται κατά τρόπο που να παρατηρείται, ούτε θα πουν: «Νάτην εδώ, νάτην εκεί»(Λουκ. 17, 20-21), αλλά αναφέρεται στη σχέση των αξίων προς αυτήν ανάλογα με την κατάστασή τους. Γιατί λέει: «Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας»(Λουκ. 17, 21).

92. Η βασιλεία των ουρανών βρίσκεται ως δυνατότητα σε όλους όσοι πιστεύουν, ενεργοποιείται όμως σ’ εκείνους που απέβαλαν θεληματικά όλη τη φυσική ζωή της ψυχής και του σώματος και απόκτησαν μόνο τη ζωή του Πνεύματος και μπορούν να λένε: «Δε ζω πια εγώ, αλλά μέσα μου ζει ο Χριστός»(Γαλ. 2, 20).

93. Μερικοί λένε ότι η βασιλεία των ουρανών είναι η ζωή των αξίων στους ουρανούς. Άλλοι, ότι είναι η όμοια με των αγγέλων κατάσταση των σωζομένων. Άλλοι, ότι είναι αυτή η μορφή της θεϊκής ωραιότητας εκείνων που φόρεσαν την εικόνα του επουρανίου(Α΄ Κορ. 15, 49). Συμπίπτουν, νομίζω, με την αλήθεια και οι τρεις αυτές γνώμες. Γιατί σε όλους ανάλογα με την ποιότητα και την ποσότητα της δικαιοσύνης τους δίνεται η μελλοντική χάρη.

94. Έως ότου κανείς, κατά την πρακτική φιλοσοφία, περνά με ανδρεία τους θείους αγώνες, κατέχει κοντά του τον Λόγο, ο οποίος ήρθε στον κόσμο από τον Πατέρα μέσω των εντολών. Όταν όμως αφήσει την έμπρακτη πάλη κατά των παθών, επειδή αποδείχθηκε νικητής των παθών και των δαιμόνων, και περάσει με τη θεωρία στη γνωστική φιλοσοφία, επιτρέπει στο Λόγο μυστικά να αφήσει πάλι τον κόσμο και να πορευθεί προς τον Πατέρα. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος στους μαθητές: «Εσείς με αγαπήσατε και πιστέψατε ότι εγώ ήρθα από το Θεό. Ξεκίνησα από τον Πατέρα και ήρθα στον κόσμο. Αφήνω πάλι τον κόσμο και πορεύομαι προς τον Πατέρα»(Ιω. 16, 27-28). Κόσμο ίσως να είπε την επίπονη εργασία των αρετών κατά την πρακτική άσκηση, και πατέρα την υπερκόσμια και ελεύθερη από κάθε υλικό φρόνημα κατάσταση του νου, κατά την οποία έρχεται μέσα μας ο Λόγος του Θεού και παύει τη μάχη εναντίον των παθών και των δαιμόνων.

95. Εκείνος που μπόρεσε με την πρακτική άσκηση να νεκρώσει τα μέλη του που επιθυμούν τα γήινα(Κολ. 3, 5) και να νικήσει με τις εντολές τον κόσμο των παθών που βρίσκεται μέσα του, δε θα έχει στο εξής καμιά θλίψη, γιατί άφησε τον κόσμο και ενώθηκε με τον Χριστό, ο οποίος νίκησε τον κόσμο των παθών και χορηγεί κάθε ειρήνη. Εκείνος που δεν άφησε την εμπαθή προσκόλληση στα υλικά, θα έχει διαρκώς θλίψη, γιατί αλλάζει η διάθεσή του μαζί με τα υλικά που αλλάζουν από τη φύση τους. Εκείνος όμως που έφτασε στο Χριστό, δεν αισθάνεται ολότελα καμία υλική μεταβολή. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: «Σας τα είπα αυτά για να έχετε ειρήνη μαζί μου. Θα έχετε θλίψη μέσα στον κόσμο· αλλά να έχετε θάρρος, εγώ νίκησα τον κόσμο»(Ιω. 16, 33). Δηλαδή, σ’ εμένα, το Λόγο της αρετής, έχετε ειρήνη, ελεύθεροι από τον στροβιλισμό και την ταραχή των υλικών παθών και πραγμάτων. Στον κόσμο όμως, δηλαδή στην εμπαθή προσκόλληση στα υλικά, θα έχετε θλίψη λόγω της ακατάπαυστης μεταβολής τους. Γιατί έχουν θλίψη και οι δύο, και εκείνος που εργάζεται την αρετή, για τον κόπο που τη συνοδεύει, και εκείνος που αγαπά τον κόσμο, για την αποτυχία των υλικών. Ο ένας όμως έχει θλίψη σωτήρια, ενώ ο δεύτερος, καταστρεπτική και ολέθρια. Και των δύο ανάπαυση είναι ο Κύριος. Τον πρώτο τον αναπαύει από τους κόπους των αρετών με την απάθεια κατά τη θεωρία· από τον δεύτερο αφαιρεί την προσκόλληση προς τα υλικά με τη μετάνοια.

96. Η διατύπωση της κατηγορίας εναντίον του Σωτήρα στην επιγραφή του Σταυρού, δίδαξε καθαρά ότι Αυτός που σταυρώθηκε είναι Κύριος και βασιλεύς της πρακτικής και της φυσικής και της θεολογικής φιλοσοφίας. Γιατί λέγεται ότι ήταν γραμμένη στα Ρωμαϊκά, στα Ελληνικά και στα Εβραϊκά(Ιω. 19, 20). Με τα Ρωμαϊκά νοώ την πρακτική αρετή, αφού η ρωμαϊκή βασιλεία κατά τον Δανιήλ ορίζεται ότι είναι η πιο ανδρεία απ’ όλες τις βασιλείες του κόσμου(Δαν. 2, 40)· και γνώρισμα της πρακτικής, παραπάνω από κάθε άλλο, είναι η ανδρεία. Με τα Ελληνικά, τη φυσική θεωρία, γιατί το έθνος των Ελλήνων περισσότερο από όλους τους άλλους ανθρώπους ασχολήθηκε με τη φυσική φιλοσοφία. Με τα Εβραϊκά, τη θεολογική μυσταγωγία, γιατί το έθνος αυτό προφανώς ήταν ανέκαθεν αφιερωμένο μέσω των Πατριαρχών στο Θεό.

97. Πρέπει να είμαστε όχι μόνο φονευτές των σωματικών παθών, αλλά και εξολοθρευτές των εμπαθών λογισμών της ψυχής, σύμφωνα με τον άγιο που λέει: «Τα πρωινά σκότωνα όλους τους αμαρτωλούς της γης, για να εξολοθρεύσω από την πόλη του Κυρίου όλους όσοι κάνουν άνομα έργα»(Ψαλμ. 100, 8) δηλαδή τα πάθη του σώματος και τους άνομους λογισμούς της ψυχής.

98. Εκείνος που διατήρησε ακέραιη την οδό των αρετών, με ευσεβή και ορθή γνώση, χωρίς να κλίνει δεξιά ή αριστερά, αυτός θα γνωρίσει την παρουσία του Θεού προς αυτόν με την απάθεια. Γιατί λέει ο ψαλμωδός: «Θα ψάλω και θα κατανοήσω με άμεμπτο τρόπο ζωής πότε θα έρθεις προς εμένα»(Ψαλμ. 100,2). Με τον ψαλμό φανερώνει την ενάρετη πράξη, ενώ με την κατανόηση τη γνωστική επιστήμη που προξενείται από την αρετή και που μ’ αυτήν αισθάνεται κανείς τη θεία παρουσία. Κι εκείνος που ξαγρυπνώντας στις αρετές περιμένει τον Κύριό του, είναι πιστός και αγαθός.

99. Δεν πρέπει ο αρχάριος στην ευσέβεια, να οδηγείται προς την πράξη των εντολών μόνο με την αγαθότητα, αλλά και με τη μνήμη των δίκαιων κρίσεων του Θεού να αγωνιστεί με βία εντονότερα, ώστε όχι μόνο να αγαπά τα θεία με πόθο, αλλά και να απέχει από την κακία από φόβο. Γιατί λέει: «Την ευσπλαχνία και τη δικαιοσύνη Σου θα ψάλω, Κύριε»(Ψαλμ. 100, 1). Έτσι και θα ψάλλει μ’ ευχαρίστηση στο Θεό από τον πόθο, και θα αντέχει στην υμνωδία καθώς θα χαλυβδώνεται από το φόβο.

100. Εκείνος που με την αρετή και τη γνώση εναρμόνισε το σώμα προς την ψυχή, έγινε κιθάρα του Θεού και ναός και αυλός. Έγινε κιθάρα, γιατί φύλαξε καλώς την αρμονία των αρετών. Αυλός, γιατί με τις θείες θεωρίες δέχεται την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος. Και ναός, γιατί λόγω της καθαρότητας του νου του έγινε κατοικητήριο του Λόγου.

Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, β΄τόμος, σελ. 123-146.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: